Πελατειακή και ανθρώπινη μεροληψία έναντι εκσυγχρονισμού. Σκέψεις για το πελατειακό σύστημα. 

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τεύχος  179 Σεπτεμβρίου 2026.

Σειρά «επεισοδίων» αναθέρμανε τη  δημόσια συζήτηση για τις πελατειακές πρακτικές (τα «ρουσφέτια») και τη διαφθορά. Υπενθυμίζω ότι πελατειακές συμπαιγνίες  ή διευθετήσεις διαπερνούν  τη μαζική κακοδιαχείριση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, το δυστύχημα των Τεμπών όπου εμφανώς ανεπαρκής υπάλληλος είχε αναδειχθεί σε σταθμάρχη,  άλλοι απλά δεν ήταν στη θέση τους ενώ επίσης είχε παγώσει ο εκσυγχρονισμός των επικοινωνιών στους σιδηροδρόμους, τις αποκαλύψεις για την πολεοδομία (που δεν εξέπληξαν την κοινή γνώμη), ακόμη και την καταστροφική πυρκαγιά στο  ξεχασμένο Μάτι με τα δεκάδες «αυθαιρέτων» που έκλειναν κάθε δρόμο διαφυγής. Στο Μάτι μάλιστα, μετά την καταστροφή, είχε αναρτηθεί ταμπέλα με το σύνθημα «νομιμοποίηση όλων των αυθαιρέτων τώρα» (η κάπως έτσι).

Υποκριτική δημόσια συζήτηση

Η  δημόσια συζήτηση για τις πελατειακές πρακτικές έμεινε όμως  ρηχή και υποκριτική καθώς υποτάχθηκε στη λογική της κομματικής αντιπαράθεσης και του παιγνίου επίρριψης προσωπικών ευθυνών σε (πολιτικά) πρόσωπα, Επισκίασε τα δομικά προβλήματα,  την πρόοδο ή έστω τις απόπειρες μεταρρυθμίσεων σε πολλούς τομείς π.χ.  μέσω της ψηφιοποίησης. Κατά διαστήματα η δημόσια ζωή έδινε τη εικόνα ενός πάζλ  με ατάκτως ριγμένα κομμάτια στο τραπέζι.

Προσωπικές ευθύνες υπάρχουν βέβαια, αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι τα υπεύθυνα πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε συνθήκες που δεν ελέγχουν πλέον. Στην πρωτοπορειακή διατύπωση του Karl  Marx  «οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, αλλά  την κάνουν όχι από ελεύθερη βούληση σε συνθήκες που έχουν επιλέξει, αλλά  σε υπάρχουσες, δεδομένες και κληροδοτημένες συνθήκες»  («Der 18. Brumaire»).

Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε, όπως έγραψε ο Francis Fukuyama, πως είναι προβληματική η πλήρης απαξίωση του φαινομένου της προσωπικής μεροληψίας. Οι άνθρωποι έχουν ένα φυσικό τρόπο κοινωνικότητας που συνίσταται στο να ευνοούν ή να προτιμούν φίλους και συγγενείς. Σε περιπτώσεις κρίσεων οι κοινωνίες τείνουν να τον ανανεώνουν.[i] Με άλλα λόγια, η δημόσια συζήτηση  επισκίασε την ανθρώπινη και την πολιτισμική- θεσμική   διάσταση της δεδομένης και ιστορικά διαμορφωμένης πατρωνίας.

Στην Ελλάδα οι πελατειακές σχέσεις αναπτύσσονται σε ένα ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων πέραν της κεντρικής και αυτοδιοικητικής πολιτικής – σε ΑΕΙ και άλλους ενδιάμεσους φορείς, οικογενειακές μικρές επιχειρήσεις, ιδρύματα κλπ. Είναι εμπεδωμένες στην κουλτούρα μας.

Όμως, μετά την πρόσφατη  συσσώρευση αποκαλύψεων. Πρέπει να διευρύνουμε την οπτική μας.

Η πατρωνία   είναι προ-νεωτερικός άτυπος θεσμός.

Οι αιτίες των πελατειακών πρακτικών που μας ενδιαφέρουν εδώ  είναι πολλές. Συχνά αναφέρεται ότι η «κακή γραφειοκρατία»  αναγκάζει τους πολίτες να αναζητούν παράκαμψη των κανόνων. Υπό την οπτική αυτή η πατρωνία εμφανίζεται  τότε  ως μέσο για ανθρωπιστικές διορθώσεις του «συστήματος». Η άποψη αυτή οδηγεί σε θεωρητικό στενοσόκακο. 

Υπό άλλη οπτική το πελατειακό σύστημα αναλύεται ως προ-νεωτερικός άτυπος θεσμός.  Οι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι μας συμφωνούν ότι επιβίωσε ως μόνιμο χαρακτηριστικό σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Το πελατειακό φαινόμενο εμφάνισε δύο όψεις και για όλες μπορεί κανείς να αντλήσει χαρακτηριστικά παραδείγματα από την ιστορία: Εξατομικευμένη ψηφοθηρία (με επιλεκτικές αναθέσεις έργων, διορισμούς κλπ), και συλλογικές διευθετήσεις των κυβερνήσεων με οργανώσεις συμφερόντων (για παροχή «club goods»). Τις πελατειακές σχέσεις οργάνωναν οι κεντρικοί κομματικοί και οι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί εμφανέστερα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και αναπαράχθηκαν με παρόμοιο τρόπο στη συνέχεια από τη ΝΔ  και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξακολούθησαν να είναι περισσότερο ή λιγότερο πυκνές, να υποβαθμίζουν κριτήρια αποτελεσματικότητας και αξιοκρατίας, να διακρίνουν δικτυωμένους από μη δικτυωμένους ή από τους δικτυωμένους σε αντίπαλο σχήμα, ανεξαρτήτως ικανοτήτων ή τυπικών προσόντων.

Λόγω της πελατειακής λογικής που έβρισκε νέα πεδία δράσης και «καινοτόμες» μεθόδους, το κράτος ουδέποτε έγινε αντιληπτό  ως μία μη ελεγχόμενη από την κοινωνία (τους πολίτες)  και απόμακρη μηχανή. Στα πολιτικά προγράμματα σπάνια  ετέθη θέμα μείωσης του κράτους. Οι υποσχέσεις είχαν κατά κανόνα μία μόνο κατεύθυνση- την ανακατανομή των ωφελούμενων   μέσω του κράτους  ή εντός του. 

Ισορροπία τρόμου μεταξύ πελατειακών ομίλων.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπέρβαση της πατρωνίας είναι σισύφειο έργο.  Αντλώντας από μια εξαιρετική πρόσφατη μελέτη του Άρη Τραντίδη[ii] δεχόμαστε συνοπτικά ότι οι σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε πολιτική ηγεσία και πελατειακές ομάδες είναι τόσο δυνατές ώστε οι αποφάσεις των αρχών διαμορφώνονται αφού ληφθούν υπόψη τα αιτήματά των εκάστοτε εμπλεκόμενων κοινωνικών ομάδων. Σε ένα δικομματικό σύστημα το πολιτικό παίγνιο βρίσκεται σε ισορροπία τρόμου: Δηλαδή, στο σημείο από το οποίο οποιαδήποτε μονομερής κίνηση  κυβερνώντος κόμματος προς εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που μειώνουν το πεδίο των πελατειακών σχέσεων δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην  αντιπολίτευση. Στο ίδιο πνεύμα, ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος διαπιστώνει ότι οι πελατειακές σχέσεις έχουν γίνει «νοοτροπία και αρχή οργάνωσης της κοινωνίας» και «καίριο δομικό χαρακτηριστικό της».[iii]  

Συνέπειες σε κράτος και οικονομία.

Οι πελατειακές διευθετήσεις συγγενεύουν με τη διαφθορά (στη νεοελληνική διάλεκτο: «μίζες», παλαιότερα »μπαξίσι», «λάδωμα» υπαλλήλων και πολιτικών ή τρίτων διαμεσολαβητών), αλλά δεν ταυτίζονται με αυτή. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι ασαφείς και ασταθείς. Αποτελούν όμως, πρώτον,  ευεπίφορο για διαφθορά υπέδαφος, το οποίο,  φυσικά,  πολίτες και διαμεσολαβητές πάσης φύσης δεν αφήνουν  αναξιοποίητο.

