Η επόμενη μέρα χωρίς ψευδαισθήσεις

Των Πάνου Καζάκου και Δημήτρη Σκάλκου

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα 22.10.2017

Τη δημόσια συζήτηση απασχολεί ήδη και θα απασχολήσει ολοένα και περισσότερο τους επόμενους μήνες το ζήτημα της πορείας της ελληνικής οικονομίας μετά την τυπικά προβλεπόμενη λήξη του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής («Μνημονίου») τον Αύγουστο του 2018. Η επόμενη μέρα θα βρει την ελληνική οικονομία να έχει εξορθολογήσει τα δημόσια οικονομικά της και να έχει προωθήσει ένα σημαντικό αριθμό μεταρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα όμως η οικονομία δεν φαίνεται να έχει οριστικά τροχοδρομηθεί στις ράγες μιας ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενώ ακόμη εκκρεμεί μια σειρά αναγκαίων θεσμικών και διαρθρωτικών αλλαγών. Θεωρούμε κρίσιμο να προσεγγίσουμε την επόμενη μέρα χωρίς ψευδαισθήσεις που μπορεί να αποβούν (για ακόμη μία φορά) καταστροφικές.

            Είναι σαφές ότι το πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. περιορίζει σημαντικά τη δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών της και ακόμη περισσότερο της ευρωζώνης (Δημοσιονομικό Σύμφωνο).  Συγκροτεί ένα περιβάλλον αυξημένης αμοιβαίας εποπτείας που δεν επιτρέπει εξαιρέσεις. Επομένως, η εξωτερική επιτήρηση της Ελλάδας που μόλις πρόσφατα βρέθηκε στα πρόθυρα μιας άτακτης χρεοκοπίας δεν πρόκειται να διακοπεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκτός τούτου οι χώρες που ολοκλήρωσαν αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής συνέχισαν να αποτελούν αντικείμενο οικονομικής παρακολούθησης (βλέπε σχετικά τις τακτικές PostProgramme Surveillance Reports της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πορτογαλία). Ακόμα και μια «καθαρή» έξοδος στις αγορές δεν συνεπάγεται και έξοδο από κάθε επιτήρηση!

Είναι προφανές ότι η αναγκαία προληπτική γραμμή στήριξης και ακόμη περισσότερο τα μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους θα συνοδεύονται από οικονομική εποπτεία. Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι δεσμευτήκαμε πρόσφατα για φορολογικά μέτρα και αλλαγές στο ασφαλιστικό της τάξης του 2% του ΑΕΠ για το 2019 και 2020 προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% ΑΕΠ ως το 2022. Στη συνέχεια, η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλά (και μάλλον ανέφικτα) πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% μέχρι το 2060!

Οι τεχνικές πτυχές είναι δυσνόητες, π.χ. αν σε περίπτωση που αποκλίνουμε από τους στόχους, είναι προτιμότερο ένα τέταρτο (ή πέμπτο;) μνημόνιο  ή  μια από τις προβλεπόμενες προληπτικές γραμμές στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ). Ωστόσο, αν και η Ελλάδα εμφανίζεται υποχρεωμένη να βαδίσει στο στενό μονοπάτι της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, μπορεί μετά το 2018 να πετύχει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας (φορολογική πολιτική, κοινωνική πολιτική, κ.ά.) συγκριτικά με τον σημερινό ασφυκτικό έλεγχο των Θεσμών. Το θέμα είναι υπό ποιες προϋποθέσεις θα έχει μεγαλύτερη ελευθερία και αν θα την αξιοποιήσει σωστά.

Όσον αφορά στις προϋποθέσεις, είναι προφανές ότι  πολλά θα εξαρτηθούν,  πρώτον, από την κατάσταση στην αφετηρία, αν δηλαδή θα έχουν ολοκληρωθεί με επιτυχία η τρίτη και οι επόμενες αξιολογήσεις. Τα περιθώρια ελευθερίας θα εξαρτηθούν επίσης από την ικανότητα της κυβέρνησης να  διαπραγματευθεί μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ας πούμε στο 2% του ΑΕΠ, ώστε να διευρύνει το λεγόμενο «δημοσιονομικό χώρο» για μείωση των φόρων.  Η τελευταία με τη σειρά της προϋποθέτει ότι η οικονομική πολιτική ανακτά την αξιοπιστία της, όπως επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και αυτό πάλι θα συμβεί αν τολμήσει γενναίες μεταρρυθμίσεις.

Στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης της επόμενης μέρας τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα. Η χώρα μας έχει μακρά παράδοση μακροοικονομικού λαϊκισμού, με τις εκάστοτε κυβερνήσεις (αλλά και αντιπολιτεύσεις) να προσαρμόζουν τις θέσεις τους περισσότερο στον πολιτικό κύκλο και να μη αναλαμβάνουν το κόστος αλλαγών παρά στις απαιτήσεις της οικονομικής πραγματικότητας. Ακόμα και οι προσεκτικές διατυπώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη ενεργοποίησαν  παλαιοκομματικά ανακλαστικά προϊδεάζοντας για το τι περιμένει μια κυβέρνηση ΝΔ. Επίσης, στην κυβερνητική πλευρά σήμερα, ήδη οι πρώτες δειλές αναφορές της στο «μέρισμα της ανάπτυξης» (την οποία ακόμη δεν έχουμε δει) και η δυστοκία της στον τομέα των μεταρρυθμίσεων αποτελούν ανησυχητικές ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο κάποια τουλάχιστον στελέχη της αντιλαμβάνονται το τέλος των «μνημονίων». Ορισμένα μάλιστα καλλιεργούν τη νέα αυταπάτη ότι τότε θα «ανοίξουν οι κάνουλες» (κατά την αυθόρμητη δήλωση του κ. Φλαμπουράρη).

Αυτό φυσικά δεν θα μπορεί να συμβεί.

Η επόμενη μέρα δεν θα μοιάζει με μήνα του μέλιτος. Θα απαιτηθεί πρώτιστα μια πολιτική ηγεσία που θα κλείσει τα αυτιά της στις «σειρήνες» του λαϊκισμού, και θα αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις του παλαιοκομματισμού και των ομάδων συμφερόντων. Δείγματα σχετικής βούλησης υπάρχουν. Έτσι θα  διαφυλαχθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και  θα εφαρμοσθεί ένα εθνικό πρόγραμμα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων ώστε να κεφαλαιοποιηθούν, αντί να σπαταληθούν οι πολύχρονες θυσίες των ελλήνων πολιτών και να επιτευχθούν συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Advertisements

Η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι λύση

Μια απάντηση στον κ. Θ. Πετράκο. Δημοσιευτηκε στην Ελευθερία 7.10.2017

Σε πρόσφατο κείμενό του ο κ. Πετράκος, πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ (Ελευθερία, 27.9. 2017), περιγράφει τα χρέη των νοικοκυριών σε κράτος και τράπεζες  και συμπεραίνει  απότομα ότι «μόνη λύση είναι η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα για να γίνουν μαζικές διαγραφές χρεών».

Δεν θα απαντούσα στον κ. Πετράκο αν δεν εκτιμούσα την πολιτική του συνέπεια: αποχώρησε μαζί με άλλους από το κόμμα όταν δεν συμφώνησε με τις επιλογές του πρωθυπουργού του που απέκλιναν από τις προεκλογικές δεσμεύσεις. Εν τούτοις, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να αναθεωρήσει τη θέση του.

Η περιγραφή της δραματικής κατάστασης ως προς τα χρέη είναι σωστή: πράγματι τα χρέη των ιδιωτών προς το κράτος, τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία προκαλεί δέος καθώς ξεπερνά κατά πολύ το ετήσιο εθνικό εισόδημα. Το ίδιο ισχύει και για το δημόσιο χρέος με το οποίο χρηματοδοτήθηκε ένα κόλουρο κοινωνικό κράτος. Τα σχετικά στοιχεία παραπέμπουν σε διαχρονικές αστοχίες της πολιτικής. Αλλά,  το συμπέρασμα του κ. Πετράκου (αφού έχουμε χρέη να φύγουμε από το Ευρώ) είναι λάθος για πολλούς λόγους.

Η άποψη αυτή υποτιμά τις δυνατότητες για διευθέτηση προβλημάτων του χρέους των ιδιωτών εντός της Ευρωζώνης. Ήδη έχουν δρομολογηθεί μέτρα όπως η αποπληρωμή με δόσεις, ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, η δέσμευση της κυβέρνησης στο τρίτο «συμπληρωματικό μνημόνιο» του Ιουνίου 2017 να αποπληρώσει δικά της χρέη προς τις επιχειρήσεις ώστε και αυτές να μπορούν να ανταποκριθούν στις δικές τους υποχρεώσεις κλπ.

Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο κ. Πετράκος δεν λαβαίνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις μιας επιστροφής της δραχμής ( λέγε του  Grexit) δημιουργώντας έτσι λαθεμένες προσδοκίες ή «αυταπάτες» για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Προέδρου της Βουλής. Κατά τη γνώμη μου η επιστροφή στη δραχμή θα προκαλούσε δραματική χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων, ανάκαμψη της …ανεργίας, πληθωρισμό, εξάτμιση των αποταμιεύσεων και γενικευμένη αβεβαιότητα. Υπενθυμίζω ότι τυχόν απότομη έξοδος από την Ευρωζώνη θα σήμαινε και επίσημη πτώχευση της χώρας με καταστροφικές συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα, το κράτος  και οποιαδήποτε λογική ρύθμιση χρεών.

