Ετικέτα: Sandel

Η ιδιότυπη κριτική του Sandel στην «καθοδηγούμενη από την αγορά αξιοκρατική ηθική»! 

Η βιβλιοκριτική δημοσιεύθηκε στο The Books’ Journal,  τ. 136, Νοεμβρίου 2022 με τον τίτλο «Μανιφέστο κατά του κοινωνικού φιλελευθερισμού», είναι όμως κριτική στον Sandel.

Το ζήτημα της αξιοκρατίας ταλαιπωρεί τη δημόσια ζωή της χώρας ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους. Απασχολεί εντατικά τα ΜΜΕ κάθε φορά που οι αρχές της παραβιάζονται απροσχημάτιστα και επανέρχεται όποτε επιχειρούνται μεταρρυθμίσεις στον πυρήνα των οποίων ενυπάρχουν αξιοκρατικές αρχές. Αυτό συμβαίνει σήμερα στην παιδεία, και θα έπρεπε να επεκταθεί ή σχεδιάζεται σε δημόσια διοίκηση,  νοσοκομεία και ΕΣΥ,  δικαιοσύνη,  κρατικές επιχειρήσεις και τα δημόσια έργα.  Ήταν φυσικό λοιπόν ότι προσέλκυσε την προσοχή μου το βιβλίο του Michael J. Sandel με τον παράδοξο εκ πρώτης όψεως τίτλο   Η τυραννία της αξίας. Τι έχει απογίνει το γενικό καλό; Εκδόσεις Πόλις, 2022, σε βατή, όσο μπορώ να κρίνω, μετάφραση, του Μιχάλη Μητσού  και επιμέλεια του Γιάννη Μπαλαμπανίδη.  Το βιβλίο εξετάζει το αίτημα και την πράξη της αξιοκρατίας κυρίως στις ΗΠΑ και ευκαιριακά σε άλλες  προηγμένες χώρες της Δύσης, μας επιτρέπει όμως να εμβαθύνουμε στο θέμα πέρα από  την αδιάκοπη καταγραφή διαδοχικών επεισοδίων  αναξιοκρατίας σε Ελλάδα και αλλού και συμπληρώνει την ήδη διαθέσιμη βιβλιογραφία στη χώρα μας. 

Τώρα, για να παρακολουθήσουμε τα επιχειρήματα  και τους περιορισμούς της ανάλυσης του Sandel πρέπει να καταλάβουμε εξ αρχής τον δικό του ορισμό  της αξιοκρατίας: Δεν είναι ακριβώς ό,τι συνήθως αντιλαμβάνεται ο κοινός νους (και τα λεξικά), αλλά  η αέναη επιδίωξη (και θεσμική κατοχύρωση) της οικονομικής επιτυχίας συχνά σε συνθήκες ανταγωνισμού με βάση τα φυσικά ταλέντα, τις γνώσεις και την ευσυνείδητη  δουλειά. Αυτή η επιδίωξη εκτρέφει κατά τον  Sandel μια προβληματική ηθική – την πεποίθηση των πετυχημένων ότι «παίρνουν ό,τι αξίζουν» ή ότι σε μία ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς οι κερδισμένοι αξίζουν από ηθική άποψη τα κέρδη τους. Οι πετυχημένοι  τείνουν να αντιστρατεύονται αναδιανεμητικές πολιτικές και συνακόλουθα  να βλέπουν αφ΄ υψηλού (αλαζονικά) όσους μένουν πίσω. Ο Sandel την ονομάζει «καθοδηγούμενη από την αγορά αξιοκρατική ηθική»! 

Ο Sandel δεν εξετάζει τις διαφορετικές διαδικασίες που συγκροτούν το πλαίσιο εντός του οποίου ξεδιπλώνεται (ή αποτρέπεται) η επιδίωξη της επιτυχίας, ούτε ενδιαφέρεται για τα μεθοδολογικά προβλήματα μέτρησης των προσόντων και ταλέντων. 

