Τα τρία μνημόνια ως σισύφειο έργο – Ένας απολογισμός για υποψιασμένους και μη.

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τ. 90, Σεπτέμβριος 2018

Στις 20 Αυγούστου  τέλειωσε με το τρίτο Μνημόνιο μία περίοδος που άρχισε με την κρίση χρέους 2009-10. Αναμφίβολα επρόκειτο για μια παταγώδη αποτυχία του παλαιού πολιτικού κατεστημένου. Η κρίση ήταν αποτέλεσμα του αναπτυξιακού μοντέλου που συχνά περιγράφεται ως πελατειακός καπιταλισμός ή κρατισμός. Το μοντέλο στηριζόταν σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την οικονομία, συναφείς παραδόσεις πολιτικής αριστερά και δεξιά και ασθενείς εν τέλει θεσμούς. Αποδείχθηκε πως δεν ήταν βιώσιμο καθώς οδηγούσε σε δημοσιονομικά ελλείμματα διαρκείας, συσσώρευση χρεών, κατανάλωση και εισαγωγές πέρα από τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας. Εκτός τούτων καλλιεργούσε την πεποίθηση ότι θα ήταν δυνατή  η αδιάκοπη χρηματοδότησή του με μεγάλα ελλείμματα. Οδηγούσε κατ΄ευθείαν στα βράχια – σε μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Η χώρα ως πολιτικό σώμα ζούσε μεταξύ άλλων και  μια δημοσιονομική «συλλογική αυταπάτη».[1]

Ακολούθησαν τρία μνημόνια (=προγράμματα οικονομικής προσαρμογής) και δάνεια περίπου 280 δις Ευρώ για να αποφευχθεί μια χαοτική χρεοκοπία της χώρας. Η χώρα προχώρησε τα χρόνια των μνημονίων όπως ο μύθος του Σισύφου:  Ο μυθολογικός μας ήρωας έσπρωχνε ένα βράχο προς την κορυφή του βουνού, αλλά όταν έφθανε εκεί ο βράχος κυλούσε προς τα κάτω. Ο Σίσυφος ήταν καταδικασμένος από τους θεούς να τον σπρώχνει πάλι προς τα πάνω. Η διαφορά με το δράμα των μνημονίων είναι ότι μόνοι μας ρίχναμε τον βράχο προς τα κάτω. Αυτό συνέβη το 2015 και απειλεί να επαναληφθεί το 2019.

Στη διαδικασία αναζήτησης διεξόδου η πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν σε μεγάλο βαθμό θεατής σε σύγχυση  καθώς οι «λύσεις» επιβλήθηκαν από τους εταίρους στην ΕΕ και το ΔΝΤ (αρχικά «Τρόικα»). Ουδέποτε στην ελληνική ιστορία βρέθηκε η ελληνική οικονομική πολιτική σε τόσο διεισδυτική  επιτήρηση από τους ξένους. Τα προγράμματα προσαρμογής αντικατόπτριζαν τους συσχετισμούς δύναμης και την οικονομική φιλοσοφία που επικράτησε σε ολόκληρη την ΕΕ δίκην «δόγματος».  Οι κυβερνήσεις μας, παρόλο που αποφάσιζαν σχεδόν καθ’ υπόδειξη των ξένων διάφορα μέτρα συμπεριφέρθηκαν συνολικά ως «κουτοπόνηροι υποτακτικοί» (όπως έγραψε κάποτε ο Αργύρη Φατούρος για τους πολιτικούς μας την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ[2])  που υπογράφουν τα πάντα και στη συνέχεια προσπαθούν να αποφύγουν το πικρό ποτήρι της εφαρμογής.

Τώρα, ποιο είναι το αποτέλεσμα; Τι ακριβώς επιτεύχθηκε με τα μνημόνια και τι έμεινε για αργότερα;

2.

Γεγονός είναι ότι υπάρχουν πράγματι ενδείξεις ανάκαμψης της οικονομίας, κυρίως από τον τουρισμό και τη μικρή αύξηση των εξαγωγών. Προηγήθηκαν δύο χρόνια ύφεσης που ανέτρεψαν μια ανάλογη βελτίωση του 2014. Αλλά, η  ανάπτυξη είναι ασθενική και εύθραυστη, ενώ η χώρα μετά από τόσο μακρά ύφεση θα έπρεπε να τρέχει. Η ανεργία μειώθηκε  κάπως αν και όχι τόσο για τους νέους. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί τον επόμενο Χειμώνα.

Υπό την πίεση των δανειστών και την απειλή χρεοκοπίας  έγιναν κάποιες μεταρρυθμίσεις, π.χ. στο εντελώς ανορθολογικό ασφαλιστικό και σε φορολογική διοίκηση με τη σύσταση της ΑΑ Δημοσίων Εσόδων.

Επίσης, η δημόσια οικονομία συμμαζεύθηκε, καθώς τα πρωτογενή ελλείμματα από τα θηριώδη 22 δις ευρώ του 2009 εξαλείφθηκαν. Τα μεγάλα άλματα σε αυτά έγιναν όμως ως το 2014 τόσο από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, όσο και από την κυβέρνηση Α. Σαμαρά. Η πορεία συνεχίσθηκε χάρη στην αλλαγή πολιτικής του Α. Τσίπρα, ο οποίος υπέγραψε ένα τρίτο «μνημόνιο» αφού ζήτησε από τον κόσμο να απορρίψει κάθε μνημόνιο με δημοψήφισμα.  Σήμερα (2018) ο προϋπολογισμός προβλέπει «πρωτογενές πλεόνασμα», δηλαδή έσοδα πάνω από τις δαπάνες για να πληρώνει τόκους για τα χρέη του Δημοσίου.

3.

Υπάρχουν όμως πολλά αλλά.

Πρώτον,  η περίοδος προσαρμογής θα μπορούσε να είχε συντομευθεί αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι καταστροφικές αποφάσεις της περιόδου 2015-2016 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Σύμφωνα με υπολογισμούς του ΕΜΣ κόστισαν δεκάδες δις ευρώ στη χώρα και προκάλεσαν την ύφεση του 2015 και 2016. Σήμερα βρισκόμαστε  εκεί που είμαστε στα τέλη του 2014.

Δεύτερον, την περίοδο των μνημονίων συνολικά κατέρρευσε το ΑΕΠ της χώρας με πρωτοφανή τρόπο υποχωρώντας κατά 25% από το 2008 και η ανεργία παραμένει υψηλή κοντά στο 20%.  Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι με προσόντα κυρίως εγκαταλείπουν τη χώρα μαζικά. Ο πληθυσμός συρρικνώνεται. Οι τράπεζες είναι φορτωμένες με τεράστια χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, κοντά στο 180% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν και άλλες ορατές ανοιχτές πληγές. Η Ελλάδα έχει μείνει με ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, πολύ υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, αδύναμα θεσμικά όργανα, πολλές μεταρρυθμιστικές εκκρεμότητες και δυσμενή δημογραφικά στοιχεία.  Η ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών υποφέρει από περικοπές και έλλειψη προσωπικού, κομματισμό και απαρχαιωμένες δομές. Υπάρχει διάχυτη απογοήτευση και αύξηση της φτώχειας.

Γενικά, η ελληνική οικονομία έχει θεραπεύσει λίγες μόνο από τις παλαιές παθογένειες όπως δείχνουν όλες οι διεθνείς συγκρίσεις. Π.χ. Το World Economic Forum, δείχνει μεταξύ άλλων ότι στην «αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα», κατέχουμε μεταξύ 137 χωρών, την περίοπτη 134η θέση! Χαρακτηριστικά πάλι, η  IMD  βρήκε ότι στην κατηγορία των δεικτών της «Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας», η Ελλάδα βρίσκεται κι εφέτος στην 61η θέση, σημειώνοντας την τρίτη χειρότερη επίδοση μεταξύ των 63 χωρών που συμμετέχουν στην έρευνα (όπως ακριβώς και πέρυσι).[3]

Όλα αυτά μας ανησυχούν για το μέλλον, καθώς δείχνουν ότι οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν συνολικά με τα τρία μνημόνια δεν είχαν αναπτυξιακό αντίκρισμα.  Στα οκτώ χρόνια που πέρασαν είδαμε επιδερμικές διορθώσεις που αφορούσαν κυρίως τους φόρους  και τις δαπάνες του κράτους και την αγορά εργασίας, αλλά ελάχιστες μεταρρυθμίσεις που θα ενθάρρυναν σοβαρές επενδύσεις και επομένως την αύξηση του ΑΕΠ και θα δημιουργούσαν νέες θέσεις εργασίας. Η πολιτική μας κυβέρνησε χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο και αντιπαθώντας κάθε μεταρρυθμιστική πρόταση. Μόνη της μέριμνα ήταν να εξασφαλίσει την επόμενη δόση των δανείων με επιδερμικές κινήσεις.