Ενδεικτικά μόνον προσθέτω τις ακόλουθες επεξηγήσεις: Η δραχμή αμέσως μετά την εισαγωγή της θα υποτιμάται συνεχώς. Οι προϋποθέσεις επιτυχίας μιας υποτίμησης είναι γνωστές (αυστηρά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, συγκράτηση μισθών κλπ), αλλά αυτές ακριβώς δεν θα εκπληρωθούν γιατί η επιστροφή στη δραχμή θα δώσει το έναυσμα για πάσης φύσης διεκδικήσεις προς ανάκτηση «κεκτημένων» με το τύπωμα χρήματος!   Η οικονομία θα διολισθήσει σε μια κατάσταση ύφεσης και πληθωρισμού. Επίσης, θα υπάρξουν πρόσθετες δυσκολίες για τη χρηματοδότηση εισαγωγών ακόμα και βασικών ειδών (φερ’ ειπείν φαρμάκων) και ενδιάμεσων προϊόντων για την παραγωγή.  Για ένα σημαντικό διάστημα η χώρα και οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να δανεισθούν από τις αγορές. Η επιστροφή στη δραχμή θα σήμαινε και χρεοκοπία.

Την κατάσταση θα επιβαρύνει τυχόν διακοπή των χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπενθυμίζω ότι σήμερα όσες δημόσιες επενδύσεις πραγματοποιούνται στη χώρα και πολλά κοινωνικά προγράμματα χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Επίσης σημαντικές είναι οι μεταβιβάσεις στον αγροτικό τομέα και οι δυνατότητες για χρηματοδότηση ιδιωτικών επενδύσεων από το «ταμείο Juncker» κ.α.

Ο κατάλογος των αρνητικών επιπτώσεων βέβαια δεν τελειώνει εδώ. Πρέπει όμως ακόμα να προσθέσω ότι σε μια νέα κρίση μετά από το δήθεν φιλολαϊκό μέτρο της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα θα εκδηλωνόταν δύσκολα ελέγξιμη κοινωνική αναταραχή (λόγω της γενικής πτώσης του επιπέδου ζωής) και ενδεχομένως πολιτική αστάθεια. Τέλος, η «επιστροφή στο εθνικό νόμισμα» θα έσβηνε κάθε ελπίδα για δραστικές μεταρρυθμίσεις που κάνουν τη Δημόσια Διοίκηση να λειτουργεί αποτελεσματικά, το κράτος να προσφέρει καλές υπηρεσίες χωρίς φακελάκια, τη εκπαίδευση να προετοιμάζει τους νέους για το μέλλον, τη δικαιοσύνη να μη ταλαιπωρεί τους πολίτες, το κράτος να μη εμποδίζει επενδύσεις  κλπ.

Για όλους αυτούς τους λόγους το πραγματικό εισόδημα θα υποχωρήσει δραματικά, ενώ ακόμα και μεταγενέστερη ανάκαμψη θα στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια.  Η ανεργία θα αυξηθεί πάλι. Οι οφειλέτες θα κέρδιζαν ίσως από μια (μερική) διαγραφή χρεών (που ήδη εν μέρει επιτρέπεται), αλλά θα έχαναν εισοδήματα. Η καθημερινότητά τους θα χειροτέρευε.

Η σημερινή πολιτική  συναίνεση  μεταξύ ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ (από το 2016), ΔΗΣΥ κ.α.  για παραμονή στο Ευρώ είναι κατά τη γνώμη μου σωστή και ανταποκρίνεται στο μακροχρόνιο εθνικό συμφέρον και στο συμφέρον ….. των οφειλετών – για να μη ξεχνάμε την καλή προαίρεση του κ. Πετράκου.  Το ζήτημα είναι βέβαια, αν κάνουμε ό,τι πρέπει για να μείνουμε στην Ευρωζώνη και να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Δημοσιεύτηκε 28 Ιουνίου 2017 στό diastixo 

Η παρούσα εργασία, γράφετε, εξετάζει τις οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της πιθανής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Είναι ακόμη πιθανή, σήμερα, η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη;

Πιθανή είναι, αλλά όχι αναπόφευκτη. Το ζήτημα της εξόδου έρχεται στην επιφάνεια κάθε φορά που διαδοχικά προγράμματα προσαρμογής (= μνημόνια) προσκρούουν σε δυσκολίες κατά την εφαρμογή τους. Αυτό συνέβη το 2011-12, το 2015 και επαναλαμβάνεται σήμερα, αν και όχι με την ίδια ένταση – με άλλα λόγια, κάθε φορά που δοκιμάζεται η ικανότητα της χώρας να εφαρμόσει αυτά στα οποία έχει συμφωνήσει! Υπενθυμίζω ότι τα προγράμματα προσαρμογής (α) είναι όρος για τα νέα δάνεια από τους θεσμούς και (β) στοχεύουν στο να επαναφέρουν τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης και αποδέσμευσης από την ανάγκη να ζητά διακρατική βοήθεια.