Ο  Sandel  εκτιμά ότι η  αξιοκρατία (όπως την ορίζει) με την ηθική της είναι τμήμα της κυρίαρχης ιδεολογίας στις ΗΠΑ ή αλλού και ότι συνυφαίνεται με προκαταλήψεις ως προς τα προσόντα  που θεωρείται ότι πρέπει να κατέχει κανείς στη δημόσια ζωή με  σπουδαιότερο την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Πρόκειται, γράφει, για πεποιθήσεις που έχουν τεράστιες συνέπειες καθώς διαμορφώνουν π.χ. τον τρόπο  με τον οποίο οι παραδοσιακοί πολιτικοί  στις ΗΠΑ από όλο το πολιτικό φάσμα  αντιμετωπίζουν τη στασιμότητα των μισθών: Προτείνουν στους εργαζόμενους να αποκτήσουν πτυχίο Πανεπιστημίου. 

Εκτός τούτου  κυρίαρχη στις ΗΠΑ αντίληψη για την επιτυχία παρακινεί όσους έχουν πόρους και δύναμη να καταφεύγουν στην απάτη  ή δωροδοκία για να εξασφαλίσουν την εισαγωγή των παιδιών τους σε κορυφαία πανεπιστήμια.  Και, γενικότερα, ο  Sandel δέχεται ότι οι τεράστιες ανισότητες δεν αποτελούν γόνιμο έδαφος για ίσες ευκαιρίες για όλους: Οι πλούσιοι έχουν τη δυνατότητα να σπρώξουν τα παιδιά τους προς τα πάνω και να εξουδετερώσουν διαδικασίες αξιολόγησης για εισδοχή στα καλύτερα Πανεπιστήμια. 

Ο Sandel λοιπόν δεν αγνοεί ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα σε διακηρυγμένες αρχές και πραγματικότητα αλλά υποστηρίζει εμμέσως ότι η μη εφαρμογή διακηρυγμένων αξιοκρατικών αρχών σε αναπτυγμένες οικονομίες (κυρίως του αγγλοσαξονικού χώρου) είναι υποδεέστερο ζήτημα μπροστά στους κινδύνους που προκύπτουν από τη σύζευξή της με ένα αχαλίνωτο ατομικισμό, δηλαδή με μια νοοτροπία που  θέτει τον εαυτό μας πάνω από το «κοινό καλό». Κατά προέκταση τον ενδιαφέρουν περισσότερο η ηθική όσων πετυχαίνουν στη ζωή  και λιγότερο τα ερωτήματα αν  θεσμοί και διαδικασίες γενικά επιβραβεύουν τις προσπάθειές απόκτησης προσόντων, σε τι διαφέρουν από χώρα σε χώρα  και ποιες  οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες έχουν οι διαφορές – ας πούμε για την εθνική οικονομία. 

Παράλληλα,  στέκεται στην αντίληψη της νεοκλασικής οικονομικής για τις αμοιβές που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του επικρατούντος στις ΗΠΑ πολιτισμικού μείγματος. Παραπέμπει σχετικά στον  Gregory Mankiv που έγραφε ότι «οι άνθρωποι πρέπει  να παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Κάποιος που συνεισφέρει περισσότερο στην κοινωνία αξίζει και το μεγαλύτερο εισόδημα, το οποίο αντανακλά και αυτή την συνεισφορά».  Αυτό συμβαίνει υπό τον όρο του ανόθευτου ανταγωνισμού στις αγορές. «Μπορεί κανείς εύκολα να συμπεράνει ότι, σε αυτές τις ιδανικές συνθήκες, κάθε άνθρωπος λαμβάνει τη σωστή ανταμοιβή».  Τότε, η αγοραία αξία καθενός (τι παίρνει δηλαδή) ταυτίζεται με την κοινωνική συνεισφορά του. Η όποια ανταμοιβή είναι  δίκαιη. Οι άνθρωποι παίρνουν ό,τι αξίζουν χάρις στο ταλέντο τους, την σκληρή δουλειά, τη μάθηση και τις γνώσεις.  Το επιχείρημα νομιμοποιεί ηθικά τις  μεγάλες εισοδηματικές διαφορές. 