Στο μεταξύ, την ώρα που τέλειωσε το τρίτο Μνημόνιο μαζεύονται σύννεφα στον περίγυρό μας  που θα δυσκολέψουν την πορεία μας τα επόμενα χρόνια. Η χώρα είναι ευάλωτη σε εξωτερικές αναταραχές. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο τεράστιο χρέος της χώρας ύψους περίπου 340 δις ευρώ, αλλά και σε απελπιστικά λαθεμένες αποφάσεις της κυβέρνησης π.χ. να μη θωρακίσει τη χώρα μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Υπόσχεται επίσης επιστροφή στην πολιτική παροχών και όχι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί.[4]  Όλα αυτά, μαζί με άλλες προβληματικές επιλογές –  υπερφορολόγηση, κομματισμό, υπονόμευση του κράτους δικαίου κ.α. – ευνοούν την προσοδοθηρία, μαγνητίζουν καιροσκόπους και  λειτουργούν αντιαναπτυξιακά.

Γιατί όλα αυτά; Η απάντηση είναι απλή: Είναι ισχυρές οι αντιστάσεις κατά της μετάβασης από τον εσωστρεφή πελατειακό καπιταλισμό της μεταπολίτευσης σε μια  ανοιχτή οικονομία και κοινωνία που θωρακίζεται με  κατάλληλους θεσμούς. Αυτήν όμως τη μετάβαση υποδείκνυαν σε γενικές γραμμές τα μνημόνια παρόλες τις αναγνωρισμένες ατέλειές του στις λεπτομέρειες.

Ας το πούμε καθαρά: Χωρίς μια φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική πολιτική και μια κρίσιμη μάζα φιλελεύθερων κατά βάση μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξουν ριζικά τις σχέσεις κράτους και οικονομίας στην Ελλάδα δεν θα βγούμε από το τέλμα της χαμηλής ανάπτυξης και δεν θα αποφύγουμε μια νέα κρίση παρά τις πρόσφατη μετάθεση αποπληρωμής χρεών.

Αυτό θα είναι το στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης.

[1] Δανείζομαι τον όρο από το Alberto Alesina and Roberto Perroti  The political economy of budget constraints,  IMF Staff Papers Vol. 42, No 1 March 1995.

[2] Αργύρης Φατούρος «Πως κατασκευάζεται ένα επίσημο πλαίσιο διείσδυσης: Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα 1947-1948», στο Ι. Ιατρίδης (επιμέλεια) Η Ελλάδα στη δεκαετία 1040-1950. Ένα έθνος σε κρίση, εκδόσεις θεμέλιο , σελ. 419-460.

[3]   International Institute for Management Development  (IMD) World Competitiveness Yearbook, 2017. Βλ. επίσης τις εκθέσεις του OECD.  Βλ. επίσης επισκόπηση των  διαχρονικών υστερήσεων σε σειρά ολόκληρη τομέων πολιτικής στο Αριστείδης Χατζής,  «Εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις», στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους Κρίση, μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη, Πρακτικά Συνεδρίου 27-28 Μαρτίου 2017 στην αίθουσα γερουσίας της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017, σελ.59-87.

[4] Βλ. Βλ. Eurogroup Statement on Greece of 22 June 2018,  Annex. Περαιτέρω  λεπτομέρειες των ελέγχων που θα κληθούν να διασφαλίσουν ότι και μετά τις 20 Αυγούστου διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία θα συνεχιστούν περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν ¨συμπληρωματικό μνημόνιο» Βλ.  Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third review of the ESM programme, 18.1.2018.

Advertisements

Ο δύσβατος δρόμος της ανάπτυξης μετά τον εμφύλιο. Βιβλιοκριτική.

Books’ Journal  τ.87 , Μάιος 2018.

Ανδρέα Κακριδή Κυριάκος Βαρβαρέσος – Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, Τράπεζα της Ελλάδος, Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Αθήνα 2017.

Η μελέτη αυτή του Ανδρέα Κακριδή εκθέτει με σαφήνεια τα πολύπλοκα οικονομικά προβλήματα της εποχής  στην οποία έζησε ο Κυριάκος Βαρβαρέσος. Ο σ. αναδεικνύει πράγματα σχεδόν άγνωστα στο ευρύ κοινό (και σε εμένα). Η μελέτη του είναι εντυπωσιακά τεκμηριωμένη. Δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι οι εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν μέρος γενικότερων εξελίξεων. Άλλωστε αυτό δεν ισχύει μόνο για την οικονομία όπως φάνηκε καθαρά στον εμφύλιο.  Ο Ανδρέας Κακριδής αξιοποίησε  πολλά ελληνικά και ξένα αρχεία και άλλες πηγές. Τις πρωτογενείς πηγές συμπλήρωσαν δημοσιεύματα του τύπου, η σχετική με τα θέματα εκτεταμένη αρθρογραφία και συνεντεύξεις με στενούς συνεργάτες του βιογραφούμενου.

Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος ήταν γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας. Σπούδασε στη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρακολούθησε μεταπτυχιακά στο Μόναχο και το Βερολίνο όπου εξοικειώθηκε με τη γερμανική οικονομική σκέψη και ειδικά με την αντίδραση της λεγόμενης ιστορικής σχολής στη βρετανική οικονομική παράδοση. Όπως προκύπτει από τη  βιογραφία η επαφή εκείνη επηρέασε την οικονομική σκέψη του και ιδιαίτερα την τάση του να εξετάζει τις συγκεκριμένες συνθήκες όπου επρόκειτο να εφαρμοσθούν οικονομικές ιδέες σε κάθε χώρα.  Ανέλαβε νωρίς δημόσιες θέσεις: Διετέλεσε, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος,  καθηγητής , υπουργός οικονομικών μετά την πτώχευση του 1932, Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος  ως το 1946 και υπουργός. Είχε διεθνείς εμπειρίες και αναγνώριση. Αποκορύφωμα της πορείας του ήταν η εκλογή του στο πρώτο συμβούλιο της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου παρέμεινε ως το 1957. Ο Βαρβαρέσος ήταν ένα από τα παράθυρα της χώρας στον κόσμο. Ήδη κατά τούτο, ξέφευγε από τον επαρχιωτισμό της πολιτικής ζωής του τόπου, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, τον αντιμετώπιζε με καχυποψία.

Έχω σοβαρές επιφυλάξεις για βιογραφίες που συχνά είναι καθαρές αγιογραφίες και παρακάμπτουν τη δυναμική που αναπτύσσεται στην κοινωνία. Η βιογραφία του Κυριάκου Βαραβαρέσου που υπογράφει ο Α. Κακριδής αποτελεί μια λαμπρή εξαίρεση και ως εκ τούτου έχει όλα τα προσόντα για να άρω τις επιφυλάξεις μου. Το βιβλίο δεν σκιαγραφεί απλά τη σταδιοδρομία του Κυριάκου Βαρβαρέσου. Εμπλουτίζει τις γνώσεις μας και διεισδύει στο θεσμικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιήθηκε ο Βαρβαρέσος. Ο Ανδρέας Κακριδής αναδεικνύει όχι μόνο τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής αλλά και τις διαφορετικές οπτικές των μελών της πολιτικής ή οικονομικής ελίτ, τις ιδέες που υιοθετούσαν και τις αντιπαλότητές τους.  Έτσι αναβαθμίζεται ο ρόλος και οι περιορισμοί του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Και δίνεται μια ευρύτερη εικόνα εντός του οποίου κινήθηκε (και τελικά απογοητεύθηκε) ο Βαρβαρέσος. Ο σ. βλέπει τη βιογραφία, όπως υποδηλώνει και ο υπότιτλος ως εργαλείο στην υπηρεσία της οικονομικής ιστορίας του τόπου.

Η βιογραφία  όπως την εννοεί ο Ανδρέας Κακριδής δεν είναι λοιπόν το κατά κανόνα εξιδανικευμένο χρονικό ενός προσώπου, μια αγιογραφία, αλλά ευκαιρία να ξετυλιχθεί μια ολόκληρη εποχή.[1] Όπως γράφει προγραμματικά «ανοίγει ένα παράθυρο στις αγωνίες, τις επιτυχίες και τις απογοητεύσεις τεσσάρων δεκαετιών ελληνικής οικονομικής ιστορίας… Φωτίζει μια σειρά από κρίσιμα ζητήματά της». Παραπέμπει σε διαχρονικά  προβλήματα πολιτικής που είναι και σήμερα επίκαιρα π.χ. πως θα συμβιβασθεί η σταθεροποίηση με την ανάπτυξη, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους και της αγοράς στην αναπτυξιακή διαδικασία και πόσο η τελευταία συνυφαίνεται με την διανεμητική δικαιοσύνη!  Η ιστορία επαναλαμβάνεται τηρουμένων των αναλογιών: Σήμερα συζητούμε αν και πως θα συνεχισθεί η σταθεροποίηση μετά το 2018 και πως θα επιστρέψει η χώρα σε στιβαρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Τεχνοκράτης απέναντι σε πολιτικούς.