Η  πατρωνία από τη φύση της λειτούργησε, δεύτερον,  ως  μεσίτης για τη διάχυση της αίσθησης   ότι δεν μοιράζονται όλοι την ίδια μοίρα, ότι δεν έχουν δεσμεύσεις έναντι του συνόλου ή κάποιου ασαφούς κοινού ή  δημοσίου συμφέροντος παρά την  επίσημη ρητορική σε καθιερωμένες τελετουργίες.  Η πελατειακή λογική μείωνε την εμπιστοσύνη στους   τυπικούς θεσμούς  της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στη δημόσια συζήτηση οι πελατειακές πρακτικές γίνονταν συχνά (και μάλλον υποκριτικά) αντικείμενο ηθικολογικών δηλώσεων, είχαν όμως βαθιές επιπτώσεις σε οικονομία και κράτος.   Ενδεικτικά μόνον σημειώνουμε εδώ ότι συσχετίζονται καλά με την αναποτελεσματικότητα του κράτους (και του ευρύτερου συστήματος διακυβέρνησης), δημιουργούν ευεπίφορο έδαφος για διαφθορά, εξασθενίζουν την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, φθείρουν την κοινωνική συνοχή, προκαλούν ανισότητες, καταλήγουν σε ανορθολογική χρήση των διαθέσιμων πόρων. Επίσης, προκαλούν μακροοικονομικές ανισορροπίες (ελλείμματα, χρέη κλπ) καθώς οι διαθέσιμοι πόροι (φορολογικά έσοδα) δεν επαρκούν κατά κανόνα για την ικανοποίηση υφιστάμενων και νέων πελατειακών σχέσεων. Οι πελατειακές πρακτικές συνέβαλαν στην επώαση της ελληνικής κρίσης της δεκαετίας του 2010’, που υπήρξε η βαθύτερη στην ΕΕ και δυσχέραναν την αντιμετώπισή της. Δεν πρόκειται για αποκλειστικό χαρακτηριστικό κάποιων κοινωνικών ομάδων, ούτε πολιτικών παρατάξεων, αλλά για ένα περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτό μέσο (όχημα) προαγωγής παρτικουλαριστικών επιδιώξεων.

Η αγορά και ο ανταγωνισμός περιορίζουν την πατρωνία- αν λειτουργούν .

Η πελατειακή λογική δεν είναι άγνωστη στις προηγμένες δυτικές χώρες. Ωστόσο εκεί  τιθασεύεται σε μεγαλύτερο βαθμό από ένα ισχυρό πλέγμα αξιών που συνυφαίνονται με τους κανόνες της οικονομικής αποτελεσματικότητας και του ανταγωνισμού. Αυτό το πλέγμα περιορίζει την «αταξία» (= εντροπία)   που προκαλεί η πατρωνία.   Είναι αλήθεια επίσης, ότι όπου ο ανταγωνισμός λειτουργεί στη βάση σταθερών και σαφών κανόνων (οι οποίοι εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς), οι  επιχειρήσεις δίνουν τη σημασία που πρέπει στην οικονομικά αποτελεσματική χρήση των πόρων τους (efficiency). Ο υγιής ανταγωνισμός λειτουργεί ως ανάχωμα κατά πελατειακών ή οικογενειακών προτιμήσεων. Όμως και στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες η πατρωνία δεν εξαλείφεται.[iv]

Στην Ελλάδα ο εκάστοτε επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός, που από τη φύση του είχε φιλελεύθερα χαρακτηριστικά,  συγκρούσθηκε με την πατρωνία.   Στη σύγκρουση  αυτή μπορούμε ίσως να βρούμε ρίζες του  ιδεολογικού αντι-φιλελευθερισμού στην Ελλάδα (και αλλού). Συστατικά του στοιχεία είναι   η προτίμηση του μεγάλου κράτους, η εξιδανίκευση και υπερτίμηση των δυνατοτήτων του, η υποτίμηση της (σχετικής έστω) αυτοτέλειας των οικονομικών διεργασιών, η διάχυτη δυσπιστία έναντι της αγοράς και του ανταγωνισμού (anti-market bias), οι πολύμορφες πρακτικές παράκαμψης  του κράτους δικαίου (rule of law).

Η αντίθεση πατρωνίας και εκσυγχρονισμού .

 Ωστόσο δεν έλειψαν πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της πατρωνίας. Η Ελλάδα εισήλθε στη νεωτερικότητα  με διαδοχικές φάσεις εκσυγχρονισμού των θεσμών και των πολιτικών της. Μετά τον εμφύλιο και την ένταξη της χώρας στη Δύση,  Ο εκσυγχρονισμός σήμαινε στην πράξη σε ένα γενικό επίπεδο προσαρμογή (ή μεταρρύθμιση) τυπικών θεσμών ώστε να γίνουν  συμβατοί με το νέο πλαίσιο.  Η προσαρμογή αυτή δεν ήταν ποτέ πλήρης. Έτεινε όμως να θέσει το  «νόμο» πάνω από τη συγγένεια, τη φιλία και τις τοπικές  σχέσεις. Υπέσκαπτε ανεπαίσθητα ή μερικές φορές απότομα παραδοσιακούς δεσμούς, τρόπους ζωής οργανωμένους γύρω από την οικογένεια, την πατριά, την Εκκλησία  την τοπική κοινότητα.

 Οι νέοι τυπικοί θεσμοί  που εισάγονταν συχνά με επώδυνο τρόπο  ήταν απαιτητικοί  παρά  τα κενά, τα εγγενή ελαττώματα («τρύπες) και εξαιρέσεις, γιατί ζητούσαν αλλαγές στη συμπεριφορά  των ατόμων, π.χ. να μη λαβαίνουν υπόψη  την οικογένεια, να μη διαπραγματεύονται με πάσης φύσης διαμεσολαβητές  ιδιαίτερα οφέλη , να ξεχνούν ιστορική πελατειακή νομιμοφροσύνη, να τηρούν τον νόμο   κλπ. Με άλλα λόγια ο εκσυγχρονισμός λειτουργούσε δυνητικά  ως εχθρός της παράδοσης. Όμως εξ αρχής οι νέοι θεσμοί,  που όφειλαν να διασφαλίζουν  ίσες υποχρεώσεις και δικαιώματα σε όλους  χωρίς διακρίσεις  διαβρώθηκαν  εν μέρει από την παράδοση. 

Μετά την πτώση της Δικτατορίας, πρόσθετα όρια στις πελατειακές λογικές και στη συνυφασμένη με αυτές κουλτούρα πρόκυπταν δυνητικά  από την ένταξη στην ΕΕ και την ΟΝΕ που απαιτούσε διατήρηση ή αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, εισαγωγή κριτηρίων αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας σε κράτος και επιχειρήσεις. Την περίοδο των Μνημονίων (2010-2018), η πίεση για εκσυγχρονισμό των δημόσιων πολιτικών ασκήθηκε χωρίς προσχήματα με τη μορφή της αιρεσιμότητας (conditionality), δηλαδή της χορήγησης δανείων προς αποτροπή της χρεοκοπίας υπό τον όρο εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων πολιτικής. Το πελατειακό σύστημα συγκρούσθηκε ευθέως πλέον με τον «εισαγόμενο ορθολογισμό». [v]

Οι κυβερνήσεις και μέρος της πολιτικής τάξης έχοντας μαζί τους τμήματα της κοινωνίας που είχαν αναπτύξει εμπορικούς, πολιτισμικούς και επενδυτικούς δεσμούς με τη Δύση, δεν μπορούσαν μεν να αγνοήσουν παντελώς τις γενικότερες ανάγκες της χώρας, αναζητούσαν όμως, όπως σημειώσαμε, συμβιβασμούς ώστε να διασώσουν όσο γίνεται περισσότερα πελατειακά κεκτημένα. Η δεκαετία των μνημονίων είναι η ιστορία της πελατειακής μεροληψίας στην οικονομική μεταρρύθμιση.

Οι «διευθύνουσες τάξεις» επιδίωξαν να μετριάσουν το κόστος των μεταρρυθμίσεων για  ομάδες πελατών τους σχεδιάζοντας ένα πακέτο μέτρων που διατηρεί όσο το δυνατόν περισσότερο τα πελατειακά κεκτημένα.[vi]

Η αναζήτηση ατελών και οπωσδήποτε πρόσκαιρων συμβιβασμών μεταξύ πελατειακής και οικονομικής λογικής,  ή μεταξύ προσαρμογής στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και παραδοσιακών εθισμών της πολιτικής, εκδηλώθηκε σε απειράριθμες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Παραδείγματα προσφέρουν οι διαδοχικές ατελείς και αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού, της παιδείας, της Δικαιοσύνης, της Δημόσιας Διοίκησης (βλ. διαδοχικές παρακάμψεις του ΑΣΕΠ), οι περιβόητες τροπολογίες κλπ.  Μετά το 2019 τον εκσυγχρονισμό του κράτους συνεπικουρεί η  τεχνολογία μέσω μεγάλων προγραμμάτων ψηφιοποίησης που περιορίζουν  τις ευκαιρίες για εξατομικευμένες πελατειακές συμπαιγνίες, όμως αυτές συνεχίσθηκαν όπου έβρισκαν χώρο., όπως έδειξαν καθαρά οι μέθοδοι χορήγησης επιδομάτων στην αγροτική οικονομία, η διαρκής  χωροταξική αφασία, η διαχείριση προσωπικού σε δημόσιους φορείς (βλ. ΟΣΕ)  κ.α.


[i] Francis Fukuyama, The Origins of Political Order, Profile Books Ltd, 2012.

[ii] Aris Trantidis, Clientelism and economic policy. Greece and the crisis, Routledge, London and New York, 2016.

[iii] Βλ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, Κράτος και Μεταρρύθμιση στη σύγχρονη Νότια Ευρώπη, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2007, σελ. 102. Για το βάθος της πελατειακής λογικής στη μικροκλίμακα διαφόρων φορέων. μπορούν να παρατεθούν  απειράριθμα παραδείγματα. Ο  αθηναϊκός και ο επαρχιακός τύπος είναι πλούσιος σε κοιτάσματα «μικρο-πελατειακών διευθετήσεων γύρω από διορισμούς, αναθέσεις έργων, παραλείψεις κατά την εφαρμογή του νόμου,  κλπ. 