Ο Sandel, αντίθετα, απορρίπτει την άποψη ότι οι άνθρωποι αμείβονται ή πρέπει να αμείβονται ανάλογα με τα προσόντα και ταλέντα τους. Προς τούτο    ανασκοπεί και ερμηνεύει την πλούσια σε ιδέες πολιτική φιλοσοφία γύρω από το ζήτημα της αμοιβής ανάλογα με τα προσόντα. Ενδεικτικά, υπενθυμίζει την άποψη εμβληματικών  φιλελεύθερων στοχαστών Friedrich Hayek,  Frank Knight, John Rawls κ.α. Κατά την ερμηνεία του Sandel,  o  Friedrich Hayek υποστήριζε ότι οι μισθοί και τα εισοδήματα  δεν ανταμείβουν το ταλέντο ή τα επιτεύγματά μας αλλά αντανακλούν συγκυριακά την οικονομική αξία των αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρουν  όσοι συμμετέχουν στην αγορά.  Είναι προϊόν της «τύχης». Ο Frank Knight έγραφε   ότι  το να ανταποκρίνεσαι σε αυτά που ζητά η αγορά  δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο πράγμα με το να συνεισφέρεις πραγματικά στην κοινωνία και ο John Rawls ότι οι προσωπικές επιδόσεις συχνά δεν οφείλονται στα  ταλέντα και τις προσωπικές προσπάθειες. Αυτοί οι παράγοντες παίζουν βέβαια κάποιο ρόλο, όμως λειτουργούν σε  δεδομένες συνθήκες: Π.χ. οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που ευνοούν τη  επιτυχία. Και ακόμα: Ειδικά οι έμφυτες ικανότητες δεν δικαιολογούν υψηλότερες αμοιβές. Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι τα κέρδη στον αγώνα για επιτυχία (τα υψηλά εισοδήματα) πρέπει να μοιράζονται  μέσω αναδιανεμητικών πολιτικών.

Τον  Sandel όμως δεν ικανοποιούν τα επιχειρήματα αυτά. Υποστηρίζει  ότι αυτοί οι φιλελεύθεροι απορρίπτουν μεν την ιδέα  ότι σε μία ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς οι κερδισμένοι αξίζουν από ηθική άποψη τα κέρδη τους, αλλά δεν υπερασπίζονται το κοινό καλό αποφασιστικά καθώς παραβλέπουν τις ηθικές συνέπειες της καθοδηγούμενης από την αγορά αξιοκρατίας.  Η αέναη επιδίωξη  της ατομικής επιτυχίας κάθε ατόμου και ανάλογης αμοιβής, υποθάλπει ή συνυφαίνεται με ένα νοσηρό ατομικισμό: Εκτρέφει συμπεριφορές που αντιστρατεύονται το γενικό καλό, το οποίο υποτίθεται ότι υπηρετεί καθώς προκαλεί ένα τοξικό μείγμα αλαζονείας στους κερδισμένους και εξευτελισμού ή  δυσαρέσκειας σε όσους μένουν πίσω στην ανελέητη κούρσα επιτυχίας και κοινωνικής ανόδου. 

Αυτό δεν αλλάζει ακόμα και αν ξεπερασθούν οι ταξικοί φραγμοί και εφαρμοσθούν προγράμματα ίσων ευκαιριών, όπως προτείνουν οι φιλελεύθεροι που υποστηρίζουν το κοινωνικό κράτος, δηλαδή ακόμα και αν  όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες  να ανελιχθούν  και τα παιδιά της εργατικής τάξης να ανταγωνίζονται ισότιμα  τα παιδιά των προνομιούχων. Και τότε  πάλι, υποστηρίζει ο Sandel, επικαλούμενος προγενέστερες αναλύσεις, 

«θα προκαλούνταν αισθήματα αλαζονείας στους κερδισμένους και εξευτελισμού στους χαμένους. Οι κερδισμένοι θα θεωρούσαν την επιτυχία τους  ΄μια δίκαιη ανταμοιβή για τις δικές τους ικανότητες, τις δικές τους προσπάθειες , τις δικές τους αναμφισβήτητες επιτυχίες΄, και κατά συνέπεια θα κοιτούσαν αφ΄υψηλού  τους λιγότερο επιτυχημένους από αυτούς. Εκείνοι που δεν θα κατάφερναν   να ανελιχθούν  θα ένιωθαν    ότι δεν μπορούν να κατηγορήσουν παρά μόνο τον εαυτό τους». 