Το βιβλίο του Ανδρέα Κακριδή δεν παραλείπει να περιγράψει τον καμβά των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα με τις συνήθεις ευκαιριακές συμμαχίες, διασπάσεις, προσωπικές αντιπαλότητες  και .… μετονομασίες κομμάτων μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Τη ρευστότητα ευνοούσε η απλή αναλογική. Ουσιαστικά καταλαβαίνει κανείς γιατί τελικά ο Βαραβαρέσος επέλεξε να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1949 και να μείνει στις ΗΠΑ ως ειδικός οικονομικός σύμβουλος της Παγκόσμιας Τράπεζας αντί να αναλάβει το υπουργείο οικονομικών που του πρόσφερε η κυβέρνηση Πλαστήρα σε εκείνο το ρευστό πολιτικό κλίμα. Αλλά δεν έκοψε τους δεσμούς με τη χώρα. Δέχθηκε το 1951 μετά από πρόσκληση του Ν. Πλαστήρα, να μελετήσει την κατάσταση και να προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν η πασίγνωστη  Έκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος.[2] Η Έκθεση ερμηνεύθηκε διαφορετικά ανάλογα με τις ιδεολογικές προτιμήσεις και τους ορισμούς συμφερόντων όσων συμμετείχαν στη σχετική συζήτηση.

Όπως τεκμηριώνει πειστικά ο Ανδρέας Κακριδής, ο Βαρβαρέσος εκτιμούσε ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα οι ηγεσίες θεωρούσαν συχνά την εξωτερική βοήθεια και τον δανεισμό ως μέσο για να παρακάμψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Εξετάζοντας την κατάσταση στην Ελλάδα σε διάφορες ευκαιρίες ανέδειχνε κυρίως αυτά. Αναπόφευκτα, μεγάλωναν οι διαφορές του από την πολιτική και οικονομική ηγεσία του τόπου. Π.χ. τον Σεπτέμβριο 1947 για κάποιες προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς τον ΟΕΟΣ όπου συντονίζονταν οι ενέργειες των μελών του για την αξιοποίηση της οικονομικής βοήθειας έγραφε ότι σε αυτές «περιλαμβάνεται πάσα χονδροειδής υπερβολή και πάσα ανακρίβεια, η επιστήμη κακοποιείται κατά πρωτοφανή τρόπον, η φρασεολογία μοιάζει με κουβεντολόι».[3] Είμαι βέβαιος ότι τα ίδια θα έγραφε δεκαετίες αργότερα για το «υπόμνημα για τις σχέσεις Ελλάδας και ΕΚ» της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου το 1982 μόλις λίγους μήνες μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΚ, με το οποίο ζητούσε πρόσθετη βοήθεια χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση ή για το «πενταετές πρόγραμμα 1983-87» που φυσικά πήγε στο αρχείο μετά το τηλεοπτικό πανηγύρι της παρουσίασής του (το πρόγραμμα αγνοούσε ότι η Ελλάδα ήταν μέλος της ΕΚ!) ή για τα σχέδια παράλληλου νομίσματος το 2015.

Βαθμιαία, ο Βαρβαρέσος αποστασιοποιείται από την ελληνική πολιτική σκηνή και μέρος της οικονομικής ελίτ. Ήδη το 1946 έστειλε στον αμερικανό υπουργό εξωτερικών Dean Acheson ανεπίσημα, ουσιαστικά καθ΄ υπέρβαση των καθηκόντων του,  υπόμνημα για την ελληνική οικονομική κατάσταση που περιέχει δριμύτατη κριτική  μεταξύ άλλων της τότε πολιτικής ηγεσίας του τόπου. Έγραφε στη συνοδευτική του επιστολή «παρότι επί περισσότερα από τριάντα χρόνια συμμετείχα στη διαχείριση των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας και την άσκηση οικονομικής πολιτικής, σήμερα δεν έχω καμία σχέση με τους επίσημους ελληνικούς κύκλους  στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, ούτε με τα επίσημα σχέδια και την πολιτική της χώρας…»[4]

Το υπόμνημα εκείνο υποστηρίζει την παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα υπό την προϋπόθεση όμως «ορθής οικονομικής πολιτικής» και ασκεί δριμύτατη κριτική στην τότε πολιτική ηγεσία του τόπου και στη βρετανική πολιτική. Δεν αμφιβάλλει ότι τη χώρα κυβερνούσαν πολιτικοί (τότε η «Δεξιά») που έβλεπαν την εξουσία ως μέσο εξυπηρέτησης και συντήρησης  των πολιτικών τους φίλων» και «είχαν την υποστήριξη από μια ισχυρή ομάδα βιομηχάνων, εμπόρων και τραπεζιτών που επεδίωκαν, μέσω της πολιτικής τους επιρροής, να διατηρήσουν τον έλεγχο σημαντικών κλάδων της εθνικής οικονομίας.»[5] Κατά προέκταση, αυτές οι ομάδες δεν ενδιαφέρονταν για καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων, ούτε να συνεισφέρουν στην ανασυγκρότηση. Εναπέθεταν τις ελπίδες για διατήρηση του status quo στην άφθονη ξένη βοήθεια.

Ωστόσο, η «αυταπάτη» για αιώνια ξένη επιδότηση θα αρχίσει να χάνει έδαφος με τις κυβερνήσεις Πλαστήρα (και των αμερικανών!). Ο ίδιος ανέθεσε στον  Βαρβαρέσο τη μελέτη που αναφέραμε. Ο Γ. Καρτάλης στο μεταξύ προσπάθησε να συμμαζέψει τη δημόσια οικονομία, προετοιμάζοντας εν τέλει το έδαφος για το μεγάλο άλμα στην οικονομική πολιτική του Σπύρου Μαρκεζίνη μετά από τις εκλογές του 1952 που έγιναν με πλειοψηφικό και έδωσαν σε ένα κόμμα (τον Ε.Σ) συντριπτική πλειοψηφία στη Βουλή. Τότε δρομολογήθηκαν θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν σε αυτό που πολλοί ονόμασαν «πρώτο εκσυγχρονισμό» και, σε πιο απτούς όρους,  στο οικονομικό θαύμα και τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.[6]

Η Έκθεση του 1952: Όχι σε μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τελειώνουμε με ειδικότερη αναφορά στην προαναφερθείσα ΄Εκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος του Κυριάκου Βαρβαρέσου. Χαρακτηριστικά για τη μεθοδολογία του Ανδρέα Κακριδή, η παρουσίαση αρχίσει με μια αναφορά στα πολύπλοκα από τη φύση τους και αλληλένδετα προβλήματα της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, αμέσως δηλαδή μετά τον καταστροφικό εμφύλιο.  Το πρώτο ήταν η βραχυχρόνια  σταθεροποίηση για την εξάλειψη των τεράστιων ανισορροπιών στον κρατικό προϋπολογισμό και στο εμπορικό ισοζύγιο. Στο πλαίσιο αυτό έπρεπε να επανεξετασθούν πάσης φύσης παρεμβάσεις στην αγορά (διανομές τροφίμων με δελτίο, επιδοτήσεις κλπ.) που αντιμετώπιζαν συμπτώματα μάλλον παρά βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων. Το δεύτερο ήταν η δρομολόγηση της ανάπτυξης με το κατάλληλο μείγμα πολιτικής και κυρίως με κάθε πρόσφορο μέτρο για την εκβιομηχάνιση.

Ο Κυριάκος  Βαρβαρέσος προειδοποιούσε για την ανεδαφικότητα  μεγαλεπήβολων  όπως υποστήριζε σχεδίων για την εκβιομηχάνιση που εν τέλει ήταν επηρεασμένα από τη σοβιετική εμπειρία (μέχρι τότε). Τόνιζε μεταξύ άλλων ότι τέτοια μεγαλεπήβολα βιομηχανικά σχέδια θα οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων ενώ δεν θα έλυναν τα αμεσότερα προβλήματα απασχόλησης (καθώς θα ήταν επενδύσεις έντασης κεφαλαίου) και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.  Εκτιμούσε ότι χρειαζόταν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση με άξονες  τις βασικές υποδομές και την ενθάρρυνση της ελαφράς βιομηχανίας και έμφαση στην παραγωγή ειδών ευρείας κατανάλωσης.

Οι απόψεις αυτές είχαν την οικονομική λογική τους, αλλά αντιμετωπίσθηκαν τότε εχθρικά πανταχόθεν – αριστερά, κεντρώα  και δεξιά. Οι συντεχνίες αντέδρασαν. Η περιγραφή των αντιδράσεων εκείνων από τον Ανδρέα Κακριδή  μας υπενθυμίζει τις χρόνιες παθολογίες της ελληνικής πολιτικής.