[iv] Βλ. βιβλίο του Michael J. Sandel με τον παράδοξο εκ πρώτης όψεως τίτλο   Η τυραννία της αξίας. Τι έχει απογίνει το γενικό καλό; Εκδόσεις Πόλις, 2022.

[v] Βλ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας, «Εισαγόμενος διοικητικός εκσυγχρονισμός», στην εφημερίδα Το Βήμα 4.8.2013.

[vi] Για τους έλληνες πολιτικούς που προσπαθούσαν ήδη τη δεκαετία του 40 να εντάξουν την αμερικανική βοήθεια σε  πελατειακά προγράμματα παρά την οικονομική λογική έγραφε ο Αργύρης Φατούρος ότι «νόμιζαν τον εαυτό τους δεξιοτέχνη στο ρόλο του ραδιούργου υφισταμένου» που προσπαθούσε να ματαιώσει ανεπιθύμητες εξελίξεις. Βλ. Αργύρης Φατούρος  «Πως κατασκευάζεται ένα επίσημο πλαίσιο διείσδυσης : Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα 1947-1948» στο Ι. Ιατρίδης (επιμέλεια) Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα , σελ. 419-460, σελ. 420. 

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται θεραπείες σοκ – Περί επιθετικών μεταρρυθμίσεων  και σκληρής λιτότητας τύπου Milei.

[ δηοσιεύθηκε στο  Books’ Journal,   τεύχος  174  Μαρτίου 2026 ]

Η εκλογήJavier Milei στην Αργεντινή που άντεξε πρόσφατη ενδιάμεση εκλογική δοκιμασία έδωσε ένα (προσωρινό;) τέλος στην κυριαρχία του περονισμού[1]. Από τη σκοπιά αυτή, διάψευσε τις ελπίδες της ευρωπαϊκής αριστεράς  για την επαναστατική δυναμική κινημάτων της Λατινικής Αμερικής και την αντίσταση των λαών της κατά του δυτικού καπιταλισμού. Διέψευσε ακόμα ένα συγκεκριμένο μοντέλο κρατικά ωθούμενης ανάπτυξης.[2]  

Η εκλογή Javier Milei και το  πείραμά του για ένα  ριζοσπαστισμό της αγοράς στην Αργεντινή αναθέρμανε αθόρυβα και στην ελληνική δημόσια συζήτηση το ζήτημα του φιλελευθερισμού.  Μερικοί υπονόησαν ότι η Ελλάδα χρειάζεται κάτι σαν το αλυσοπρίονο του  Javier Milei (βλ. πιο κάτω) για να εισέλθει σε διατηρήσιμη τροχιά ανάπτυξης  ή, υπαινικτικά,  ότι η ΝΔ του  Κυριάκου Μητσοτάκη διέψευσε τις φιλελεύθερες φιλοδοξίες. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι δεν τους προβλημάτισαν σοβαρά  οι διαφορές με την Αργεντινή.

Η Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μία αρχική ανάπτυξη άρχισε να παρακμάζει. Η αιώρα  της πολιτικής της κινήθηκε από τον ακραίο κρατισμό του περονισμού σε πρόσκαιρες πολιτικές ακραίας λιτότητας.[3]  Μετά τον Περόν ακολούθησαν απότομες ανατροπές πολιτικής, πραξικοπήματα, στυγνές δικτατορίες  αναταραχές και βίαιες συγκρούσεις. Στην Ελλάδα αντίθετα υπήρξαν μεν κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις,  αλλά η δημοκρατία άντεξε.  Κατά πάσα πιθανότητα η χώρα απέφυγε βαθύτερες κρίσεις, μεταξύ άλλων, λόγω της ένταξης της στην ΕΕ, της μακράς δημοκρατικής παράδοσης και της μικρομεσαίας οικονομικής δομής.

Ας το διατυπώσουμε λοιπόν ευθέως: Η Ελλάδα δεν ήταν  και δεν  είναι Αργεντινή, ούτε βρίσκεται στο χείλος μιας οικονομικής κατάρρευσης όπως η λατινοαμερικανική χώρα μολονότι ο λαϊκισμός τους είχε κάποιες ομοιότητες. Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται το αλυσοπρίονο του  Milei. 

«Επιθετικές μεταρρυθμίσεις και λιτότητα» υπό την απειλή χρεοκοπίας.

Η κατάσταση που παρέλαβε ο  Javier Milei το 2024 ήταν όντως τραγική: Το κράτος απασχολούσε περίπου το ένα τρίτο των εργαζομένων και χορηγούσε επιδόματα σε περισσότερους από τους μισούς πολίτες. Είχε παγιωθεί, παρά κάποιες μεταρρυθμιστικές αναλαμπές, ένα σύστημα εξουσίας που στηριζόταν στη γραφειοκρατία του κράτους, του κόμματος και των συνδικάτων. Ο πληθωρισμός είχε ξεπεράσει το αστρονομικό ποσοστό του 200% και η Κεντρική Τράπεζα τύπωνε ασταμάτητα χρήματα. Η διαρκής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος πέσο τροφοδοτούσε τον πληθωρισμό.  Ήταν το θανατηφόρο δηλητήριο για την οικονομία. Η κυβέρνηση για να ανακόψει τον φαύλο κύκλο αναγκαζόταν   να καθορίσει ανώτατες τιμές για πολλά προϊόντα   με αποτέλεσμα οι έλεγχοι των τιμών να προκαλούν μειώσεις της παραγωγής, ελλείψεις στα καταστήματα και μια ανθηρή μαύρη αγορά. Με άλλα λόγια πήγαιναν να θεραπεύσουν τα συμπτώματα και όχι τις βασικές αιτίες των προβλημάτων.  Η δημόσια οικονομία είχε περιέλθει σε αδιέξοδο καθώς τα   ελλείμματα βρίσκονταν εκτός ελέγχου, η κυβέρνηση δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο να εξυπηρετήσει τα χρέη και, ως εκ  τούτου, λειτουργούσε υπό τη μόνιμη απειλή χρεοκοπίας. Η οικονομία ήταν στάσιμη και η  ανεργία  υψηλή. [4]

Ο Javier Milei ξεκίνησε μία προεκλογική εκστρατεία με ένα ριζοσπαστικά φιλελεύθερο πρόγραμμα. Το συμβόλισε με το αλυσοπρίονο που κράδαινε στις συγκεντρώσεις  υποδηλώνοντας ότι έτσι θα πριονίσει το κράτος. Στο παγιωμένο  περονικό σύστημα αντέταξε ένα καινοφανή ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Ανταποκρίθηκε στη  γενική πεποίθηση ότι «δεν πήγαινε άλλο».

Ο οικονομολόγος και νυν πρόεδρος της Αργεντινής  Javier Milei  συμμερίζεται, κατά δήλωσή του, τη λεγόμενη Σχολή του Σικάγου, εμβληματικός  εκπρόσωπος  της οποίας ήταν ο Milton Friedman.  Η βασική ιδέα της: Κράτος όσο γίνεται μικρότερο, και ελεύθερη αγορά όσο γίνεται περισσότερη. Μεταφράσθηκε, στη γλώσσα του ΔΝΤ, σε «επιθετικές μεταρρυθμίσεις και λιτότητα».

Ο Javier Milei δεν ήλθε ουρανοκατέβατος με τη βίβλο του Σικάγου στα χέρια. Το έδαφος για τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του είχαν προετοιμάσει κάπως  ακαδημαϊκοί ακτιβιστές όπως ο  Augustin Etchebarne και η δραστήρια δεξαμενή σκέψης     Libertad  y Progreso που οργάνωνε διαλέξεις  σε πλατείες  και αγορές, κινηματογράφους και θέατρα  ή και στους δρόμους  προσπαθώντας να τους περάσει νέους τρόπους σκέψεις, την ιδέα του Libertadismo.[5] Η τραγική κατάσταση της οικονομίας πρόσφερε  γόνιμο έδαφος για να ανθίσει.

Αμέσως μετά την εκλογή του ο Milei εφάρμοσε δραστικά μέτρα ανατροπής του ετατισμού της Αργεντινής.  Ήταν μία βίαιη  «θεραπεία σόκ»:απέλυσε με το καλημέρα πενήντα  χιλιάδες κρατικούς υπαλλήλους,  έκλεισε τα μισά υπουργεία (!), περιέκοψε τους μισθούς των ανώτερων υπαλλήλων  που έμειναν, διέγραψε  οικονομικές επιδοτήσεις και κοινωνικά προγράμματα, ακύρωσε εκατοντάδες μέτρα ρύθμισης των αγορών, πολλά από τα οποία υποτίθεται ότι προστάτευαν τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Με τα μέτρα αυτά κατάφερε να μειώσει τις κρατικές δαπάνες κατά περίπου 30% (!) και σε ένα σχεδόν μήνα εξάλειψε το δημοσιονομικό έλλειμμα.  Έκτοτε ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει ένα μικρό πλεονάσματα (το 2025 0,3% του ΑΕΠ[6]), ο πληθωρισμός έπεσε κάθετα από επίπεδα άνω του 200 %  στο 4%, τα ενοίκια μειώθηκαν και η φτώχεια αναχαιτίσθηκε! Ο ρυθμός μεγέθυνσης του  ΑΕΠ ανήλθε σε 4,5%.  Εν τούτοις η ανεργία παρέμεινε υψηλή. Τον Μάρτιο 2025 η Αργεντινή εξασφάλισε ένα νέο δάνειο 20 δις από το ΔΝΤ αφού αποφάσισε να άρει πολλούς ελέγχους του συναλλάγματος και να διευρύνει τα περιθώρια ευελιξίας της συναλλαγματικής τιμής.[7] Τον Οκτώβριο του 2025 απέφυγε μια νέα συναλλαγματική κρίση χάρη στην στήριξη των ΗΠΑ. Το πέσο θεωρείται πάντως ακόμα υπερτιμημένο.   