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, γράφει ο Sandel, πρόσφερε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα  αλαζονείας : 

«Η ριψοκίνδυνη και άπληστη συμπεριφορά  των τραπεζών  της  Γουόλ Στριτ  έφερε την παγκόσμια οικονομία στο χείλος της κατάρρευσης, με αποτέλεσμα να χρειαστεί ένα μαζικό πακέτο βοήθειας  με χρήματα των φορολογούμενων. Την ώρα λοιπόν που οι ιδιοκτήτες  σπιτιών και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις  αγωνίζονταν να ανακάμψουν , οι μεγαλοτραπεζίτες  της Γουόλ Στριτ έσπευδαν να εισπράξουν μπόνους δεκάδων  δισεκατομμυρίων δολαρίων.»   

Και προσθέτει: 

« Η σημερινή κοσμική αξιοκρατική τάξη πραγμάτων ηθικοποιεί την επιτυχία με τρόπους που απηχούν  την παλιά πίστη στη θεία πρόνοια: παρόλο που οι επιτυχημένοι δεν χρωστούν τη δύναμη  και τον πλούτο τους στη θεία παρέμβαση – αλλά ανελίσσονται  χάρις στη δική τους προσπάθεια και τη δική τους σκληρή δουλειά- η επιτυχία τους είναι αποτέλεσμα της ανώτερης αρετής τους. Οι πλούσιοι είναι πλούσιοι επειδή αξίζουν περισσότερο  από τους φτωχούς. Αυτή η θριαμβολογική πλευρά της αξιοκρατιίας  είναι ένα είδος προνοιακής σκέψης  (providentialism) χωρίς Θεό […] Δεν έχει σχέση τόσο με την καλλιέργεια της αλληλεγγύης ή την εμβάθυνση  των δεσμών μεταξύ των πολιτών, όσο με την ικανοποίηση των καταναλωτικών τους προτιμήσεων με βάση το ΑΕΠ. Αυτό φτωχαίνει τον δημόσιο λόγο»  

Είμαστε πράγματι μακριά από τον αριστοτελική αγωνία για πολιτική αρετή και  φρόνηση με ανάλογη διαπαιδαγώγηση των πολιτών.  

Ένα ευφυές μανιφέστο κατά του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Κατά τη γνώμη μου η συνολική προσέγγισή του  Sandel εμπεριέχει πολλά θετικά στοιχεία: Μας παρακινεί να ξανασκεφθούμε τη διαταραγμένη ισορροπία μεταξύ του κοινού καλού και της αέναης επιδίωξης της ατομικής επιτυχίας όπως τη θέλει ο ανταγωνισμός. Υποδείχνει την ανάγκη για μια νέα ηθική σε πολιτική και κοινωνία. Απορρίπτει, επιστρατεύοντας την πολιτική φιλοσοφία, το δόγμα της πολιτικής οικονομίας ότι τελικά η αμοιβή του καθενός ανταποκρίνεται στην κοινωνική του συνεισφορά.  Πέραν τούτου ο Sandel εκθέτει την αναντιστοιχία μεταξύ αξιοκρατικών διακηρύξεων (του τύπου «ο καθένας λαμβάνει ό,τι αξίζει») και συμπεριφορών στην πράξη που τις ακυρώνουν.