Βέβαια, σε πολλά ζητήματα ο Κυριάκος Βαρβαρέσος δεν είχε δίκιο, σε άλλα όμως είχε, ιδίως όταν επιχειρούσε να περάσει την οικονομική λογική σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Φαίνεται ότι δεν έβλεπε δυνατή την κατάργηση του τότε ισχύοντος κρατικού παρεμβατισμού στις αγορές (π.χ. ελέγχους των τιμών) και υποτίμησε τις δυνατότητες εκβιομηχάνισης της χώρας. Τη δεκαετία μετά τις συζητήσεις εκείνες η χώρα άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα, η παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών πλησίασε την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, το ξένο παραγωγικό κεφάλαιο έπαιξε ρόλο στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και άρχισε να ανθίζει η μεταποίηση. Το 1963/64 η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε την αγροτική. Η δυναμική εκείνη θα συνεχισθεί παρά τις πολιτικές αναταράξεις  ως τα τέλη της δεκαετίας του 70.

Στο μεταξύ ο Κυριάκος Βαρβαρέσος είχε βρεθεί σε «εκούσιο εκπατρισμό» στις ΗΠΑ.

[1] Βλ. εισαγωγή στο Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία,  έκδοση της ΤτΕ, Αθήνα 2017.

[2] Βλ. Κυριάκος Βαρβαρέσος  Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα 2002 (πρόκειται για ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1952).

[3] Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ. 462.

[4]  Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ. 418.

[5] Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ.  σελ. 420.

[6] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Πάνος Καζάκος  Ανάμεσα σε κράτος και αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα 1944-2000,  εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2001, κεφάλαιο 2 (η μεταβατική περίοδος) και κεφάλαιο 3 ( από την ανασυγκρότηση στην ανάπτυξη).

Μύθοι και λάθη στον δρόμο της ΕΕ, βιβλιοκριτική.

Εφημερίδα τα ΝΕΑ, 28-29 Απριλίου 2018

Το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Ιωακειμίδη Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ενωση. Τρία λάθη και πέντε μύθοι
Μια νέα ερμηνεία για την κρίση της Ελλάδας στην ΕΕ
. Εκδ. Θεμέλιο, 2018 – απαντά σε ερωτήματα που θα έπρεπε να συζητούνται στον πολιτικό διάλογο. Η οπτική είναι προφανώς επηρεασμένη από την  ενεργό συμμετοχή του σε πολιτικές διεργασίες άλλοτε και σήμερα και από τη μακρά θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών. Συντάσσεται με αυτό που θα ονόμαζα εκσυγχρονιστική φλέβα της δημόσιας πολιτικής. Κατά προέκταση, επικρίνει διάχυτες αντιλήψεις για την Ευρώπη, τη θέση της Ελλάδας σε αυτή και τις δυσκολίες προσαρμογής της χώρας  στο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο της ΕΕ.  Ο υπότιτλος είναι πρόγραμμα: τρία λάθη και πέντε μύθοι.

Μύθοι είναι κατά την εκτίμησή του μεταξύ άλλων ότι η ΕΕ αποτελεί ένα νεοφιλελεύθερο μόρφωμα, ότι δεν είναι αλληλέγγυα με την Ελλάδα, ότι η ΕΕ «δεν είναι αυτή που θέλουμε» – όλοι σε διάφορες παραλλαγές καλλιεργήθηκαν κυρίως από την Αριστερά στην Ελλάδα. Στους μύθους προσθέτει και «λάθη» όπως ονομάζει προσλήψεις – αντιλήψεις για τη χώρα π.χ. ότι είναι «εξ ορισμού» ευρωπαϊκή, ή ότι ως ειδική περίπτωση πρέπει να τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης στην ΕΕ.

Το ερώτημα

Είναι φυσικά αδύνατο να αποδώσουμε πλήρως τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο βιβλίο. Θα σταθώ όμως σε δύο από αυτά. Το πρώτο: Η ΕΕ δεν είναι καθαρά νεοφιλελεύθερη. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η Ενωση δεν αποτελεί απλά ένα σύστημα απορρύθμισης αλλά και ρύθμισης καθώς ολοένα και περισσότερο οι Συνθήκες περιέλαβαν διατάξεις που αφορούν μεταξύ άλλων στην προστασία του περιβάλλοντος, των καταναλωτών, των υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, ενώ ενδυνάμωσαν τον ρόλο των διαρθρωτικών ταμείων για την ανάπτυξη των περιφερειών που βραδυπορούν ενώ υιοθέτησε σειρά εργαλείων προς αποτροπή νέων κρίσεων! Εντούτοις θεωρώ ότι μένει ανοιχτό το ερώτημα αν τελικά μεγαλύτερο βάρος και επιπτώσεις είχε το πρόγραμμα ανοίγματος των αγορών, δηλαδή η εσωτερική αγορά, και αν παρά τις τροποποιήσεις των Συνθηκών στη συνέχεια οι διαδικασίες της (π.χ. η ομοφωνία σε θέματα φορολογίας) δυσκολεύουν την ανάληψη θετικών πρωτοβουλιών πολιτικής.

Οι διευκρινίσεις

Ο Ιωακειμίδης βέβαια δεν αφήνει αμφιβολίες για τις δικές του πολιτικές προτιμήσεις – τη σοσιαλδημοκρατία – όμως έχω την εντύπωση ότι εδώ απαιτούνται πολλές διευκρινίσεις. Και τούτο διότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι ένα αμετάβλητο πρότυπο πολιτικής. Αντίθετα εξελίσσεται υιοθετώντας φιλελεύθερες αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική εγκαταλείποντας έτσι παραδοσιακές  σοσιαλδημοκρατικές θέσεις. Κατά βάθος, δύσκολα διακρίνεται από αντιλήψεις για κοινωνικό φιλελευθερισμό. Θέλω να πω ότι η σημερινή σοσιαλδημοκρατία κινείται σε ένα μεσαίο χώρο όπου γίνονται δυνατές συγκλίσεις σε επίπεδο πολιτικής με άλλες δυνάμεις που επίσης συγκλίνουν προς τον ίδιο χώρο όπως η χριστιανοδημοκρατία. Στην Ελλάδα  προς τον μεσαίο χώρο κινούνται τμήματα της ΝΔ γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τo Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη (της Αννας Διαμαντοπούλου), τμήματα του Κινήματος Αλλαγής κ.ά.

Κατά τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη, τον μύθο του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη συμπληρώνει ο μύθος της μη αλληλέγγυας Ευρώπης, τον οποίο επίσης απορρίπτει παραπέμποντας κυρίως  στις χρηματικές ροές από τον προϋπολογισμό της Ενωσης  προς την Ελλάδα, που είναι μια από τις τρεις πιο ωφελημένες χώρες της ΕΕ. Συνολικά επισημαίνει η Ελλάδα θα έχει εισπράξει ώς το 2020 περίπου 200 δισ. ευρώ. Γεγονός είναι ότι ειδικά την περίοδο της κρίσης τα διαρθρωτικά ταμεία και άλλοι μηχανισμοί της ΕΕ επέτρεψαν στις κυβερνήσεις μας να χρηματοδοτήσουν υποδομές, να αντιμετωπίσουν το Μεταναστευτικό και να στηρίξουν το κοινωνικό κράτος. Αλληλεγγύη υπήρξε επιπλέον με τις διακρατικές εντέλει δανειακές συμβάσεις και για την αποφυγή μιας άτακτης και χαοτικής χρεοκοπίας το 2010, το 2012 και το 2015! Οι τρεις συμβάσεις προέβλεπαν δάνεια πέρα από κάθε προηγούμενο στον κόσμο!

Η απάντηση

Πώς εξηγείται τότε ο μύθος αυτός, ότι η ΕΕ δεν ήταν αλληλέγγυα προς την Ελλάδα; Η απάντηση συνοπτικά: Απλά θέλαμε περισσότερα και δεν θέλαμε να αλλάξουμε! Ισως οι αντιλήψεις για αλληλεγγύη είναι εδώ επηρεασμένες από ιδιότυπες θεωρήσεις -προσλήψεις για τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό σύστημα: Μας χρωστούν μάλλον παρά τους χρωστάμε ή, όπως το διατυπώνει ο Ιωακειμίδης, οι δικές μας θεωρήσεις για αλληλεγγύη επηρεάσθηκαν από «τη λανθάνουσα αντίληψη ότι η Ελλάδα δεν έχει υποχρεώσεις και δεν χρειάζεται να κάνει τις αναγκαίες προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις για την ομαλή συμμετοχή της στην Ενωση».

Κατά προέκταση, αγνοήσαμε τάσεις που συνέδεαν τη βοήθεια με τις εσωτερικές προσαρμογές. Αλλά αυτό ακριβώς υπέδειξαν στο τέλος επιτακτικά  τα Μνημόνια (ανεξάρτητα από διάφορες τεχνοκρατικού τύπου επιφυλάξεις).