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται θεραπεία σοκ.

Η κατάσταση στην Ελλάδα διαφέρει όπως άλλωστε και η ιστορική της διαδρομή. Αναμφίβολα περιήλθε σε βαθιά κρίση μετά το 2009. Την περίοδο των μνημονίων απώλεσε λόγω λιτότητας περίπου 25% του ΑΕΠ. Επίσης από καιρό είχε διολισθήσει στον δρόμο της αποβιομηχάνισης ενώ έχανε τις ευκαιρίες της νέας τεχνολογικής επανάστασης. Από τις πολλές αιτίες ξεχωρίζει ένας ύπουλα γενναιόδωρος  ετατισμός – ύπουλα γιατί στηριζόταν σε χρέη, αναποτελεσματική διαχείριση δημόσιων πόρων και εκτεταμένη προσοδοθηρία.[8]  Όμως, διαδοχικές  ελληνικές κυβερνήσεις (ακόμη και των ΣΥΡΖΑΕΛ) επέλεξαν, μετά το πρώτο σοκ, εναλλακτικές μεθόδους αντί του   αλυσοπρίονου. Πιθανόν η ένταξη στην ΕΕ, αργότερα στην Ευρωζώνη και η εποπτεία των «θεσμών» (= της Τρόικας) έθεσε όρια στον παρεμβατικό ακτιβισμό του κράτους  και των συμφερόντων που τον στήριζαν. Από το 2018, αλλά σταθερότερα με την άνοδο της ΝΔ, ο προϋπολογισμός παράγει πλεονάσματα, η φοροδιαφυγή έχει περιορισθεί, η ανεργία μειώνεται, οι σχέσεις κράτους  και επιχειρήσεων και πολιτών  βελτιώνονται με την ψηφιοποίηση. Οι επιχειρήσεις  βλέπουν να πνέει ένας ευνοϊκός άνεμος. Οι διεθνείς αξιολογήσεις  αναβαθμίζουν συνεχώς το αξιόχρεο της χώρας  επιτρέποντας στην κυβέρνηση να προσφεύγει στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου  με χαμηλότερα επιτόκια (σήμερα 3,5% για τα δεκαετή ομόλογα έναντι 3,6% της Γαλλίας!). Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο μονοπάτι της ήπιας προσαρμογής(2019-2026).

Συνολικά εκτιμώντας την κατάσταση,  τα πράγματα δεν είναι σήμερα καταστροφικά σε σύγκριση με όσα συνέβαιναν στην Αργεντινή πριν αναλάβει ο Javier Milei. Επομένως δεν χρειάζεται τέτοιου είδους  βίαιη θεραπεία σοκ εδώ, αλλά μάλλον συνέχεια, σταθερότητα και ενδυνάμωση της ακολουθούμενης πολιτικής με την προσθήκη ορισμένων κρίσιμων μεταρρυθμίσεων σε Δικαιοσύνη, στην εφαρμογή των  νόμων,  σε παιδεία και χωροταξία. Το μείζον πρόβλημα είναι πως η χώρα θα ξεπεράσει ήπια, δηλαδή  σταδιακά και χωρίς υπερβολές, αλλά επιταχύνοντας τους ρυθμούς, τα μεγάλα δομικά προβλήματα που εξακολουθούν θολώνουν τις μακροχρόνιες προοπτικές της και όχι να καταφύγει ατελέσφορα στο αλυσοπρίονο. Δεν έχω απάντηση στο ερώτημα πόσο ήπια πρέπει να είναι η μεταρρυθμιστική πολιτική στο μέλλον, ας πούμε μετά τις εκλογές του  2027. Πάντως εκτιμώ ότι η ελληνική πολιτική θα πρέπει να επηρεάζεται περισσότερο από φιλελεύθερες ανησυχίες και δεν πρέπει να επηρεάζεται από την σχεδόν ενστικτώδη αγανάκτηση και τον θυμό που εκδηλώνεται σε κάθε μεγάλη ή μικρή μεταρρύθμιση ή τυχαίο συμβάν.

Η κοινωνία μας δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύει ότι μπορεί να βολευθεί σε ένα αιώνια αμετάβλητο παρόν ή  με τη νοσταλγία  ενός εξωραϊσμένου   παρελθόντος.

                                                            ———-  // ——–


[1]Από τον Χουάν  Ντομίνγκο  Περόν(Juan Domingo Perón)    στρατηγό  και πολιτικό της Αργεντινής, ο οποίος εκλέχθηκε τρεις φορές Πρόεδρος της χώρας από το  1946 ως το 1955 και από το 1973 ως το 1974.  Βλ. μεταξύ πολλών άλλων  Norbert Rehrmann  Lateinamerikanische Geschichte,  Rowohlt. Hamburg  2005.

[2] Ορισμένες  αναλύσεις λατινοαμερικανών διανοουμένων, εξέταζαν το βάρος της πολύπλευρης εξάρτησης των περιφερειών από τις μητροπόλεις (θεωρία της  dependencia) μετά τη βίαιη ένταξή των πρώτων  στο παγκόσμιο σύστημα. Βλ. ενδεικτικά Fernando  Cardoso und Enzo Faletto  Abhängigkeit und Entwicklung in Lateinamerika, edition Suhrkamp, 1976 .

[3] Για τις διαστάσεις των κρίσεων  της Λατινικής Αμερικής που μας υπενθύμισε πρόσφατα  η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουελας  Μαδούρο, βλ. επίσης το  βιβλίο του Κώστα Πιπίνη  Ιστορίες από τη Λατινική Αμερική, εκδόσεις Κέδρος , Αθήνα 2025.

[4] Τη γενική εικόνα περιγράφουν καλά οι εκθέσεις του ΔΝΤ στο οποίο είχε προσφύγει η Αργεντινή.

[5] Για τις ιδέες του βλ. Συνέντευξή του  στο You Tube με τίτλο  Le clave e la Libertad, 19.12.2019 και άλλες αναρτήσεις. Στην Ελλάδα δραστηριοποιείται σε μικρότερη πάντως κλίμακα το Κέντρο Φιλελευθέρων Μάρκος Δραγούμης ενώ  συναφείς ιδέες παρουσιάζει η ιστοσελίδα του  liberal. gr.  

[6] Σύμφωνα με εκτίμηση της Economist Intelligence Unit.  The Economist, December 2025, από όπου και τα στοιχεία για την ανάπτυξη. Η έκθεση του ΔΝΤ δεν έχει οριστικοποιηθεί ως τα τέλη του 2015,αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις δραματικές αλλαγές στην Αργεντινή. 

[7] Βλ.  IMF Executive Board Approves 48-month US$20 billion Extended Arrangement for Argentina, April 12, 2025.

[8] Έχω εκθέσει τις σχετικές μου απόψεις σε πολλές δημοσιεύσει . Βλ. μεταξύ άλλων  Πάνος Καζάκος  Τέλος των ψευδαισθήσεων; – Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια  2009-2019, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθηνα 2020,  «‘Καθεστωτική’ αλλαγή και ανάπτυξη στον αστερισμό των (παλαιών και μελλοντικών) μνημονίων», στη Νέα Εστία, Μάρτιος 2014, σελ. 89-107  και Η δραχμή δεν θα είναι λύση, εκδόσεις Επίκεντρο, 2016.

Η εξέγερση  κατά  των κανόνων της ΕΕ δεν απέδωσε. Σημειώσεις με αφορμή το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα «ΙΘΑΚΗ» [1].

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal τ. 172, Ιανουράιος 2026.

Διάβασα προσεκτικά το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ΙΘΑΚΗ για  πολλούς λόγους. Πρώτον εμπλουτίζει την ήδη υπάρχουσα πλούσια βιβλιογραφία,[2] εκθέτοντας  τα βιώματά του στο κόμμα και στην πρωθυπουργία από τη δική του σκοπιά, συχνά ως προσωπικό του δράμα. Έχει σημασία   να καταλάβουμε τι σκεπτόταν και τι έκανε. Δεύτερον, το βιβλίο αναφέρεται σε μια κρίσιμη  περίοδο στην οποία παίχθηκε το σπουδαιότερο κεκτημένο της μεταπολίτευσης – η θέση της χώρας στο δυτικό σύστημα και στην ΕΕ. Τρίτον, θέτει θεμελιώδη ζητήματα αριστερής  φιλοσοφίας και συσχετισμών ισχύος στον σημερινό κόσμο. Όνειρα και θολές ελπίδες ήλθαν τότε σε σύγκρουση με την πραγματικότητα- και διαψεύσθηκαν.

Στο παρόν κείμενο εστιάζω στα κεφάλαια που αναφέρονται στο κρίσιμο α΄ εξάμηνο του 2015. Σε αυτούς τους πρώτους μήνες βλέπουμε τα σπέρματα της μετέπειτα  πολιτικής 2015-2019.