Όμως η προσέγγισή του  πάσχει σε άλλα σημεία. Πρώτον, υπάρχει θέμα ορισμού. Η αξιοκρατία του Sandel δεν είναι ακριβώς ό,τι συνήθως αντιλαμβάνεται ο κοινός νους (και τα λεξικά), δηλαδή ουσιαστικά να μη γίνονται διακρίσεις σε βάρος των καλύτερων, αλλά στοιχείο ενός πολιτισμικού μείγματος που περιλαμβάνει, επαναλαμβάνω, την αέναη επιδίωξη της επαγγελματικής και οικονομικής επιτυχίας σε συνθήκες ανταγωνισμού, την ιδέα ότι οι πετυχημένοι «παίρνουν ό,τι αξίζουν» και  συνακόλουθα, την τάση τους να υποτιμούν του άλλους και να αντιστρατεύονται αλαζονικά αναδιανεμητικές πολιτικές. Κατά την αντίληψή του πρόκειται για ένα κυρίαρχο στις ΗΠΑ ιδίως πολιτισμικό στίγμα. 

Δεύτερον, ο Sandel  γενικεύει στο ζήτημα της κακής ηθικής των πετυχημένων μολονότι φυσικά δεν λείπουν εκδηλώσεις χαμηλής κοινωνικής ευθύνης και αναφέρεται απλουστευτικά στις κοινωνικές σχέσεις σε επιχειρήσεις και θεσμούς.  Το σπουδαιότερο ίσως είναι ότι δεν αναγνωρίζει διαφοροποιήσεις, που είναι  ιδιαίτερα χρήσιμες στη συγκριτική πολιτική, ούτε  στηρίζεται σε συστηματική σύγκριση διεθνών εμπειρικών. Συχνά επιχειρηματολογεί με δυαδικό τρόπο (binary). Στην πραγματικότητα όμως τα στοιχεία που περιέλαβε στο πολιτισμικό μείγμα διαφέρουν από χώρα σε χώρα, ακόμα και στο εσωτερικό κάθε χώρας, καθώς  και από αγορά σε αγορά. Στον ιδιωτικό τομέα λόγου χάριν  ο ανταγωνισμός  θέτει όρια στην πρόσληψη ανίκανων ή αδιάφορων, ανεπαρκών ή ανεκπαίδευτων για εργασίες που απαιτούν γνώσεις, αποτρέπει την ανάθεση έργων σε φιλικούς αλλά κακούς υπεργολάβους, την τοποθέτηση ανεπαρκών συγγενών σε διευθυντικές θέσεις  κ.α.   

Προτάσσοντας το ερώτημα αν η επιδίωξη της ατομικής επιτυχίας  είναι καλή ή κακή ηθικά, ο Sandel παρακάμπτει το ζήτημα ότι μπορεί να ισχύουν περισσότερο ή λιγότερο αξιοκρατικές διαδικασίες σε μία κοινωνία. Έτσι όμως αφαιρεί τη βάση για κάθε πρακτική συζήτηση σχετικά με τα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα θεσμών όπως η αξιολογηση, η διαφάνεια και η καθιέρωση κινήτρων. Αυτό δε σε μια εποχή στην οποία αξιολογούνται σχεδόν τα πάντα – άνθρωποι, επιχειρήσεις, κράτη.  Κατά προέκταση παραβλέπει συγκεκριμένα πορίσματα συγκριτικών ερευνών σύμφωνα με τα οποία  κοινωνίες, στις οποίες  λειτουργούν καλύτερα οι κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού και επιβραβεύονται όσοι αποκτούν περισσότερα προσόντα και εργάζονται ευσυνείδητα, αναπτύσσουν μεγαλύτερο δυναμισμό και επιτυγχάνουν υψηλότερα επίπεδα ευημερίας σε σύγκριση με άλλες όπου ο ανταγωνισμός νοθεύεται με πάσης φύσης μεθόδους. Συχνά μάλιστα ο υγιής ανταγωνισμός παντρεύεται με  υψηλά επίπεδα ευθύνης έναντι του συνόλου. Και η  φιλοσοφία του κοινωνικού κράτους ανταποκρίνεται, έστω εν μέρει,  στο αίτημα για ίσες ευκαιρίες. Μερικές φορές είχα την εντύπωση διαβάζοντας την Τυραννία της αξίας ότι είναι ένα επεξεργασμένο μανιφέστο κατά του σύγχρονου κοινωνικού φιλελευθερισμού. 