Η πορεία της χώρας στην ΕΕ έγινε δύσκολη καθώς διάφορες μεταρρυθμιστικές απόπειρες δεν τελεσφόρησαν τελικά. Το αποτέλεσμα ήταν να εμφανίζονται μεγάλες  διαρθρωτικές υστερήσεις της χώρας. Ο Ιωακειμίδης υπενθυμίζει σχετικά σειρά ολόκληρη διεθνών δεικτών –  ελευθερίας, ανταγωνιστικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, απονομής δικαιοσύνης, διαφθοράς, διοικητικής αναποτελεσματικότητας. Πράγματι, όλοι οι δείκτες που αναφέρει και πολλοί άλλοι στηρίζουν εντέλει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν  στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στην αύξηση της απασχόλησης.

Ατέλειες και ελλείμματα

Μια κρίση στην ουσία πολιτισμική

Ο συγγραφέας προσφέρει ακόμα μια κατανοητή εξήγηση του δύσβατου δρόμου της χώρας εντός της Ενωσης. Βασική του θέση είναι ότι οι αιτίες των δυσκολιών πρέπει να αναζητηθούν στο πολιτισμικό υπόστρωμα της χώρας και στις ποικίλες εκφάνσεις του. «Η κρίση», γράφει, «είναι πολιτισμική» και μόνο στην επιφάνεια δίκην κορυφής παγόβουνου εμφανίζεται ως δημοσιονομική. Σε άλλες ευκαιρίες έχω επίσης υποστηρίξει ότι καθαρά οικονομικές προσεγγίσεις δεν εξηγούν καλά ούτε την κρίση ούτε τις δυσκολίες υπέρβασής της, καθώς παραβλέπουν εντέλει τον ρόλο των θεσμών διακυβέρνησης, των αξιών και άτυπων κανόνων της κοινωνίας μας (βλέπε πελατειακού τύπου συναλλαγές). Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης δεν αμφιβάλλει ότι αυτή είναι η «Ευρώπη που θέλουμε», αλλά, προσθέτει, πρέπει να συνεχισθούν οι προσπάθειες για υπέρβαση των ατελειών και ελλειμμάτων που τη χαρακτηρίζουν. Το βιβλίο είναι ένα πρώτο ισχυρό αντίδοτο στις ψευδαισθήσεις της αντιμνημονιακής και αντιευρωπαϊκής εντέλει ρητορικής.

Η «καθαρή έξοδος από το μνημόνιο» ως λαϊκιστική υπόσχεση.

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal,  τ.  85, Ιούνιος  2018.

Η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του (τρίτου) μνημονίου που λήγει τον Αύγουστο του 2018 σύροντας αρκετές εκκρεμότητες. [1] Υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες για την τελική έκβαση των τρεχουσών διεργασιών.  Όμως, καθώς τώρα  έχουμε το ορόσημο του Αυγούστου 2018, ευλόγως συζητούμε, τι θα συμβεί μετά από αυτό.

Ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης, όπως είχε αρχικά διατυπωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό ήταν να πετύχει «καθαρή έξοδο στις αγορές». Αυτό σήμαινε ή υπονοούσε ότι τότε η κυβέρνηση

  • θα απαλλαγεί από κάθε εποπτεία ή επιτήρηση
  • θα δανείζεται από τις αγορές χωρίς όρους (=μνημόνια) και, συναφώς,
  • θα μπορέσει να ασκήσει οικονομική πολιτική εν πολλοίς αντίθετη προς όσα επέβαλε το μνημόνιο και, ενδεχομένως, να άρει μέτρα και μεταρρυθμίσεις των χρόνων της κρίσης – συνοπτικά, να δώσει τέλος στη «λιτότητα» και στις αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις της τρόικας.

Η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει το τέλος της επιτήρησης.

Βέβαια, με το τέλος του μνημονίου λήγει και η θητεία της τρόικας, δηλαδή της εποπτείας  από ΕΕ/ΕΜΣ, ΔΝΤ και ΕΚΤ όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, με τα προαπαιτούμενα για κάθε εκταμίευση δόσης και τριμηνιαίες αξιολογήσεις της  προόδου σε δημοσιονομικά και μεταρρυθμίσεις. Ήταν αναμφίβολα μια ταπεινωτική διαδικασία που δεν συγκάλυπτε ο πέπλος της «σκληρής» διαπραγμάτευσης ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι εξέταζε εξονυχιστικά τα γρανάζια της εξουσίας ερεθίζοντας τα αμυντικά ανακλαστικά σε πολιτική, διοίκηση και οργανώσεις συμφερόντων.

Αλλά πόση πραγματική ελευθερία κινήσεων ανακτά η κυβέρνηση μετά το 2018; Εκτιμώ ότι στις σχετικές αρχικές προσδοκίες αντικατοπτρίζονταν αντιλήψεις για την εθνική κυριαρχία που ουδεμία σχέση έχουν με τα σημερινά δεδομένα στην Ευρώπη και στον κόσμο και, ειδικότερα, παραβλέπουν ότι η ΕΕ εξελίχθηκε σε ένα  «μεταμοντέρνο» μόρφωμα».[2] Τα κράτη έχουν στην πράξη επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της εθνικής κυριαρχίας υπακούοντας σε από κοινού συμφωνημένους κανόνες. Η EE επιτρέπει να αναλαμβάνονται αξιόπιστες δεσμεύσεις από αυτοπεριοριζόμενα εθνικά κράτη και να λειτουργούν θεσμοί όπως η «ανοιχτή μέθοδος συντονισμού», η στενή «αμοιβαία εποπτεία» στη δημοσιονομική πολιτική και η ΕΚΤ χωρίς να ενεργοποιούνται υπέρμετρα εθνικά ανακλαστικά.  Ίσως για τον λόγο αυτό η ΕΕ είναι ξένη σε όσους έχουν γαλουχηθεί με αντιλήψεις περί εθνικής κυριαρχίας άλλων εποχών!

Αυτά σε ένα, ας πούμε. φιλοσοφικό επίπεδο. Όμως μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:

Στην ΕΕ προβλέπονται  παρακολούθηση των εξελίξεων μετά τα μνημόνια (post-programme monitoring) αλλά και ενισχυμένη εποπτεία όσο καιρό ο λόγος χρέους υπερβαίνει το 75% (σήμερα είναι περίπου 330%!).[3] Με τα σημερινά δεδομένα αυτό δεν πρόκειται να επιτευχθεί πριν από το 2060!

Επίσης, ακόμα και υπό ομαλές συνθήκες ισχύουν για όλους οι κανόνες της νέας οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και ΕΖ[4] – δημοσιονομικό σύμφωνο, ευρωπαϊκό εξάμηνο, όροι για την εκταμίευση πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία (π.χ. επίτευξη συμφωνημένων μεσοπρόθεσμων στόχων) και, φυσικά, οι κανόνες ανταγωνισμού της εσωτερικής αγοράς που διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλει να παρεμβαίνει το κράτος στην οικονομία και να λειτουργούν οι επιχειρήσεις.[5] Αυτό μεταξύ άλλων θέτει όρια στη διασπορά  επιχορηγήσεων σε κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ελέγχονται μέσω της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Το πλέγμα θεσμών και κανόνων οριοθετεί το πεδίο άσκησης εθνικής πολιτικής. Δεν το καταργεί βεβαίως. Η «καθαρή έξοδος» κατά τον βαθμό που γίνεται αντιληπτή ως ολική απαλλαγή από κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή εποπτεία είναι αδύνατη όσο η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης με τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τους κανόνες διακυβέρνησής της.

Επιπλέον,  την εποπτεία της όντως δυσλειτουργικής διακρατικής τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ/ΕΜΣ, ΔΝΤ) θα αντικαταστήσει ένα πολυπλοκότερο και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμο σύστημα εποπτείας- κατ’ αρχάς από τις ίδιες τις αγορές και συμπληρωματικά από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ! Οι αγορές θα παρακολουθούν και αξιολογούν ευθέως την πολιτική της και θα επηρεάζουν τους όρους τυχόν νέων δανείων στην Ελλάδα. Θα είναι μια νέα κατάσταση χωρίς δυνατότητες άμεσης  «πολιτικής διαπραγμάτευσης» σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα. Η «καθαρή έξοδος» υποτιμά την εποπτεία που ασκούν οι αγορές σε μοναχικούς καβαλάρηδες.  Για τον λόγο αυτό μπορεί η έξοδος στις αγορές να αφαιρέσει μάλλον παρά να προσθέσει βαθμούς ελευθερίας από την ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή να συμβεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό που η ίδια προσδοκά!

Εκτός τούτου: Τι ακριβώς έχουν κατά νου ως ουσιαστική πολιτική όσοι δέονται υπέρ της νέας αυτονομίας;

Η ενεργοποίηση της λαϊκιστικής υπόσχεσης.[6]

Οι επίσημες δηλώσεις είναι ως προς αυτό στην καλύτερη περίπτωση διφορούμενες και υπαινικτικές. Υποκρύπτουν ένα είδος ασαφούς ιδεολογικής νοσταλγίας για μια εποχή που μπορούσαν να υπόσχονται τα πάντα στους πάντες, να παραβλέπουν υπεροπτικά «τεχνοκρατικούς» περιορισμούς και να αντιδρούν σε κάθε απόπειρα εκλογίκευσης του συστήματος.[7]

Όπως δήλωνε ο Ε. Τσακαλώτος στη Βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου τον Ιανουάριο 2018 : «Έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει η ισορροπία  στο τι κάνουμε γιατί είμαστε υποχρεωμένοι  και το τι κάνουμε για τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας». Η λογική ερμηνεία: Αυτό που κάνουν γιατί είναι υποχρεωμένοι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας! Άλλοι το διατυπώνουν άκομψα: Δεν συμφωνούμε αλλά τι να κάνουμε; Υπομονή ως τον Αύγουστο.