Ένας ιδιωφελής απολογισμός

Ας πούμε εξ αρχής ότι το βιβλίο ΙΘΑΚΗ αποτελεί ένα προσωπικό αλλά και ιδιωφελή απολογισμό των έργων και των απόψεών του πρώην πρωθυπουργού. Όπως συνηθίζουν και άλλοι πρωθυπουργοί όταν γράφουν τα απομνημονεύματά τους, ο  Αλέξης Τσίπρας τείνει μάλλον να δικαιολογήσει παρά να επανεξετάσει κριτικά  την κυβερνητική πολιτική  του. 

Σωστά παραπέμπει σε αστοχίες του δεύτερου  Μνημονίου (=προγράμματος προσαρμογής) και ειδικά στον εξωπραγματικό «πολλαπλασιαστή» που υποτίμησε τις υφεσιακές επιπτώσεις των δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας. Επιμένει ότι το συσσωρευμένο χρέος δεν ήταν βιώσιμο πράγμα  που επιβεβαίωσε το καλοκαίρι του 2015 το ΔΝΤ. Έπρεπε συνεπώς  κατά τη γνώμη του να διαγραφεί ένα μέρος του.  Επικρίνει τη θεωρία του trickle down  υποθέτοντας   εν μέρει σωστά, ότι διαπότιζε τα μέτρα του Μνημονίου.  Αυτά αξίζει να συζητούνται και πράγματι συζητούνται στον ακαδημαϊκό χώρο. Είχαν αναμφίβολα και οι δανειστές τις εμμονές τους για τη λιτότητα αι το χρέος.

Όμως τα σωστά περιστοιχίζουν ασάφειες, παραλείψεις, κάποιες ανακρίβειες  τυλιγμένες σε ηθική καταγγελία  και παρερμηνεία των εταίρων. Ενδεικτικά:

Δεν περιγράφει σωστά την κατάσταση που  βρήκε μόλις έγινε πρωθυπουργός  τον Ιανουάριο του 2015 καθώς παραβλέπει ότι το 2014 η οικονομία ανέκαμπτε για να περιέλθει πάλι σε ύφεση επί πρωθυπουργίας του.

Δεν συζητά πραγματικά, μέχρι το δημοψήφισμα, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις  του 2ου Μνημονίου που η κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε τολμήσει να ολοκληρώσει, αλλά τις απορρίπτει συλλήβδην ως «απαράδεκτες», αντικοινωνικές  και αντίθετες με τις αξίες της Ευρώπης.

Πίστευε έως την τελευταία στιγμή ότι οι εταίροι θα υποχωρούσαν (βλ. πιο κάτω) .  Είχε, όπως ομολογεί και ο ίδιος, ψευδαισθήσεις.

Δεν αναγνωρίζει το κόστος της «σκληρής διαπραγμάτευσης». Χαρακτηρίζει  τους υπολογισμούς του κόστους  που δημοσίευε ο ΕΜΣ και άλλοι με το σύνηθες καπαγγελτικό ύφος ως «αριθμητική της πολιτικής εμπάθειας».

Κατά διαστήματα φαινόταν να μη αντιλαμβάνεται τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών της ΕΕ.

Κατά προέκταση, παρερμηνεύει τις προθέσεις των εταίρων στα ευρωπαϊκά συμβούλια και σε διμερείς επαφές:  Κατά μίαν εκτίμησή του ήθελαν να τελειώνουν με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και κατά μίαν άλλη ότι ήθελαν να εκδιώξουν την Ελλάδα από την ΟΝΕ (Grexit).

Αντίθετα όμως  προς όσα γράφει, οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης και οι θεσμοί  ομόθυμα προσπαθούσαν να αποτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Έθεταν όμως ως προϋπόθεση συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και  εξυγίανση της δημόσιας οικονομίας στην Ελλάδα  (βλ. πιο κάτω)

Τέλος ωραιοποιεί τεχνηέντως κρίσιμες αποφάσεις του. Π.χ. όταν γράφει ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήταν «ο πήχης που ποτέ δεν κατάφερε να υπερβεί» ενώ στην πραγματικότητα οδηγούσε στη χρεοκοπία ή όταν υπονοεί ότι το δημοψήφισμα ήταν απλά  «λυτρωτικό» αλλά ο ίδιος μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ. 

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξέφραζε με τις επιλογές του  την αμηχανία της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση  και ο ίδιος έδειχνε αδυναμία κατανόησης των ολοένα και δυσμενέστερων συσχετισμών δύναμης  μέχρι το δημοψήφισμα.

Η αμηχανία της Αριστεράς στην Ευρώπη.

Πράγματι, η ΙΘΑΚΗ τεκμηριώνει παραδειγματικά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει γενικά η Αριστερά  στην Ευρώπη όταν καταφέρνει να κυβερνήσει. Βρίσκεται ξαφνικά απέναντι σε ένα εχθρικό για τις ιδέες της θεσμικό τείχος,  οικονομικό  περιβάλλον και  κοινωνικές δομές. 

Η ελληνική Αριστερά συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ ασκούσε κριτική στις προηγούμενες κυβερνήσεις, όμως  στο ερώτημα τι θα κάνει αν η ίδια κυβερνήσει   οι απαντήσεις της ήταν στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενες. Είχαν συνοψισθεί στο περιβόητο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» Σεπτέμβριος 2014), ένα κατάλογο  παροχών και επιδομάτων, αυξήσεων  μισθών και συντάξεων, παγώματος των ιδιωτικοποιήσεων κλπ.Ποιος μπορούσε να έχει αντίρρηση σε αυτά;Ποιον ενδιέφερε ότι προϋπέθεταν πακτωλό χρημάτων που δεν ήταν διαθέσιμα; Οι πολιτικές αναδιανομής με δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη είναι παλαιά ασθένεια των ευρωπαίων σοσιαλιστών.

Το πνευματικό κλίμα στην ελληνική Αριστερά  (του ΣΥΡΙΖΑ) για τον ρόλο του κράτους, της κοινωνικής πολιτικής, των αγορών και της επιχειρηματικότητας επηρέαζε ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Ξεπερνούσε σε κρατισμό (=από τα «αριστερά») την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η ηγεσία  υιοθετούσε κάθε επέκταση των κρατικών δομών  σε συνδυασμό με την ελληνική εκδοχή του κατακερματισμένου κορπορατισμού (των συντεχνιών).

Η ελληνική  Αριστερά στην περίπτωση των Μνημονίων δυσκολευόταν να παραδεχθεί ότι δεν είχε νόημα να θέτει «εθνικούς» στόχους με εργαλεία τα ελλείμματα και τα χρέη. 

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν ήταν μοναχικός καβαλάρης.

Η συνολική στάση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρισκόταν στο περιθώριο της  ελληνικής κοινωνίας. Οι απόψεις τουσυνέπιπταν  με εδραιωμένες  αντιλήψεις της πλειοψηφίας  των Ελλήνων για την ΕΕ, τον ρόλο του κράτους,  τα «Μνημόνια» και για την κρίση ως έργο ξένων συνωμοσιών.  Η αξιοπιστία των  πολιτικών που είχαν κυβερνήσει έως τότε βρισκόταν στο ναδίρ.  Ό,τι και αν έλεγαν, οι άνθρωποι έβλεπαν πως τα εισοδήματά τους έπεφταν από το 2010. Από το 2009-10 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν ορατό στον κόσμο κάποιο  τέλος της κρίσης. Οι περισσότεροι  φοβούνταν ότι η δυσπραγία θα συνεχιζόταν τα επόμενα χρόνια.

Γεγονός είναι ότι ο λαός  είχε αναπτύξει ένα ορισμένο επίπεδο αξιώσεων  ευημερίας. Μέχρι την κρίση αδιαφορούσε αν αυτό  βασιζόταν σε δάνεια, συσσώρευση χρεών και (κακοδιαχεισμένους)  πόρους της ΕΕ.  Μικρομεσαίων, δημόσια υπαλληλία και πολλές οργανώσεις συμφερόντων,  που ασκούσαν έναν άναρχο εν τέλει διεκδικητισμό,  έπαθαν σοκ όταν διαπίστωσαν ότι το πάρτη τέλειωσε.

Τα παραπάνω -η  σύζευξη της απόρριψης του μνημονίου  με αντικαπιταλιστικό λόγο και αντιευρωπαϊκά επιχειρήματα, αποδοχή πάσης φύσης κοινωνικών αιτημάτων και ταυτόχρονη καταγγελία τους αποτυχημένου «παλαιού» πολιτικού συστήματος -συνέθεσαν μία εκρηκτική αντίληψη που είχε απήχηση (και πολλές ανομολόγητες αλήθειες).   

Δύο ασύμβατα μεταξύ τους διαπραγματευτικά πλαίσια.

Ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει καλά  αυτό που άλλωστε πίστευαν και οι στενότεροι σύντροφοί του, ότι δηλαδή  μπορούν να αποτρέψουν την επικείμενη χρεοκοπία και να λύσουν τα προβλήματα  «πολιτικά». Πράγματι, σε συνάντηση με την Άγκελα Μέρκελ επιχείρησε προς έκπληξή της να ανταλλάξει το Μνημόνιο με την αναγνώριση της τότε FYROM (σήμερα Βόρεια Μακεδονία). Έδωσε όμως τελικά και χωρίς αντάλλαγμα μια αμφιλεγόμενη  διέξοδο στο ζήτημα που ταλαιπωρούσε (και συνεχίζει να  ταλαιπωρεί) την εξωτερική πολιτική της χώρας. 

Ο πρώην πρωθυπουργός έβλεπε το 2ο Μνημόνιο ως την  κορυφή  του παγόβουνου – της αποτυχίας του παλαιοκομματικού συστήματος και  του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που εκπροσωπούσαν οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί οργανισμοί (ΕΕ, IMF) και ισχυροί  παίκτες στο διεθνές σύστημα.   Κατά την άποψή του, ήταν λάθος η  γενική κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών  που φόρτωναν  ουσιαστικά τα βάρη της εκάστοτε προσαρμογής  στους λιγότερο ευνοημένους  ενώ νομιμοποιούσαν τις ανισότητες  με το επιχείρημα ότι αυτές προωθούσαν την ανάπτυξη.

Ο θεωρητικός  αντίλογος, τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποδεχόταν,  τόνιζε αντίθετα την αποτυχία της εσωτερικής πολιτικής να εφαρμόσει αποτελεσματικές πολιτικές προσαρμογής (λέγε μεταρρυθμίσεις) ώστε αφενός μεν να νοικοκυρευτεί η δημόσια οικονομία και αφετέρου να γίνει η εσωτερική παραγωγή πιο ανταγωνιστική με τις κατάλληλες αναδιαρθρώσεις.  Ο πολυδαίδαλος κρατισμός δεν ταίριαζε με ανοιχτές αγορές, ούτε έλυνε τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

 Στο διαπραγματευτικό πεδίο ο Αλέξης Τσίπρας απέρριπτε και τη λογική των θεσμών (πρώην Τρόικας) ότι έπρεπε να τηρηθούν οι κανόνες και οι συμφωνίες  της ΕΕ (pacta servanda sunt), ότι η Ευρωομάδα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθεροποίησης (ΕΜΣ) ήταν μηχανισμοί διακυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ κυρίαρχων και δημοκρατικών κρατών και ότι υπάρχει συνέχεια του κράτους παρά την αλλαγή κυβερνήσεων.  Υποστήριζε σε κάθε ευκαιρία ότι ο ελληνικός λαός είχε αποφανθεί δημοκρατικά κατά του Μνημονίου και των υποστηρικτών του, αλλά δεν αναγνώριζε ότι και οι άλλες χώρες ήταν δημοκρατίες που έπρεπε να  πεισθούν ότι άξιζε τον κόπο να χρηματοδοτήσουν εκ νέου την Ελλάδα.

Αυτό σήμαινε για αυτούς ότι η χώρα, πέραν της τυπικής της υποχρέωση για τηρεί  τις συμφωνίες,  έπρεπε να τακτοποιήσει τη δημόσια οικονομία της ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τα χρέη της  και να εφαρμόσει  συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις για να ανακάμψει η οικονομία.  Αυτό βεβαίως εξυπηρετούσε και τα συμφέροντά τους. Επομένως τα μνημόνια έπρεπε να εφαρμοσθούν (το δεύτερο εκκρεμούσε)  έστω με βελτιώσεις. Αυτά όλα ήταν άβολα για στελέχη που είχαν μάθει να συζητούν ατελείωτα  για τις αρχές μιας καλύτερης κοινωνίας.

Συσχετισμοί και ο «μάγος Χουντίνι».

Βασικό στοιχείο της στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα ήταν η πεποίθηση ότι η ΕΕ θα υποχωρούσε μπροστά στην ελληνική αντίσταση για να αποφύγει τη μετάδοση της κρίσης σε άλλες χώρες και την ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης. Όμως  η Ευρωζώνη θωρακιζόταν, ενώ η οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτέρευε και μαζί της η διαπραγματευτική θέση της.  

Ο Αλέξης Τσίπρας βεβαιώνει ότι έβλεπε τι συνέβαινε.  Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), γράφει,  «μεθοδικά και αθόρυβα είχε απομονώσει πλήρως την ελληνική κρίση, πλέκοντας ένα αόρατο δίχτυ  ασφαλείας για το ευρωπαϊκό σύστημα. Όσο και αν προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε μοχλούς πίεσης, το βασικό εργαλείο που περιμέναμε να δουλέψει – η αναταραχή στις αγορές – δεν δούλευε όπως στο παρελθόν».[3]  Όμως επέμενε να το χρησιμοποιεί έως το δημοψήφισμα.

Η κυβέρνηση, γράφει επίσης,  αγωνιούσε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις μαζί με τις προβλεπόμενες δόσεις αποπληρωμής δανείων.  Ο αρμόδιος υπουργός Δημήτρης Μάρδας, «είχε μετατραπεί σε μάγο Χουντίνι , που ξυπνούσε το πρωί και του έλλειπαν 300 εκατομμύρια  και πριν πάει ξανά για ύπνο το βράδυ τα έβγαζε από το καπέλο του. Έβρισκε πάντα τον τρόπο, ώστε κάθε μήνα να δίνουμε στην ώρα τους τις συντάξεις  και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων».[4] Στα τέλη Ιουνίου αυτή η μαγεία είχε εξαντληθεί και καραδοκούσε η χρεοκοπία.   

Τα διλήμματα στην τελική ευθεία: Grexit ή πρόγραμμα.  

Η τελευταία πρόταση των θεσμών τον Ιούνιο 2015  (που τελικά αποσύρθηκε  όταν η Ελλάδα διέκοψε τη διαπραγμάτευση), ήταν κατά την άποψή του Αλέξη Τσίπρα ευθεία προσβολή της αξιοπρέπειας ενός κράτους επειδή  απλά η πρόταση πρόβλεπε ότι οι θεσμοί θα επιτηρούσαν την εφαρμογή των προαπαιτούμενων για να εγκρίνουν την αποδέσμευση δόσεων. «Δηλαδή θα μας λένε  ψηφίστε- πάρτε, πληρώστε, ψηφίστε- πάρτε – πληρώστε. Αυτό νομίζω ξεπερνάει κάθε φαντασία  ότι θα μπορούσε να είναι λειτουργικό».[5]

Στις 27 Ιουλίου ανακοίνωσε την απόφασή του για διεξαγωγή δημοψηφίσματος ως απάντηση στο «τελεσίγραφο» των θεσμών. Υπολόγιζε, πάλι λαθεμένα,  ότι το δημοψήφισμα θα ενίσχυε τη θέση του την επόμενη μέρα.  

Στο μεταξύ όλοι οι εταίροι στην Ευρωζώνη άρχισαν  συγκλίνουν προς την ιδέα εξόδου της Ελλάδας από την ΕΖ/ΕΕ. Ο Αλέξης Τσίπρας απέρριπτε κάθε ιδέα για έξοδο από την Ευρωζώνη που, όπως γράφει,  θα άφηνε άλυτο το χρηματοδοτικό πρόβλημα και, συνεπώς, θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία.  Είχε δίκιο σε αυτό. Δεν διαπραγματευόταν όμως  πραγματικά τις προτάσεις της ΕΕ και μέχρι περίπου τον Απρίλιο του 2015 αμφιταλαντευόταν για το ευρώ.   Ζητούσε αναχρηματοδότηση,  «δικαιότερο» μνημόνιο και παραμονή στην ΕΕ και Ευρωζώνη. Αλλά, το δικαιότερο Μνημόνιο, όπως το φανταζόταν και όπως έδειχναν τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησής του, ισοδυναμούσε με προάσπιση του status quo και νέα κρίση.

 Βέβαια, για  τους πιο  ριζοσπάστες του ΣΥΡΙΖΑ (= Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς) η  έξοδος από το Ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή φαίνονταν λύση. Αλλά τι θα έκαναν με τη δραχμή στα χέρια και χωρίς κοινοτικούς πόρους και ευχέρεια δανεισμού από τις αγορές; Η απάντηση των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απλή: Θα ασκήσουμε εθνική πολιτική όπως την εννοούμε με δικαιοσύνη, επιβαρύνοντας την ολιγαρχία. Τα τεχνικά ζητήματα της μετάβασης από το Ευρώ στη δραχμή μπορούσαν να λυθούν. Εδώ έπεφταν παράξενες ιδέες, όπως του  Παναγιώτη Λαφαζάνη για αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρώ στην ΤΕ ή του Γιάνη Βαρουφάκη για την καθιέρωση ενός ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών  ή έκδοση βεβαιώσεων του τύπου «I Owe You” (δηλαδή «κουπόνια» για τους συνταξιούχους) που θα παράκαμπταν τον στενό κορσέ του ευρώ.  Ο Αλέξης Τσίπρας βεβαιώνει ότι δεν τις συμμεριζόταν, πράγμα που πρέπει να του πιστωθεί. Κατά τη γνώμη μου, το πιθανότερο σενάριο ήταν ότι η έξοδος ή παράκαμψη του Ευρώ θα προκαλούσε επίσημη χρεοκοπία και ένα ανεξέλεγκτο σπιράλ υποτιμήσεων και πληθωρισμού  ως αποτέλεσμα ενός ξεσπάσματος των λαϊκών αξιώσεων τις οποίες άλλωστε είχαν γαλουχήσει οι πολιτικοί.[6] 

Και μετά;

Τελικά ο Αλέξης Τσίπρας αμέσως μετά το δημοψήφισμα αντικατέστησε τον Γιάνη Βαρουφάκη  με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και συμφώνησε με τους αρχηγούς των κομμάτων (εκτός ΚΚΕ) να ξεκινήσει νέα διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες που κατέληξε στο 3ο Μνημόνιο και την οριστική  ματαίωση αριστερών βεβαιοτήτων.  