Συναφώς, η προσέγγιση Sandel φαινομενικά μόνο ικανοποιεί δήθεν προοδευτικές αντιλήψεις για την κοινωνία. Και αυτό γιατί, λογικά,  υποβάλλει το συμπέρασμα ότι δεν χρειάζονται πολιτικές που σκοπεύουν στη δημιουργία ίσων ευκαιριών για κοινωνική άνοδο στις ΗΠΑ κ.α. Εκεί (και αλλού) το κύριο όχημα είναι πράγματι η εκπαίδευση. Στη λογική του  Sandel όλα αυτά περιττεύουν γιατί ωθούν περισσότερους στο κυνήγι της επιτυχίας. Κατά προέκταση, ο Sandel  υποθάλπει  ένα κίβδηλο εν τέλει εξισωτισμό, τον οποίο παντρεύει με τη λαϊκιστική απόρριψη των ελίτ.

 Λογικά, το δίλημμα  που θέτει συνοψίζεται ως εξής : Αν ο σκοπός δεν αξίζει  γιατί να υποβληθούμε σε οποιονδήποτε κόπο; 

Τι κρατάμε από το έργο του Sandel για την ελληνική περίπτωση; 

Πολλά από τα ζητήματα που εγείρει ο  Sandel  τα συναντούμε και εδώ. Γεγονός είναι ότι εισοδηματικές ανισότητες συνεπάγονται άνισες ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου υποσκάπτοντας έτσι την αρχή των ίσων ευκαιριών. Επίσης, διαπιστώνουμε υπερβολική έμφαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Οι οικογένειες  κάνουν ό,τι μπορούν για να στείλουν το παιδί τους στα Πανεπιστήμια προκειμένου να αποκτήσουν τυπικά προσόντα είτε για την είσοδο στο Δημόσιο, είτε σε ορισμένα καθ΄ υπόθεση προσοδοφόρα επαγγέλματα γιατρών, μηχανικών κ.α. Κοινωνία και πολιτική πίεζαν ακατάπαυστα για επέκταση («μαζικοποίηση») της πανεπιστημιακής παιδείας ώστε να επιτρέψει σε ολοένα και περισσότερους απόφοιτους των γυμνασίων (παλαιότερα) και των λυκείων (σήμερα) να εισέλθουν στα Πανεπιστήμια. Το μαζικό άνοιγμα των Πανεπιστημίων διευκόλυνε μεταξύ άλλων ο πολλαπλασιασμός των ΑΕΙ και των Τμημάτων τους, καθώς και η εισαγωγή σε πολλά από αυτά χωρίς επαρκείς γνώσεις όπως έδειχναν οι βαθμοί κάτω από τη βάση. Η επαγγελματική-τεχνική εκπαίδευση υποβαθμίσθηκε. Το τελευταίο βήμα έγινε με την ένταξη των ΤΕΙ  (υποτίθεται της κορυφής της επαγγελματικής – τεχνικής παιδείας) στα Πανεπιστήμια προκειμένου να ικανοποιηθούν προεκλογικά (πριν από το 2019) πάγια αιτήματα διδασκόντων και πιθανόν διδασκομένων. 

Σε αντίθεση με την ιεράρχηση του Sandel, στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρει τόσο  η υποκειμενική επιδίωξη της επιτυχίας, αλλά προέχει αν θεσμοί και διαδικασίες γενικά επιβραβεύουν τις προσπάθειές των ανθρώπων  να αποκτήσουν προσόντα  και τι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες έχει  η παράκαμψή τους για το σύνολο- ας πούμε την εθνική οικονομία. 

Γεγονός είναι επίσης ότι μέσω οικογενειακών και φιλικών διασυνδέσεων και πελατειακών σχέσεων παρακάμπτονται συστηματικά τυπικοί κανόνες (π.χ. προσλήψεις στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ) που εξασφαλίζουν ότι οι καλύτερα προετοιμασμένοι επιλέγονται για την είσοδο στο Δημόσιο. Εύκολα τεκμηριώνεται ότι  οι διορισμοί σε διάφορες θέσεις γίνονται συχνά (αν και όχι πάντοτε) με κριτήριο την κομματική νομιμοφροσύνη, δημόσια έργα κατατεμαχίζονται  για να ανατεθούν σε ημέτερους εργολάβους, κ.ο.κ.  και εφαρμόζονται συχνά ευφάνταστες μέθοδοι για την καταστρατήγηση κάθε έννοιας αξιοκρατίας. 