Βέβαια, ουδέν μεμπτό θα υπήρχε αν η «αλλαγή ισορροπίας» ή το ταξικό πρόσημο ήταν απλώς κωδικοί για μια διαφανή και οικονομικά αιτιολογημένη αναδιανομή εισοδημάτων,  πολιτική που προστατεύει πραγματικά φτωχούς και άνεργους, στηρίζει «περιεκτικούς» (inclusive) θεσμούς κλπ.  Αλλά δεν είναι μόνον ούτε κυρίως  αυτό που εξέπεμψαν αρχικά με το σύνθημα της «καθαρής εξόδου».

Δεν αμφιβάλλω λοιπόν ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Γιώργος Χουλιαράκης και μερικοί ακόμα ρεαλιστές γνωρίζουν πλέον τι δεν θα μπορούν να κάνουν μετά το 2018 και έχουν στο γραφείο τους τις σχετικές «τεχνοκρατικές» πληροφορίες. Με  πιο πρόσφατες δηλώσεις τους οριοθετούν τις δυνατότητες.[8] Άλλωστε, έχουν δεσμεύσει τη  χώρα να συνεχίσει την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δημιουργώντας πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ως το 2021 και, για να πετύχει τον στόχο αυτό, να  εφαρμόσει μέτρα  περικοπής των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού το 2019 και τη μείωση του αφορολόγητου το 2020.[9] Τέλος, οι τράπεζες έχουν δεσμευθεί έναντι του ευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού (SSM) για 40.000 πλειστηριασμούς  κατοικιών κάθε χρόνο την τριετία 2019-2021.[10]

Αυτά συγκροτούν ήδη από μόνα τους τον σκληρό σκελετό ενός προγράμματος μετά το τρέχον πρόγραμμα. Θα εμπλουτισθεί κατά πάσα πιθανότητα με περαιτέρω στοιχεία τους επόμενους μήνες καθώς η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να ετοιμάσει, σε συνεργασία φυσικά με την Επιτροπή,  μια «φιλόδοξη και ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική» πριν από το τέλος του τρέχοντος προγράμματος.[11] Αυτή η στρατηγική (= νέο πρόγραμμα μαζί με όσα προαναφέρθηκαν) θα περιλαμβάνει φυσικά και κυρίως μεταρρυθμίσεις – όσες δεν θα ολοκληρωθούν ως τον Αύγουστο και όσες δεν έγιναν ως τώρα.

Γιατί λοιπόν, αφού ξέρουν, εφαρμόζουν έστω δυσανασχετώντας το τρίτο μνημόνιο και ουσιαστικά έχουν δεχθεί τον σκληρό σκελετό ενός τέταρτου για την τριετία 2019- 2021 εξέπεμψαν το μήνυμα της «καθαρής εξόδου» αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά θα επιλέξουν μια εναλλακτική πολιτική; Η απάντηση είναι ότι με την «καθαρή έξοδο» επιχείρησαν να κλείσουν ένα διπλό χάσμα που χωρίζει την πολιτική οικονομικής προσαρμογής σε όρους μνημονίου, πρώτον, από τη λαϊκιστική υπόσχεση του παρελθόντος όπως είχε αποτυπωθεί στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης το 2014 και ανανεώθηκε με το δημοψήφισμα του 2015 και, δεύτερον,  από  τις προσδοκίες και ιδεολογικές προτιμήσεις μεγάλου τμήματος του στελεχιακού πυρήνα και της κοινωνικής βάσης. Το σύνθημα της «καθαρής εξόδου» με όσα κυρίως υπονοεί αποτέλεσε παραχώρηση στο αγροίκο αντιμνημονιακό πνεύμα που οι ίδιοι εξέθρεψαν και απειλεί να απεγκλωβίσει πλήρως το τζίνι του λαϊκισμού.

Από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018;

Με βάση τις ως τώρα εμπειρίες από τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και εκδηλώσεις δυσανεξίας κατά την ψήφιση μνημονιακών μέτρων, μπορούμε να εκμαιεύσουμε και περιγράψουμε πιο συγκεκριμένα τις προσδοκίες της κομματικής βάσης (και μερικών ηγετικών στελεχών), συνδικαλιστικών στελεχών με τους δικούς τους ορισμούς συμφερόντων, αυτοδιοικητικών παραγόντων, ιδεολόγων της ανυπακοής σε κάθε μέτρο εκλογίκευσης, πανεπιστημιακών με κομματικές περγαμηνές κ.α. Αυτές οι προσδοκίες βρίσκονται εκτός του πλαισίου που διαπραγματεύεται σήμερα ο οικονομικός πόλος της κυβέρνησης.[12]

Όσοι  λοιπόν υιοθετούν την προοπτική της «καθαρής εξόδου» ελπίζοντας ότι έτσι θα ασκηθεί πολιτική με πλήρη αυτονομία ελπίζουν ή υπονοούν ποικιλοτρόπως, ότι θα μπορούν, αναστρέφοντας όσα ψήφισαν μέχρι σήμερα, να χορηγούν πάσης φύσης επιδόματα με λιγότερους εξωτερικούς περιορισμούς και αυθαίρετα κριτήρια, να αποδυναμώσουν ανεξάρτητες αρχές (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος και της δικαιοσύνης) μεταξύ άλλων με την τοποθέτηση ημετέρων όπως συνέβη στην ΕΕΤΤ, [13] να ιδρύουν νέους κρατικούς «φορείς» χωρίς εξωτερικές οχλήσεις, να αποτρέπουν ιδιωτικοποιήσεις, να επιχορηγούν ελλειμματικές κρατικές επιχειρήσεις.

Η «καθαρή έξοδος» θα τους επιτρέψει, φαντάζονται, να εξουδετερώσουν με νομοθετικά τεχνάσματα τη μακροχρόνια δέσμευση της δημόσιας περιουσίας στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, να ελέγξουν την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στις ιδιωτικές υπηρεσίες (βλ. taxi beat) και γενικά να εισάγουν κανονιστικές ρυθμίσεις προς όφελος ευνοούμενων ομάδων, να αναστείλουν πλειστηριασμούς για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, να αποκαταστήσουν τον κομματικό-πολιτικό έλεγχο των φορολογικών μηχανισμών πράγμα που έκαναν ήδη με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο, ιδρύοντας νέο φορολογικό σώμα  υπό τον έλεγχο του υπουργού οικονομίας. [14] Έτσι ανατρέπουν εν μέρει αυτό  ακριβώς που επέβαλαν τυπικά και παρά τις αντιστάσεις τα μνημόνια, δηλαδή την απομάκρυνση της «πολιτικής» από τον φορολογικό μηχανισμό.

Μπορούμε να διευρύνουμε και άλλο τον κατάλογο με βάση πάντοτε δικές τους δηλώσεις αλλά και του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων που αυτές αποκαλύπτουν: Υπαινίσσονται ή προαναγγέλλουν ρητά και απροϋπόθετα αύξηση των συντάξεων (αργότερα, γιατί προς το παρόν τις περικόπτουν) και επαναφορά των εργασιακών σχέσεων στο πρότερο καθεστώς (κλαδικές συμβάσεις κλπ) ενώ κωλυσιεργούν ήδη σε ζητήματα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το συνονθύλευμα σκόρπιων, υπονοούμενων ή μη και ανεπεξέργαστων  στοιχείων που υποκρύπτει ο όρος «καθαρή έξοδος», δεν είναι ρεαλιστικό ούτε εντός του θεσμικού συστήματος της Ευρώπης, ούτε εκτός.  Υπόσχεται  επιστροφή στην εύκολη ευημερία με δάνεια, παροχές και λοιπές κομματικές εύνοιες  της περιόδου πριν από την κρίση με τους όρους του πελατειακού κρατισμού, αγνοώντας ότι ουδείς θα το χρηματοδοτεί και η παραγωγική οικονομία δεν το αντέχει. Δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος, ούτε της τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε είναι προϊόν μάθησης από την ιστορική μας εμπειρία. Το σπουδαιότερο ίσως: Δεν λύνει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.  Αντίθετα καλλιεργεί προσδοκίες για την παλινόρθωση θεσμών και πολιτικών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Ωστόσο, δεν λείπουν ρεαλιστικές φωνές. Ξεχωρίζουμε τον αν. υπουργό οικονομίας Γ. Χουλιαράκη. Κατά τη γνώμη  του  μετά το τέλος του μνημονίου είναι ορατός ο κίνδυνος «να ξανακυλήσουμε στις παλιές μας συνήθειες» και «ενός νέου δημοσιονομικού παραστρατήματος, ιδιαίτερα καθώς το 2019 είναι εκλογικό έτος». Επίσης και συναφώς, επεσήμανε πως «πρέπει να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις για να επιστρέψουμε σε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης». [15]  Όμως το μεταρρυθμιστικό έργο που εννοούν οι ρεαλιστές δεν είναι αυτό ακριβώς που προσδοκά μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού, των οργανώσεων συμφερόντων  και της ευρύτερης  κοινής γνώμης. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με τρέχουσες πρακτικές που υπονομεύουν βασικές αρχές του κράτους δικαίου και προσθέτουν εμπόδια στον δρόμο για επιστροφή στην κανονικότητα.