Η πολιτική μετά τη συμφωνία για 3ο Μνημόνιο  θύμιζε το διπλό πρόσωπο του Ιανού: Από τη μία πλευρά χρειάσθηκαν δύο χρόνια για να εφαρμοσθούν  μερικά επώδυνα μέτρα του. που απαιτούσε η Τρόικα (οι «Θεσμοί») στο ασφαλιστικό (περικοπές στις συντάξεις, αύξηση των ορίων ηλικίας, κατάργηση του ΕΚΑΣ κ.α.), στο δημοσιονομικό καθεστώς («κόφτης» δαπανών, Υπερταμείο, ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί ), αυξήσεις του ΦΠΑ κ.α.   Έτσι εκπληρώθηκαν τελικά οι όροι  για τη χρηματοδότηση της χώρας με νέο δάνειο, και επανήλθε  η  οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά όμως ο ΣΥΡΙΖΑ χαλάρωνε την πολιτική κατά της παράτυπης μετανάστευσης, κατακερμάτιζε δημόσια έργα για να τα δώσει σε ημέτερους, επιχειρούσε να αποκεφαλίσει την ηγεσία της Δεξιάς με την   υπόθεση-σκάνδαλο της Νοβάρτις, προσπαθούσε να στήσει δικούς του τηλεοπτικούς σταθμούς,μετά το2008 άρχισε να  αναιρεί μέτρα προσαρμογής  κλπ. 

Αυτές ήταν οι προεκτάσεις  του ταξιδιού προς μια φαντασιακή Ιθάκη που τέλειωσε μακριά από την Ιθάκη το 2019.


[1] Αλέξης Τσίπρας  Ιθάκη, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2025.  

[2] Ξεχωρίζω Τα εξής: Γερούν Ντάισελμπλουμ  Η κρίση του ευρώ. Η ιστορία εκ των έσω σε Ευρώπη, Ελλάδα και Κύπρο, εκδόσεις    Economia,  Αθήνα 2018, το εξαιρετικό  των Ελένη Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού  Η τελευταία Μπλόφα εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2019, Γιάνης Βαρουφάκης  Ανίκητοι ηττημένοι, (μετάφραση από τα αγγλικά των Πέτρου Γεωργίου, Αλέξανδρου Βαφειάδη, Μαρίας Χρίστου, ) εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017,   Πάνος Καζάκος  Το τέλος των ψευδαισθήσεων; Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2019, Εκδόσεις Παπαζήση,  Αθήνα 2020.

[3]   ΙΘΑΚΗ, όπως αλλού, σελ. 169.

[4]   Όπως πριν σελ.150.

[5]   Όπως πριν, , σελ. 252,  261 κ.λ.π.

[6] Βλ. Πάνος Καζάκος Η επιστροφή στη δραχμή δεν θα είναι λύση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016.

Αυταρχισμός έναντι Δημοκρατίας»- διευρύνοντας κριτικά την οπτικήτης Anne Applebaum

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τεύχος164, Μάϊος 2025.

Σύμφωνα με συγκλίνουσες διεθνοπολιτικές προσεγγίσεις κλυδωνίζεται η μεταπολεμική  παγκόσμια τάξη (στη διατύπωση του Robert Kegan: American led world liberal order).  Νέα κέντρα ισχύος  αμφισβητούν την αμερικανική ηγεμονία ενώ κρίσεις και συγκρούσεις  σωρεύονται. Σε αυτό το κλίμα δημοσιεύθηκε  το   βιβλίο της Anne Applebaum «Απολυταρχία ΑΕ. Οι δικτάτορες που θέλουν να κυριαρχήσουν στον κόσμο».[i]

Μολονότι σήμερα αναρίθμητες  μελέτες  προσφέρουν ουκ ολίγα εμπειρικά στοιχεία και θεωρητικά σχήματα για τη διεθνή κατάσταση,  αξίζει τον κόπο η ενασχόληση ειδικά με το έργο της Anne Applebaum. Τούτο διότι εντάσσεται γενικά στο κύριο ρεύμα γεωπολιτικής σκέψης τής Δύσης (όπως είχε διαμορφωθεί πριν από τη επανεκλογή του Ντόναλντ Τράμπ).[ii]  

Αυταρχισμός έναντι φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Συστατικό στοιχείο του ευρύτερου και κυρίαρχου  «δυτικού αφηγήματος» για την κατάσταση πραγμάτων στον κόσμο αποτελεί η κριτική στα αυταρχικά καθεστώτα. Και αυτό ακριβώς κάνει η Applebaum.  Όπως γράφει, οι δυτικές δημοκρατίες έχουν απέναντί τους την «απολυταρχία ΑΕ» – την ομάδα χωρών με καινοφανείς δικτατορίες ποικίλων ιδεολογικών επιχρισμάτων. [iii] 

Η Applebaum  ξεδιπλώνει χωρίς διπλωματικές διατυπώσεις την  κριτική των αυταρχικών καθεστώτων και ειδικά της Ρωσίας. Υποστηρίζει ότι η εισβολή στην Ουκρανία είναι συνέχεια του σταλινισμού και  «άνοιξε τον δρόμο για σκληρότερες πολιτικές στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας». Η απολυταρχία και οι αυτοκρατορικοί κατακτητικοί πόλεμοι  συνδέονται στενά μεταξύ τους.  Συναφώς η ρωσική οικονομία στρατιωτικοποιήθηκε. 

Οι απολυταρχικοί ηγέτες, γράφει,  έχουν έναν εχθρό :

« Αυτός ο εχθρός είναι ο δημοκρατικός κόσμος , η ‘Δύση’ το ΝΑΤΟ , η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δικοί του εσωτερικοί δημοκρατικοί αντίπαλοι και οι φιλελεύθερες ιδέες που τους εμπνέουν. Σε αυτές περιλαμβάνεται η  ιδέα ότι ο νόμος είναι μια δύναμη ουδέτερη και απαλλαγμένη από τις ιδιοτροπίες της πολιτικής , ότι τα δικαστήρια και οι  δικαστές πρέπει να είναι ανεξάρτητα, ότι η ύπαρξη αντιπολίτευσης  είναι θεμιτή, ότι τα δικαιώματα του λόγου και του συνέρχεσθαι, μπορούν να διασφαλισθούν  και ότι μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι συγγραφείς και στοχαστές  ικανοί να ασκούν κριτική  στο κυβερνόν κόμμα  ή τον ηγέτη, δίχως να θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξη του κράτους».[iv]

Πράγματι η σύγκριση των δημοκρατιών (παρά την εξασθένιση των βασικών αρχών τους)  με τα απολυταρχικά καθεστώτα  είναι συντριπτική.

Όμως, η Applebaum δεν παραλείπει να εκθέσει τις διασυνδέσεις των δικτατόρων και του περίγυρού τους με άτομα, χρηματοπιστωτικά δίκτυα, τράπεζες και λοιπούς δυτικούς μεσάζοντες. Η ίδια περιγράφει μεν τις ας πούμε κλεπτοκρατικές δικτυώσεις  αλλά ως ξένα σώματα στο κατά τα λοιπά υγιές κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της Δύσης.

Η   Anne Applebaum δεν συνάγει από την ανάλυσή των αυταρχικών καθεστώτων ότι πρέπει οι δημοκρατίες να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον τους. Επιμένει όμως ότι  θα πρέπει να αγωνίζονται αποτελεσματικότερα εναντίον συγκεκριμένων συμπεριφορών  των δικτατόρων.  Συναφώς, γράφει, «όσοι υποστηρίζουν τον ‘ειρηνισμό’ στην περίπτωση τη Ουκρανίας «θα παρέδιδαν όχι μόνο εδάφη αλλά και ανθρώπους , αρχές και ιδανικά στη Ρωσία, δεν έχουν μάθει τίποτε από την ιστορία του αιώνα» ειδικά από την πολιτική κατευνασμού του Χίτλερ. Φοβάται ότι  ο κατευνασμός  θα καταλήξει σε αποδοχή της δικτατορίας! Ισχυρίζεται ότι η ψεύτικη γλώσσα της ειρήνης  υποκρύπτει την υφέρπουσα έλξη  της αυταρχικής διακυβέρνησης. Καλεί σε  στήριξη της Ουκρανίας  για να «εμποδίσουμε  τους Ρώσους να εξαπλώσουν περαιτέρω το αυταρχικό πολιτικό τους σύστημα».[v]

Επιφυλάξεις  

Η κριτική της Applebaum  στα απολυταρχικά καθεστώτα  όλων των αποχρώσεων και με κριτήριο  το ιδεώδες  της  φιλελεύθερης δημοκρατίας (με χαρακτηριστικά όπως η διάκριση των εξουσιών, το κράτος δικαίου, ο κοινοβουλευτισμός και  τα ανθρώπινα δικαιώματα)  είναι αναγκαία ιδίως σε εποχές αβεβαιοτήτων. Αναμφίβολα οι αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, παρά τις παρεκκλίσεις στην πράξη, είναι πολύ καλύτερες από ό,τι προτείνουν ή προσφέρουν εναλλακτικά ως τρόπος ζωής τα αυταρχικά καθεστώτα κάθε ιδεολογικού επιχρίσματος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την κριτική  εξουσιών και ιδεών της Δύσης. 