Πολυάριθμα  άρθρα και βιβλία  ων ουκ έστιν αριθμός εξετάζουν τον ρόλο του πελατειακού συστήματος και της οικογένειας στην Ελλάδα ως πηγών πολύμορφων διακρίσεων. Το βασικό μοτίβο τους είναι ότι οι οικογενειακές διασυνδέσεις και οι άτυπες πελατειακές διευθετήσεις  δεν υποτάσσονται σε οποιαδήποτε έννοια αξιοκρατίας ή «κοινού καλού»  και επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα των κρατικών υπηρεσιών, το μέγεθος της επιχειρηματικότητας, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ως ένα βαθμό τα χρέη και την εσωστρέφεια της κοινωνίας και την ποιότητα της πολιτικής καθαυτής.  Οι πρακτικές αυτές δεν χαρακτηρίζουν μία μόνο πολιτική παράταξη και έχουν δηλητηριάσει το πολιτικό κλίμα καθώς έχουν προκαλέσει γενικευμένη μη εμπιστοσύνη  σε θεσμούς και πρόσωπα.  

Σύμφωνα με  έρευνες γνώμης,  στη χώρα μας και οι πολίτες θεωρούν πως οι νόμοι δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους (71% των ερωτώμενων), υπάρχει  μεροληψία στη Δικαιοσύνη (81%), και γενικά αναξιοκρατία  (80,5%). Επίσης, οι έρευνες γνώμης δείχνουν, όπως το θέτουν οι Μαρατζίδης και Σιάκας, ότι «ο θεσμός που εμπιστευόμαστε περισσότερο είναι η οικογένεια  και μάλιστα με τόσο μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους»

Στο ιδεολογικό επίπεδο η αξιολόγηση προσόντων, ευσυνειδησίας, ειδίκευσης  έχει γίνει ανάθεμα.  Διάχυτα είναι «προοδευτικά» ιδεολογήματα  (του τύπου «η αριστεία είναι ρετσινιά») που υποθάλπουν υποκριτικά  έναν αντιπαραγωγικό εν τέλει εξισωτισμό,  παντρεύουν την κριτική τους με όλα τα χαρακτηριστικά του αβαθούς λαϊκισμού, ιδίως με τη γενικευμένη  απόρριψη των ελίτ και αντιστρατεύονται μέτρα όπως η αξιολόγηση γενικά στο Δημόσιο και ειδικά στην Παιδεία, η ανασύσταση των προτύπων και πειραματικών σχολείων κ.α.  

Σε πυκνή διατύπωση ο κόσμος μας διαφέρει από τον κόσμο που ανατέμνει ο Sandel στον οποίο  «η καθοδηγούμενη από την αγορά αξιοκρατία» έχει αναχθεί σε υπέρτατη αρχή. Το θεσμικό και ιδεολογικό κλίμα της Ελλάδας διαφέρει σε σύγκριση με το αμερικανικό. Σε αντίθεση με όσα περιγράφει ο Sandel για τις ΗΠΑ, η αξιοκρατία εδώ είναι το ζητούμενο. 

Ωστόσο δεν πρέπει να γενικεύουμε. Η ίδια η οικονομική εξέλιξη  και οι διεθνείς συνθήκες επέβαλαν διαδικασίες αξιοκρατικές ώστε να επιλέγονται  πολλοί που έχουν ταλέντο, εξειδικευμένες γνώσεις και εργάζονται ευσυνείδητα. Η ελληνική κοινωνία έχει αποδεχθεί ορισμένες μορφές αξιολόγησης π.χ. τις εισαγωγικές εξετάσεις στα Πανεπιστήμια, διορισμούς στο Δημόσιο μέσω του ΑΣΕΠ παρά τις απόπειρες παράκαμψής του, τις αξιολογήσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς κ.α.  