Ναι, η χώρα κινδυνεύει να περάσει από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018.

[1] Βλ.  συνολική παρουσίαση και ανάλυση των εξελίξεων  στο European Commission  Comliance Report. ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, January 2018. Σειρά προαπαιτούμενων ψηφίσθηκαν με το «πολυνομοσχέδιο» στις 15.1.2018. Βλ.  νόμο 4512/2018.

[2] Robert Cooper The post-modern state and the world order,  Demos, London 1996.

[3] Βλ. κανονισμό  (ΕΕ) αριθ. 472 / 2013 για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στην Ζώνη του Ευρώ,  άρθρο 14.

[4]  Βλ. Panos Κazakos, Panos «Ursachen der europäischen Krise und Auswirkungen auf Griechenland und Deutschland»  in Armin Hatje et al (Hgbr)  Verantwortung und Solidarität in der Europäischen Union, Nomos Verlag, Baden-Baden, 2015, S. 33-59.

[5] Βλ. ενδεικτικά και μεταξύ άλλων άρθρα 101, 102 και 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ).

[6] Δανείζομαι τον όρο από τον  Cas Mudde ΣΥΡΙΖΑ: Η διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης, εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2015. Βλ. επίσης για το θέμα του λαϊκισμού, μεταξύ πολλών άλλων Τάκης Παππάς, Τάκης Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015.

[7]  Βλ. ενδιαφέρουσα κριτική αυτής της αντίληψης για «επιστροφή της πολιτικής» στο Νικόλας Σεβαστάκης  Φαντάσματα του καιρού μας. Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016, σελ. 21 και μετά.

[8] Βλ. δηλώσεις του Ε. Τσακαλώτου στην  εφημερίδα τα Νέα, 1.2.2018 και στην εφημερίδα η Καθημερινή 10.2.2018.

[9]  Βλ. Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third review of the ESM programme, 18.1.2018

[10] European Commission, Compliance Report. ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, όπως αλλού, σελ. 17.

[11] Βλ. Eurogroup  Statement on Greece, 22.1.2018.

[12] Βλ. δηλώσεις  του Πιέρ Μοσκοβισί στις εφημερίδες η Καθημερινή και  Εφημερίδα των Συντακτών  9.2.2018 και του Ε. Τσακαλώτου στην εφημερίδα η Καθημερινή 10.2.2018.

[13] Βλ. αποκαλυπτική ανάλυση στο  www.liberal.gr    30.1.2018.

[14] Βλ. νόμο 4512/2018

[15] Βλ.  iefimerida.gr  19.1.2018.

Κρίση ταυτότητας της ελληνικής αριστεράς

Δημοσιεύτηκε 25.2.2018 στη Καθημερινή

Καθώς η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του τρίτου κατά σειράν «μνημονίου» (προγράμματος προσαρμογής) γίνεται ολοένα και εμφανέστερη η κρίση ταυτότητας της αριστεράς. Ως προς αυτό δεν πρέπει να μας παραπλανά η διαχείριση της υπόθεσης Novartis.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ή αυτοπροσδιοριζόταν ως αντισυστημικός, αντικαπιταλιστικός, αντι-νεοφιλελεύθερος, έμμεσα αντιευρωπαϊκός και, φυσικά, αντιμνημονιακός συνασπισμός. Ήδη πριν από την κρίση είχε αρχίσει να εγκαταλείπει τη μεταρρυθμιστική κληρονομιά της. Όμως, τα χρόνια της κρίσης  μεταλλάχθηκε πλήρως. Δεν εγκατέλειψε  μεν σε επίπεδο διακήρυξης προθέσεων ιδεολογικά στοιχεία που είχε υιοθετήσει όταν ήταν μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα  – μεταξύ άλλων  την ισονομία, την απαλλαγή του κράτους από τον κομματικό εναγκαλισμό, την υπεράσπιση των κοινωνικά αδύναμων – αλλά πρόσθεσε σε αυτά τη μεγάλη λαϊκιστική υπόσχεση ότι ήθελε και μπορούσε να ικανοποιήσει πάσης φύσης αιτήματα τα οποία, σωρευτικά, κατέτειναν στην προάσπιση των πιο αντιπαραγωγικών πτυχών του κρατικού παρεμβατισμού.

Η μεγάλη υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, την καταγγελία του (τότε δεύτερου) μνημονίου, την αποτροπή εμβληματικών ιδιωτικοποιήσεων (Ελληνικό, ΟΛΠ), την ανάκληση των περικοπών σε συντάξεις, μαζικές μονιμοποιήσεις στο Δημόσιο, διατήρηση του μονοπωλίου της ΔΕΗ κλπ. Επιπλέον ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρινόταν στην ιστορικά διαμορφωμένη πεποίθηση των ιδεολόγων του κινήματος (και της κοινωνίας) ότι η λύση ήταν το κράτος. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονικης (2014) επισφράγισε ακριβώς την μετάλλαξη της αριστεράς από  ιδεολογικό φορέα σε λαϊκιστικό κίνημα.

Μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 άρχισε η αργή μετάβαση από  τη θεμελιώδη απόρριψη του «συστήματος» στη διαχείρισή των προβλημάτων του που υπαγόρευαν εν πολλοίς η οικονομική ορθοδοξία και τα μνημόνια.

Το πρώτο βήμα στη μεταριζοσπαστική πορεία έγινε ακριβώς με το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής  («μνημόνιο») που ήταν όρος για να αποφευχθεί μια άτακτη χρεοκοπία. Πρόβλεπε συνέχιση της δημοσιονομικής σύνεσης και κατά βάση φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Χρειάσθηκαν όμως  δύο «επικαιροποιήσεις» το 2016 και 2017 υπό στενή επιτήρηση για να μη καταρρεύσει. Οι δυσκολίες προέκυπταν από τη φύση του προγράμματος που ήταν  ασύμβατη με την ιδεολογική κληρονομιά της πυρηνικής αριστεράς και την πελατειακή λογική του λαϊκισμού.

Στο μεταξύ ετοιμάζεται ένα νέο «πλαίσιο πολιτικής» (ευφημισμός ουσιαστικά του τέταρτου μνημονίου). Το περίγραμμα έχει ήδη χαραχθεί: Πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ως το 2021, μείωση  ελλειμμάτων του ασφαλιστικού το 2019 και του αφορολόγητου το 2020. Στο ίδιο πλαίσιο οι τράπεζες π.χ. έχουν δεσμευθεί έναντι του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM).για 40.000 πλειστηριασμούς τον χρόνο την περίοδο 2019-2021. Ο προγραμματικός σκελετός θα εμπλουτισθεί κατά πάσα πιθανότητα με περαιτέρω στοιχεία τους επόμενους μήνες.

Ένα χάσμα χωρίζει το τρίτο μνημόνιο και το υπό κατασκευήν «πλαίσιο πολιτικής» για τα επόμενα χρόνια από τη λαϊκιστική υπόσχεση και αντιμνημονιακή λογική. Μια συνέπεια  είναι ότι o SYRIZA έχασε την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων και των ιδεολόγων της αριστεράς. Μετά το δημοψήφισμα και την στροφή του 2015 είδε την αριστερή του πτέρυγα να αποσπάται και να ιδρύει νέο σχήμα – τη ΛΑΕ. Αλλά η κρίση ταυτότητας δεν ξεπεράσθηκε.

Αυτό εξηγεί πολλά από τα φαινόμενα που μας κάνουν να απορούμε. Η κυβέρνηση επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα με πολλούς τρόπους. Πρώτον, με τις αντιφάσεις της τρέχουσας πολιτικής. Όπως έδειξαν η μέχρι τώρα πρακτική  και τα διάφορα πολυνομοσχέδια η κυβέρνηση πρόσθεσε και προσθέτει σε κατά τα λοιπά σωστές διατάξεις πάσης φύσης ρυθμίσεις που απλά διευρύνουν τον κύκλο όσων στέκονται υπό την ομπρέλα του κράτους. Χρειάζονται παραδείγματα; Η πολιτική της πράξη μοιάζει ολοένα και περισσότερο με την παραδοσιακή πελατειακή πολιτική παροχών και άλλων ευνοιών.  Φυσιολογικά, δεύτερον και συναφώς, βλέπει πολλούς  θεσμούς της χώρας  – την Τράπεζα της Ελλάδος, τη Δικαιοσύνη, τις Ανεξάρτητες Αρχές – ως εμπόδιο στην πολιτική της. Και οξύνει τον καταγγελτικό λόγο κατά των αντιπάλων της. Διολισθαίνει προς τον αυταρχισμό.