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη;

Οικονομικές και πολιτικές. Οι οικονομικές συνοπτικά: Άμεση χρεοκοπία, δυσκολίες μετάβασης στο νέο νομισματικό καθεστώς, υποτιμήσεις της δραχμής, νέα ύφεση και αύξηση της ανεργίας, δημοσιονομική ακαταστασία, δυσχέρειες στις εισαγωγές προϊόντων που πηγαίνουν είτε στην κατανάλωση είτε στην παραγωγή, νέοι κεφαλαιουχικοί έλεγχοι κλπ. Το πιθανότερο είναι επίσης ότι η χώρα θα διολισθήσει σε ένα σπιράλ υποτιμήσεων, πληθωρισμού, υποτιμήσεων και σε μια κατάσταση γενικευμένης αβεβαιότητας που θα αποτρέπει σοβαρές επενδύσεις. Εννοείται ότι σε τέτοιες συνθήκες υποφέρουν κυρίως οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Από πολιτική άποψη αυτή η νέα κρίση, και μάλιστα μετά από 7 χρόνια συνεχούς μείωσης του ΑΕΠ, θα προκαλέσει κοινωνική αναταραχή και ένα νέο κύμα βίαιων αντιδράσεων και αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών. Ουσιαστικά η χώρα θα εμπλακεί σε έναν μεγάλο φαύλο κύκλο οικονομικής παρακμής και πολιτικής αστάθειας, όπου η οικονομική παρακμή θα τροφοδοτεί την πολιτική αστάθεια και η τελευταία την οικονομική παρακμή.

Η Ελλάδα δεν θα αναπτυχθεί σε σταθερές βάσεις αν η δημόσια διοίκηση δεν απαλλαγεί από τον έλεγχο του κόμματος, αν η δικαιοσύνη της δυσλειτουργεί, αν το ασφαλιστικό της σύστημα δεν είναι βιώσιμο, αν δεν έχει σοβαρή χωροταξία, αν δεν εκλογικεύσει το φορολογικό της σύστημα κλπ. Πρόκειται ακριβώς για πράγματα που συνιστούν τα Μνημόνια και έρχονται σε αντίθεση με την κατεστημένη πολιτική.

Γιατί η Αγγλία προτίμησε το Brexit;

Κατ’ αρχάς η «Αγγλία» μόνο με οριακή πλειοψηφία προτίμησε την έξοδο. Ουσιαστικά, το Ενωμένο Βασίλειο στο ζήτημα αυτό είναι μια διχασμένη χώρα και είμαι βέβαιος ότι σε περίπτωση νέου δημοψηφίσματος το αποτέλεσμα θα αντιστρεφόταν. Όπως και να έχει το πράγμα, η έξοδος του Ενωμένου Βασιλείου (ΕΒ) από την ΕΕ διαφέρει από την ελληνική περίπτωση. Το ΕΒ δεν συμμετέχει στην Ευρωζώνη, επομένως δεν έχει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αλλαγής του νομισματικού καθεστώτος. Επίσης, το ΕΒ συνεισφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Η απάντηση στο ερώτημα, πάντως, γιατί η «Αγγλία» ψήφισε οριακά υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, δεν είναι εύκολη, καθώς πρέπει να δούμε ποιοι ψήφισαν υπέρ της εξόδου και ποιοι όχι. Το ίδιο το Λονδίνο τάχθηκε πλειοψηφικά υπέρ της παραμονής, όχι όμως η περιφέρεια της Αγγλίας («επαρχία»). Βορειότερα, η Σκοτία έχει επίσης ταχθεί υπέρ της παραμονής. Τέλος, οι νέοι υποστήριξαν κατά πλειοψηφία την παραμονή, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες την έξοδο από την ΕΕ. Πιθανόν, ρόλο έπαιξε και η παράδοση, πράγμα που αποτυπώνεται καθαρά στην ψήφο των ηλικιωμένων. Κατ’ αρχάς, το ΕΒ ουδέποτε συμβιβάσθηκε με την ΕΕ και τη συνεχή της φιλοδοξία για «ολοένα στενότερη ένωση» που επηρέασε τις εξελίξεις μέχρι την τελευταία Συνθήκη της Λισαβόνας. Προτιμούσε εξαρχής μια ελεύθερη ζώνη συναλλαγών η οποία θα περιοριζόταν στα βιομηχανικά προϊόντα (αργότερα και στις υπηρεσίες), θα αποδυνάμωνε την Κοινή Αγροτική Πολιτική και θα επέτρεπε σε κάθε κράτος-μέλος να συνάπτει ιδιαίτερες εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Συναφώς, ζωντανή παρέμεινε η ιδέα ότι το ΕΒ ήταν ένας «παγκόσμιος παίκτης» με ιδιαίτερους πολιτισμικούς δεσμούς με τις χώρες της Κοινοπολιτείας που ασφυκτιούσε στον κορσέ της ΕΕ. Η ιδέα επανεμφανίσθηκε καθαρά στη ρητορική της πρωθυπουργού κ. Tereza May. Ας σημειωθεί ότι η πρωθυπουργός ως το δημοψήφισμα ήταν υπέρ της παραμονής στην ΕΕ! Αυτό μαζί με άλλα πολλά συμπτώματα, όπως η απόφαση του Κάμερον να οργανώσει δημοψήφισμα στη χώρα του κοινοβουλευτισμού για εσωκομματικούς λόγους, έδειξε ότι το ΕΒ έχει πρόβλημα ηγεσίας. Τέλος, φαίνεται ότι απέδωσε ως έναν βαθμό η λαϊκιστική ρητορική που υποσχόταν πράγματα που ή ήταν συνειδητά αναληθή ή απλά ανεφάρμοστα και καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις.