Μετά τις εκλογές του 2019 και την ανάληψη της κυβέρνησης από τη ΝΔ, ένα κόμμα με βαθιές πελατειακές δικτυώσεις αλλά με μία ηγεσία σήμερα προσανατολισμένη σε  φιλελεύθερες αρχές, εντάθηκαν οι θεσμικές τομές που στόχευαν στην αποτίμηση γνώσεων και ικανοτήτων σε ορισμένες περιοχές πολιτικής κυρίως στην εκπαίδευση και στη Δημόσια Διοίκηση. 

Αυτή η αξιοκρατική επιτάχυνση, αιτιολογήθηκε και αιτιολογείται με διάφορα επιχειρήματα: Προάγει  την παραγωγικότητα και την καινοτομία, την της χώρας στον διεθνή  ανταγωνισμό, την ποιότητα τοι κοινωνικού κράτους. Επομένως υπηρετεί  το γενικό καλό. Με απλά λόγια η χώρα θα τα καταφέρει στο διεθνές και ευρωπαϊκό πεδίο αν αξιοποιεί και επιβραβεύει ταλέντα, ικανότητες και ευσυνείδητες προσπάθειες των ανθρώπων της. 

Τυπική είναι σήμερα η ηρωική προσπάθεια της υπουργού Παιδείας κ. Κεραμέως που προτείνει ή προωθεί εκ νέου την αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων  (ως πρώτου σταδίου μιας συνολικής διαδικασίας αξιολόγησης), τον θεσμό των πειραματικών και προτύπων σχολείων,  τις  μετρήσεις  PISA (Programme for International Student Assessment) του ΟΟΣΑ, την καθιέρωση πιστοποιητικού παιδαγωγικής επάρκειας  για υποψήφιους καθηγητές,  που θα αποκτάται μετά από παρακολούθηση  ειδικών προγραμμάτων στα Πανεπιστήμια, το σύστημα επιλογής εκπαιδευτικών για διοικητικές θέσεις, τον θεσμό των μεντόρων (συμβούλων νεοδιορισμένων από εμπειρότερους) κ.λ.π. 

Κατά τη γνώμη μου και ο Στέφανος Μάνος υπερασπίζεται χωρίς εάν και εφόσον (αλλά με κάποια ανεδαφικότητα) την ανάγκη για αξιοκρατία. Γράφει, ενδεικτικά, ότι  

«το σύστημα της αμοιβής και της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο είναι προβληματικό […] Στο Δημόσιο θα έπρεπε να χειριζόμαστε το ανθρώπινο δυναμικό λίγο ή πολύ όπως θα το έκανε μια ευνομούμενη πολιτεία. Σε αξιολογώ συστηματικά, προσπαθώ να σε βοηθήσω να γίνεις καλύτερος. Αν αποτύχεις επανειλημμένως σε διώχνω. Αν είσαι καλύτερος σε πληρώνω καλύτερα […] Είναι ανήθικο να πληρώνει ένας φορολογούμενος για κάποιον που είναι αποδεδειγμένα ακατάλληλος» […] Δεν θα φτιάξουμε κράτος αν δεν ενσωματώσουμε τη διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού». 

Υιοθετώ λοιπόν  ένα διαφορετικό πλαίσιο  προσέγγισης του ζητήματος της αξιοκρατίας από εκείνο του Sandel. Ίσως μάλιστα μπορούμε να αντιστρέψουμε το επιχείρημα του: Το κοινό καλό,  η αίσθηση της κοινότητας, η διάθεση για αλληλεγγύη, γενικά η εμπιστοσύνη στην κοινωνία και η ανάπτυξη έχουν μεταξύ άλλων ως  προϋπόθεση την αξιοκρατία με την έννοια της αποφυγής διακρίσεων που οφείλονται στην πελατειακή- κομματική και οικογενειακή λογική σε βάρος όσων έχουν ταλέντο και προσόντα ή είναι παραγωγικότεροι.  

Για το έργο αυτό η ανάλυσή του Sandel δεν μας χρησιμεύει ιδιαίτερα.  

Advertisement