Τρίτον, εκτόξευσε πρόσφατα το σύνθημα της «καθαρής εξόδου από το μνημόνιο»  υπονοώντας ή υποσχόμενη ότι τότε η κυβέρνηση, απαλλαγμένη από κάθε εποπτεία ή επιτήρηση, θα μπορέσει να ασκήσει «ταξική» οικονομική πολιτική εν πολλοίς αντίθετη προς όσα επέβαλε το μνημόνιο – συνοπτικά, να δώσει τέλος στη «λιτότητα»  και στις μεταρρυθμίσεις της τρόικας.  Ειρήσθω εν παρόδω, ότι υπάρχει ένα ιδεολογικό ζήτημα και μια εγγενής αντίφαση σε  μια αυτοπροσδιοριζόμενη ως αριστερή πολιτική που επιθυμεί να επιστρέψει στις χρηματοπιστωτικές αγορές για να δανείζεται από αυτές, ενώ στο εσωτερικό της χώρας οραματίζεται και ήδη  επιχειρεί συστηματικά να αναπαλαιώσει και προασπίσει τον κρατισμό.

Τέλος, η κυβέρνηση ανέχεται κινήσεις «ανυπακοής» π.χ. όσων οχυρώνονται στο Πολυτεχνείο για να ετοιμάζουν εξόδους με βόμβες και να  δημιουργούν άβατα στο κέντρο της Αθήνας όπου η αστυνομία δεν πλησιάζει. Κατανοεί τον «Ρουβίκωνα» στις εφόδους του σε υπουργεία, πρεσβείες, τράπεζες και Βουλή και τις αντιδράσεις μικροομάδων κατά των πλειστηριασμών. Επιχειρεί και με τον τρόπο αυτό να απλώσει ένα επίχρισμα αριστερού αντικρατισμού πάνω σε μια πολιτική … κρατισμού.

Όλα τούτα βέβαια δεν συγκαλύπτουν την κρίση ταυτότητας και τις αβεβαιότητες που προκαλεί σε οικονομία και κοινωνία.

Φαντασιοπληξίες και «καθαρή» έξοδος

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα 18.2.2018

Των ΠΑΝΟΥ  ΚΑΖΑΚΟΥ  και ΔΗΜΗΤΡΗ  ΣΚΑΛΚΟΥ

Η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του (τρίτου) μνημονίου που τελειώνει, αν όλα πάνε καλά, τον Αύγουστο τού 2018. Κατά την γνώμη μας, ήταν ευτύχημα για τον τόπο ότι η κυβέρνηση συμφώνησε με τους εταίρους ένα τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής και εγκατέλειψε στην πράξη, έστω με προχειρότητες και κουτοπόνηρες άμυνες, το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και τον λαϊκισμό με το ψευδεπίγραφα αριστερό πρόσημο.

Απέτρεψε έτσι την άτακτη χρεοκοπία, το χάος μίας απότομης εξόδου από το ευρώ και μια νέα καθίζηση του εισοδήματος. Πιθανόν, μάλιστα, το αριστερό πρόσημο –που ακόμα προβάλλει σε επίπεδο ρητορικής και συμβολικών κινήσεων– διευκόλυνε την εφαρμογή του μνημονίου της. Η απόφαση ήταν λοιπόν γενικά ορθή σε όρους οικονομικής ορθοδοξίας και πολιτικού ρεαλισμού.

Τώρα πρέπει να διερωτηθούμε τί θα συμβεί μετά το 2018. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής ισορροπίας και μίας αντιφατικής «επιστροφής της πολιτικής».

Η επιλογή της συνέχειας συνεπάγεται ότι υλοποιούνται όσες εκκρεμότητες θα έχουν μείνει (και θα είναι πολλές, αν σκεφθεί κανείς μόνον τα ζητήματα του κράτους δικαίου) και βελτιώνονται ή διορθώνονται δραστικά τρέχουσες πολιτικές.

Αντίθετα, η επιστροφή της πολιτικής συνδέεται με την «καθαρή έξοδο στις αγορές», που μεταφράζεται παραπλανητικά σε απαλλαγή από κάθε εποπτεία. Ένα «ηρωικό ρεπερτόριο», αναμφίβολα, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Νικόλα Σεβαστάκη («Φαντάσματα του καιρού μας», 2016).

Με βάση τις ως τώρα εμπειρίες και σκόρπιες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων μπορούμε να εκμαιεύσουμε τρόπον τινα τί εννοούν πολλοί με την «καθαρή έξοδο». Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός φαίνεται ότι τώρα την εγκαταλείπει, και ορθώς.

Όσοι όμως την υιοθετούν ακόμα ελπίζουν ή υπονοούν ποικιλοτρόπως, κατ’ αρχάς, ότι θα ανακτήσουν βαθμούς ελευθερίας για χορήγηση πάσης φύσης επιδομάτων, αποδυνάμωση ανεξαρτήτων αρχών (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Δικαιοσύνης), σύσταση νέων κρατικών φορέων χωρίς εξωτερικές οχλήσεις, νέους διορισμούς, επαναφορά των εργασιακών σχέσεων στο πρότερο καθεστώς (κλαδικές συμβάσεις, κ.λπ.). Συνοπτικά, δηλαδή, να αναστρέψουν όσα ψήφισαν μέχρι σήμερα.

Πολλές προαιρέσεις θα φέρουν ανακατανομές εισοδήματος και τροποποιήσεις ισορροπιών προς όφελος κυρίως των «εντός των κρατικών τειχών», που όμως θα έχουν οδυνηρές παρενέργειες για τους «εκτός», καθώς θα προκαλέσουν πάλι μείωση της ανταγωνιστικότητας, υψηλότερη ανεργία, χρέη. Μακροχρόνια βέβαια δεν θα διασφαλίζουν ούτε τους «εντός».

Αυτό το συνονθύλευμα σκόρπιων, υπονοούμενων και ανεπεξέργαστων στοιχείων που υποκρύπτει ο όρος «καθαρή έξοδος» δεν είναι ρεαλιστικό ούτε εντός του θεσμικού συστήματος της Ευρώπης, ούτε εκτός. Προϊδεάζει για επιστροφή στην εύκολη ευημερία με δάνεια, παροχές και λοιπές κομματικές εύνοιες της περιόδου πριν από την κρίση με τους όρους του πελατειακού κρατισμού, καλλιεργώντας προσδοκίες για την παλινόρθωση θεσμών και πολιτικών που μάς οδήγησαν ακριβώς στην κρίση.

Δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος, ούτε της τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε είναι προϊόν μάθησης από την ιστορική μας εμπειρία. Το σπουδαιότερο όλων, δεν επιλύει τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η υποαπόδοση της ελληνικής οικονομίας, καθώς το παραγωγικό κενό (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και στο δυνητικό προϊόν) ανέρχεται στο -10,5% του ΑΕΠ και είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ (OECD Economic Outlook, Ιούνιος 2017).

Τέλος, η οπτική της καθαρής εξόδου παραβλέπει ότι την εποπτεία της διακρατικής τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ/ΕΜΣ, ΔΝΤ) θα αντικαταστήσει ένα πολυπλοκότερο και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμο σύστημα εποπτείας –κατ’ αρχάς από τις ίδιες τις αγορές. Οι αγορές θα αξιολογούν ευθέως την πολιτική της και θα επηρεάζουν τις απαιτήσεις των δανειστών για τυχόν χορήγηση νέων δανείων στην Ελλάδα, καθώς και τις συστάσεις του ΔΝΤ.

Θα είναι μία νέα κατάσταση χωρίς δυνατότητες άμεσης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» με οποιονδήποτε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτόν αναμένουμε ότι η έξοδος στις αγορές (και η επιστροφή της πολιτικής όπως την εννοούν) θα αφαιρέσει βαθμούς ελευθερίας από την ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή ότι θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό που η ίδια προσδοκά!

Στην πολιτική οικονομία αναφέρεται συχνά ο όρος «voodoo politics», δηλαδή στην υποκριτική στάση όσων υπόσχονται μία «μαγική» προσαρμογή χωρίς τις απαιτούμενες θυσίες. Τέτοιες βολικές αυταπάτες αποτέλεσαν την βάση της ρητορικής των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι το 2015. Στις πολιτικές-βουντού φαίνεται σήμερα να επιστρέφει μέρος της κυβέρνησης με το νέο αφήγημα περί μίας καθαρής εξόδου στις αγορές. Δυστυχώς, η συνέχεια είναι προβλέψιμη.