Δεν θα έχει συνέπειες η Αγγλία από αυτή την πολιτική απόφαση;
Και βέβαια θα έχει, οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Ίσως οι σημαντικότερες οικονομικές συνέπειες είναι ότι μπορεί να εξασθενίσει ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα που ήταν και η κύρια πηγή ανάπτυξης της χώρας. Θα υπάρξουν επίσης προβλήματα στις εξαγωγές προς την ΕΕ, καθώς θα πρέπει η χώρα να διαπραγματευθεί νέες εμπορικές συμφωνίες. Από πολιτική άποψη, η έξοδος από την ΕΕ μπορεί να αποδειχθεί καταλύτης για τη… διάλυση του Ενωμένου βασιλείου, αρχής γενομένης με την απόσχιση από αυτό της Σκοτίας!

Τι εμποδίζει την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας;
Απλά, η αδυναμία της να ολοκληρώσει ένα πειστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Γνωρίζω ότι ο όρος «μεταρρυθμίσεις» ηχεί απειλητικά για πολλούς, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος εξόδου από την κρίση. Η Ελλάδα δεν θα αναπτυχθεί σε σταθερές βάσεις αν η δημόσια διοίκηση δεν απαλλαγεί από τον έλεγχο του κόμματος, αν η δικαιοσύνη της δυσλειτουργεί, αν το ασφαλιστικό της σύστημα δεν είναι βιώσιμο, αν δεν έχει σοβαρή χωροταξία, αν δεν εκλογικεύσει το φορολογικό της σύστημα κλπ. Πρόκειται ακριβώς για πράγματα που συνιστούν τα Μνημόνια και έρχονται σε αντίθεση με την κατεστημένη πολιτική.

Δεν έχει πετύχει η χώρα μας κάποιους στόχους σε αυτά τα χρόνια;

Βεβαίως. Πρωτίστως μειώθηκαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν μερικές μεταρρυθμίσεις, έστω με καθυστερήσεις και ελαττώματα όπως στο ασφαλιστικό. Αλλά πολλές άλλες έγιναν μόνο τυπικά, χωρίς να εφαρμόζονται, ή καθυστερούν. Αυτό συμβαίνει γιατί η κατά βάση φιλελεύθερη φιλοσοφία των Μνημονίων συγκρούεται με κληροδοτημένες ιδέες, συντεχνιακά συμφέροντα και πελατειακές λογικές.

Τονίζετε ότι η δραχμή δεν θα είναι λύση. Μπορείτε να αιτιολογήσετε τη γνώμη σας;

Επί τροχάδην, δύο μόνον επιχειρήματα επιπλέον των όσων ανέφερα ήδη (νέα βαθύτερη κρίση, αύξηση της ανεργίας κλπ): Πρώτον, εκτός Ευρωζώνης και Ευρώ και σε συνθήκες χρεοκοπίας (γιατί αυτό θα συμβεί τότε) θα είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί μια συνεκτική πολιτική μεταρρυθμίσεων. Αυτή θα υποκατασταθεί από το… τύπωμα χρήματος με τις γνωστές συνέπειες που ανέφερα ήδη. Δεύτερον, η έξοδος προς τη δραχμή θα γίνει αντιληπτή από πάσης φύσης ενδιαφερόμενους (κρατικοδίαιτους εργολάβους, συντεχνίες στον δημόσιο τομέα κλπ.) ως ευκαιρία να… ανακτήσουν όσα έχασαν. Οι φοροφυγάδες θα αναπνεύσουν ανακουφισμένοι. Η χώρα θα επιστρέψει σε μια κατάσταση εσωστρέφειας που θα σημαδεύεται από έναν άναρχο διεκδικητισμό.

Το παράλληλο νόμισμα θα ήταν μια λύση;

Ασφαλώς όχι, δεν είναι λύση, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία (βλέπε Κούβα!) και επιβεβαιώνει η θεωρία. Το παράλληλο νόμισμα που θα τυπωνόταν εγχωρίως θα έχανε ταχύτατα αξία και θα επέτεινε το χάος. Ούτε θα ήταν χρήσιμο στους παραγωγούς, που πρέπει να εισάγουν εισροές για να παραγάγουν τα δικά τους προϊόντα. Εκτός τούτου, αν εισαγόταν με τη χώρα εντός ΕΕ και Ευρωζώνης, θα έβρισκε αντίθετους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η πρόταση λοιπόν δεν είναι ρεαλιστική, πράγμα που αναγνώρισε και ένας από τους εμπνευστές της, ο σημερινός υπουργός κ. Παπαδημητρίου, που άλλαξε γνώμη μόλις έγινε… υπουργός.

Η απότομη πτώση των εισοδημάτων και η ανεργία, με κύματα απεργιών, δεν είναι επικίνδυνες παράμετροι που μπορούν, στο μέλλον, να οδηγήσουν σε πολιτική αστάθεια;

Ακριβώς. Και η κατάσταση θα επιδεινώνεται αν τελικά ισχύσουν οι κανόνες της απλής αναλογικής σε βουλή και δήμους που θα εμποδίζει σοβαρές αποφάσεις, καθώς θα αυξάνει τον αριθμό εκείνων που θα προβάλλουν «βέτο» από ιδιοτέλεια ή ιδεολογικά κίνητρα.

Διδάσκετε στο πανεπιστήμιο. Μεταφέρετε τις ανησυχίες σας για την οικονομία της χώρας στους φοιτητές σας;

Προσπαθώ, κάθε φορά που μου δίνεται ευκαιρία.

Πώς αντιμετωπίζουν οι νέοι αυτή τη μεγάλη κρίση;

Δύσκολο να απαντήσω γενικά στο ερώτημα αυτό. Οι αντιδράσεις διαφέρουν, π.χ., ανάλογα με την κατεύθυνση σπουδών. Για παράδειγμα, όσοι σπουδάζουν οικονομική είναι σαφώς πιο ανοιχτοί στην κριτική των παθογενειών που οδήγησαν στην κρίση από εκείνους που σπουδάζουν, φερ’ ειπείν, πολιτική επιστήμη. Πολλοί, κατά κανόνα όσοι έχουν καλή ειδίκευση και δεν συμβιβάζονται με τη μιζέρια, αντιδρούν σχεδιάζοντας να μεταναστεύσουν σε άλλες, κυρίως δυτικές χώρες. Ήδη έχουν φύγει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. Γεγονός είναι ότι περίπου 50% των νέων είναι άνεργοι – το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη.

Υπάρχει ελπίδα να βγούμε από αυτή τη δύσκολη οικονομική κατάσταση;

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Νομίζω ότι πολλά θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές εξελίξεις. Χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που να έχει πεισθεί η ίδια να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τις παθογένειες του κράτους και της οικονομίας. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν δυνατή η βελτίωση των προγραμμάτων προσαρμογής. Η κυβέρνηση θα είχε τότε την αναγκαία αξιοπιστία για να ζητήσει, π.χ., μείωση των λεγόμενων «πρωτογενών πλεονασμάτων» σε συνδυασμό με σοβαρή ελάφρυνση στην εξυπηρέτηση του συσσωρευμένου χρέους. Αλλά, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες: Οι διευκολύνσεις αυτές από τους εταίρους δεν θα πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο των μεταρρυθμίσεων σε δημόσια διοίκηση, όπου ναι μεν έχει ψηφισθεί σχετικός νόμος αλλά οι αξιολογήσεις δεν γίνονται, σε ασφαλιστικό, όπου ναι μεν ψηφίσθηκε ο γνωστός νόμος, αλλά η αβεβαιότητα για το μέλλον του παραμένει, σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια που απειλούν πάλι τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, σε ιδιωτικοποιήσεις που εμποδίζονται ακόμα και από… δασικούς, σε εργασιακές σχέσεις κλπ.

Ποια βιβλία θα προτείνατε να διαβάσουν οι αναγνώστες μας για να κατανοήσουν την οικονομική κρίση;

Συνιστώ οπωσδήποτε τα βιβλία των Στάθη Καλύβα (Θρίαμβοι και καταστροφές. Οι επτά κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας), Αρίστου Δοξιάδη (Το αόρατο ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία), Γιάννη Βούλγαρη (Η μεταπολιτευτική Ελλάδα 1974-2009») και Πέτρου Παπασαραντόπουλου (Μύθοι και στερεότυπα της ελληνικής κρίσης) – του τελευταίου για το ιδιότυπο φαινόμενο του αριστερού λαϊκισμού. Φυσικά θα μπορούσα να προσθέσω πολλά άλλα. Κατά το ρηθέν «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου…», παραπέμπω και στο πρόσφατο δικό μου με τον τίτλο Η δραχμή δεν (θα) είναι λύση, εκδόσεις Επίκεντρο.

Η «δυσδιάκριτη» κληρονομιά της δικτατορίας

Δημοσιεύτηκε Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017 στο liberal 

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Η πολιτική της χρεοκοπίας

Πάνος Καζάκος και Δημήτρης Σκάλκος. Δημοσιεύτηκε 09/04/2017 στη Καθημερινή

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Μια σύντομη υπεράσπιση των μεταρρυθμίσεων για υποψιασμένους

Δημοσιεύτηκε στο liberlal.gr Δευτέρα 03 Απριλίου 2017

Οι «μεταρρυθμίσεις» που προβλέπουν τα προγράμματα προσαρμογής τείνει να απαξιωθεί ως όρος στη δημόσια συζήτηση. Στόχος τους όμως είναι να βελτιώσουν την οικονομική αποτελεσματικότητα σε κράτος και οικονομία με καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και αποτέλεσμα την υπέρβαση της κρίσης. Δεν αποτελούν «τεχνικό» ζήτημα, αλλά συνυφαίνονται με ευρύτερα, θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το μέγεθος και την ποιότητα του κράτους, την κατανομή βαρών μεταξύ των γενεών, την ατομική ευθύνη και λογοδοσία κλπ. Επομένως έρχονται σε πλήρη αντίθεση με διάχυτες «βολικές πεποιθήσεις» του παρελθόντος που συνοψίζαμε στον όρο «κρατισμός».

Τα επιμέρους σημεία του τελευταίου προγράμματος (Μνημόνιου ΙΙΙ) όπως επικαιροποιήθηκε τον Ιούνιο 2016 και έκτοτε έχει ουσιαστικά παγώσει επιδέχονται μεν βελτιώσεις μέσω διαπραγματεύσεων και ορθολογικότερης εφαρμογής, συνολικά όμως οι μεταρρυθμίσεις του αγγίζουν τις πηγές των «αποτυχιών του κράτους» μας: Διαφθορά και κακοδιαχείριση, διαπλοκή, εύθραυστη παραγωγική βάση, μη τήρηση του νόμου, όπου τα Εξάρχεια είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου της διαχεόμενης ανομίας κ.α. Αν αποτύχει και αυτό το Μνημόνιο η κατάληξη θα είναι η ανοιχτή χρεοκοπία, ένα χαοτικό καθεστώς δραχμής, νέα πτώση του βιοτικού επιπέδου και πολιτική αστάθεια.

Ειδικότερα (και για να άρουμε το ιδεολογικό πέπλο που επικρατεί) ο όρος «μεταρρυθμίσεις» υποδηλώνει σήμερα γενικά μέτρα που, μεταξύ άλλων,

(α) ανοίγουν τις αγορές στον ανταγωνισμό, καταργώντας μονοπώλια και άλλες μορφές προστασίας ευνοούμενων ομάδων,

(β) κάνουν αποτελεσματικότερη τη λειτουργία του κράτους (π.χ. με αξιολόγηση δομών και στελεχών),

(γ) στον δημοσιονομικό τομέα, περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης να δαπανά και φορολογεί ή να δημιουργεί ελλείμματα και χρέη (deficit bias) για να δώσει δώρα σε ευνοούμενους, και

(δ) εκλογικεύουν την κοινωνική πολιτική (π.χ. με την αντικατάσταση πάσης φύσης επιδομάτων με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ή Εισόδημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης). Μεταρρύθμιση δεν σημαίνει κοινωνική αναλγησία, αλλά υπέρβαση του πελατειακού και αναποτελεσματικού «κράτους-παροχών».

Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται θεμελιωδώς η κρατική παρέμβαση στο πλαίσιό μιας γενναίας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Στο κράτος (σε διάφορα επίπεδα) αναγνωρίζεται ουσιαστικός ρόλος αρκεί να τον εκπληρώνει σωστά π.χ. να αξιοποιεί πραγματικά τις δυνατότητες για παραγωγή δημοσίων αγαθών (π.χ. «παιδεία»), να πετυχαίνει τους βασικούς του στόχους στην κοινωνική πολιτική και να ρυθμίζει τις οικονομικές δραστηριότητες ώστε να μειώνονται ή αποφεύγονται αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις (externalities).

Στην πράξη, η πραγματικά εναλλακτική αλλά μη ρεαλιστική πρόταση είναι η προάσπιση του status quo, ή και η ακόμα λιγότερο ρεαλιστική επιστροφή στο παρελθόν – σε δομές και συμπεριφορές που μας οδήγησαν στην κρίση.

Τώρα, απλοποιώντας κάπως, θεωρώ ότι υπάρχει ευρεία επιστημονική συναίνεση για τις θετικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων σε όρους γενικής ευημερίας. Ουσιαστικά αποτελούν το κλειδί για υπέρβαση της κρίσης και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο υπολογισμός του γενικού οφέλους είναι σχεδόν παιδική άσκηση (Fraport, Ελληνικό κλπ) σε άλλες περιπτώσεις το γενικό όφελος είναι δυσδιάκριτο αλλά εξίσου υπαρκτό π.χ. αν εμπεδώνονται θεσμοί που λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς για να προσφύγω σε έναν όρο των Robinson και Acemoglou.

Όμως διαπιστώνουμε ότι ανεξάρτητα από το τι λέγει η οικονομική-πολιτική ανάλυση, στην πράξη οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ή αλλοιώνονται. Έτσι φθάνουμε στο ερώτημα: Αν οι μεταρρυθμίσεις αποφέρουν καθαρά κέρδη ευημερίας για ολόκληρη την κοινωνία (όπως υποδεικνύει η επιστημονική έρευνα), τότε τι εμποδίζει πολλές από αυτές;

Παραθέτω επιλεκτικά έναν κατάλογο των εμποδίων: Ειδικά συμφέροντα που υπερασπίζονται το status quo και εμπλέκονται σε ένα πόλεμο φθοράς προκειμένου να αποφύγουν το κόστος ή να το μεταθέσουν σε άλλους, τον εκλογικό κύκλο (οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν κατά κανόνα μακροχρόνια, ενώ ο χρονικός ορίζοντας των πολιτικών δεν ξεπερνά τις επόμενες εκλογές), την αδιαφανή κατανομή βαρών, την ποιότητα της ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να πιστεύει σε αυτό που κάνει, τις επικρατούσες ιδέες για το κράτος και την αγορά κ.α. Φυσικά, ο κατάλογος των παραγόντων που εμποδίζουν τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες δεν εξαντλείται σε αυτούς.

Στη συνέχεια στέκομαι σε δύο που επηρεάζουν το γενικότερο κλίμα: Ο πρώτος είναι η χαμηλή εμπιστοσύνη. Έχουμε σοβαρές εμπειρικές ενδείξεις ότι ένας υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης σε θεσμούς και κυβέρνηση ευνοεί μεταρρυθμιστικά σχέδια και επηρεάζει θετικά τις οικονομικές επιδόσεις. Αυτό συμβαίνει διότι π.χ.

  • τα άτομα που εμπιστεύονται θεσμούς επενδύουν μακροπρόθεσμα,
  • δεν σπαταλούν χρόνο και πόρους για …προστασία ή βόλεμα και
  • είναι περισσότερο διατεθειμένα να δεχθούν μεταρρυθμίσεις, αν θέλετε, να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά.

Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι είμαστε μια χώρα χαμηλής εμπιστοσύνης (ΟΟΣΑ, 2017).

Δεύτερον, τα φανερά ειδικά συμφέροντα και οι αφανείς διαπλοκές στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας.

Απλοποιώντας κάπως και τελειώνοντας σημειώνω ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση γενικευμένης δυσπιστίας όπου κάθε μια κοινωνική ομάδα ή κάθε ένας από τους παίκτες στη δημόσια σφαίρα (με εξαιρέσεις πάντως) διαμορφώνουν χωριστά και ανεξάρτητα τη δική τους άποψη για το τι πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους δικούς τους ορισμούς συμφέροντος. Τότε, μας προειδοποιεί η θεωρία (βλ. δίλημμα των φυλακισμένων), θα καταλήξουν σε αποφάσεις που τελικά είναι χειρότερες για όλους (ή έστω για τους περισσότερους) από εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν αν συντονίζονταν και εκτιμούσαν σωστά και από κοινού τα οφέλη και κόστη των αλλαγών.

Ο ρόλος της ηγεσίας που εκπέμπει σαφή μηνύματα αλλαγής, αψηφά το βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος και διεκδικεί την ψήφο των πολιτών με αυτήν ακριβώς την εντολή, είναι τότε κρίσιμος για την υπέρβαση της χειρότερης «λύσης», δηλαδή της ασταθούς στασιμότητας ή και αργόσυρτης διαδικασίας οικονομικής και κοινωνικής παρακμής. Στην περίπτωσή μας πολλά εξαρτώνται συγκεκριμένα από αυτό που οι διεθνείς θεσμοί αποκαλούν «οικειοποίηση» των μεταρρυθμίσεων (ownership), ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις πρέπει να «ενστερνισθούν» και εφαρμόσουν αξιόπιστα ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.