Η Applebaum έχει δίκιο στην κριτική των δικτατοριών, αλλά  σε πολλές περιπτώσεις η ανάλυσή συγκεκριμένων περιπτώσεων δεν είναι καλά τεκμηριωμένη και μάλλον στηρίζεται στη μέθοδο του Προκρούστη. Παραδείγματος χάριν  περιγράφει την καταστροφή του  αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 περίπου ως καλοδεχούμενη καταστροφή αγνώστου αιτίας[vi]. Ή  την πτώση του εκλεγμένου προέδρου της Ουκρανίας Γιανούκοβιτς  το 2004 απλά ως αποτέλεσμα «λαϊκής εξέγερσης»  κατά της  εκλογής του που ενορχηστρώθηκε από τη Μόσχα.[vii]  Σημειώνω ότι αυτή η πρακτική  εκδίωξης εκλεγέντων πολιτικών συνεχίζεται μέχρι σήμερα, τελευταία στη Ρουμανία, ενώ το διευθυντήριο της ΕΕ πιέζει ασφυκτικά τον πρόεδρο της Ουγγαρίας  Όρμπαν και τον πρωθυπουργό της Σλοβακίας Φίκο να εναρμονισθούν γεωπολιτικά με τις Βρυξέλλες κλπ.  Ουσιαστικά,  η Applebaum θεωρεί ότι αυτές οι πρακτικές αποτελούν  μέρος του αγώνα κατά των απολυταρχικών καθεστώτων. 

Η περιγραφή της Applebaum διεθνών συγκρούσεων, όπως της Ουκρανίας, εμπεριέχει παράξενες αντιλήψεις για τα τους στόχους της Ρωσίας («μετά την Ουκρανία θα απειληθεί και το ΝΑΤΟ»), υποβαθμίζει  τον ρόλο των δυτικών πολιτικών στην ουκρανική κρίση, που απέτρεψαν συμφωνίες ειρήνης  (Μινσκ ΙΙ,  Ίστανμπουλ). Δεν ερμηνεύει τα πραγματικά κίνητρα της Ρωσίας (ή έστω του ηγετικού της κύκλου).  Απλοποιεί στο πλαίσιο αυτό την υπόθεση της Κριμαίας, υποστηρίζοντας ότι έμοιαζε με  την εισβολή της Ρωσίας .… στην Πολωνία μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ)! Παρακάμπτει την καταπίεση των ρωσόφωνων της Ανατολικής Ουκρανίας (και όχι μόνον) από το καθεστώς Ζελένσκι.

Φυσικά για  όλα αυτά  υπάρχουν και εναλλακτικά «αφηγήματα» τα οποία μου φαίνονται πειστικότερα.  Π.χ. ο John Mearsheimer έχει καταλήξει στο συμπέρασμα  με βάση τη δική του ανάλυση ότι η Δύση είναι συνυπεύθυνη  για το πόλεμο στην Ουκρανία  καθώς έτεινε εξ αρχής να επεκτείνει το ΝΑΤΟ προς Ανατολάς παραβλέποντας τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας,[viii] ενώ άλλοι, όπως ο Zbigniew Brzezinski, τόνιζαν σε ανύποπτο χρόνο ότι σκοπός των ΗΠΑ ειδικά μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ ήταν να αναδειχθούν σε »μόνη παγκόσμια δύναμη» και να αποτρέψουν πιθανή  οικονομική προσέγγιση της Δυτικής Ευρώπης με τη Ρωσία![ix] Την υπόθεση επιβεβαίωσε  εκκωφαντικά, σύμφωνα με την Washington Post,  το αμερικανικής έμπνευσης σαμποτάζ τους αγωγού Nord Stream 2. Παραπλανητικά, διαχέονται πληροφορίες από δυτικές πηγές ότι η Ρωσία σχεδιάζει να υπονομεύσει τις υποθαλάσσιες υποδομές της Βαλτικής που συνδέουν τις σκανδιναβικές χώρες με την Ήπειρο.

Γενικά, η Anne Applebaum  δεν εξηγεί αλλά ούτε αναλύει σε βάθος τα κίνητρα και τις συνέπειες κρίσιμων αποφάσεων της Δύσης και δεν ασχολείται με τις αιτίες της δημιουργίας, την προϊστορία και την κουλτούρα των απολυταρχικών καθεστώτων, ούτε με τις επεμβάσεις δυτικών μεγάλων δυνάμεων.

 Όσον αφορά τις δυτικές επιλογές, θα μπορούσε εναλλακτικά να υποστηριχθεί ότι δεν οφείλονται τόσο στην υπεράσπιση αρχών όσο  στην  απειλή που αισθάνονται οι μεγάλες δυνάμεις της Δύσης ότι μειώνεται περαιτέρω  ο έλεγχος  μερικών από τους μοχλούς ελέγχου της διεθνούς οικονομίας και πολιτικής  και  βλέπουν να αμφισβητείται ευθέως το μονοπώλιο ερμηνείας και επιλεκτικής εφαρμογής των διεθνών κανόνων που οι ίδιες είχαν καθιδρύσει. Οι πιο απαισιόδοξοι για να εξηγήσουν ό,τι συμβαίνει προσφεύγουν στο  (παρεξηγημένο)«δίλημμα του Θουκυδίδη», ο οποίος είχε γράψει στην «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» ότι «η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτό ενστάλαξε στη Σπάρτη  έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο».

 Αλλά εδώ θα ήθελα να σταθώ διεξοδικά σε δυο  θεμελιώδη θέματα που βρίσκονται εκτός της οπτικής της Applebaum.

Η κρίση εμπιστοσύνης σε δυτικούς θεσμούς και πολιτικές.

Πρώτον, η  φιλελεύθερη δημοκρατία  παραμένει μεν κυρίαρχο δόγμα στη Δύση, αλλά η Applebaum  παραβλέπει ότι η μετωπική σύγκρουση, οι εξοπλισμοί και η πολεμική ρητορική ενισχύουν  ανησυχητικές τάσεις αυταρχισμού, δηλαδή εξασθένισης ή νόθευσης των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην ίδια τη Δύση. Τροφοδοτούν ένα κυνήγι μαγισσών κατά όσων διαφωνούν με την πολεμική ρητορική, τις εσωτερικές ανισότητες πλούτου και ευκαιριών , την ανεξέλεγκτη μετανάστευση.[x]

Όμως, μεγάλα τμήματα των δυτικών κοινωνιών  αποστασιοποιούνται από τις επιλογές  των ηγεσιών τους και τους πολιτικούς θεσμούς.[xi] Απορρίπτουν τη κινητοποίηση πόρων για εξοπλισμούς  και στρατιωτική βοήθεια. Έρευνες γνώμης αναδεικνύουν τη βαθιά δυσπιστία σε  μια ενεργειακή πολιτική που με κυρώσεις  και απότομη αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου πιέζει προς τα κάτω το μέσο επίπεδο ζωής και οπωσδήποτε τα χαμηλά εισοδήματα. 

Στις συνθήκες αυτές  ηγετικές ομάδες («ελίτ») εκδηλώνουν έναν αυταρχισμό με όλα τα θεσμικά  τεχνάσματα προκειμένου να αναχαιτίσουν την αμφισβήτησή τους. Στη Γαλλία ο Μακρόν κυβερνά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στη Γερμανία λειτουργεί ο μηχανισμός παρακολούθησης των πολιτών από τη λεγόμενη «προστασία του Συντάγματος» ενώ παρακάμπτονται σεβάσμιες κοινοβουλευτικές διαδικασίες όταν «δεν βγαίνουν οι αριθμοί» και φιμώνονται ποικιλοτρόπως όσοι αντιλέγουν στις πολεμοχαρείς δηλώσεις κομμάτων εξουσίας όπως  η καθηγήτρια Ulrique Guerrot[xii] που απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο της Βόνης. Η Applebaum βλέπει σε αυτούς επικίνδυνους «ειρηνιστές».  Παρά ταύτα, οι δημοκρατίες μας απέχουν πολύ από τα μοντέλα απολυταρχίας  σε Ρωσία, Κίνα, Ιράν κλπ. 

Πρέπει να αναζητούμε πυρήνες αλήθειας μέσα στα πυκνά δάση  της προπαγάνδας και  της παραπληροφόρησης.  Η εκδοχή του εξωτερικού  εχθρού υπηρετεί τη διατήρηση του ελέγχου των κοινωνιών από τις κυβερνώσες ελίτ και στρέφει την προσοχή μακριά από τις ευθύνες τους και τα πραγματικά προβλήματα. Συναφώς, δαιμονοποιεί όσους διαφωνούν και ωραιοποιεί προβληματικές  (από τη σκοπιά των κοινωνιών) τρέχουσες πολιτικές επιλογές.

Στον δημόσιο λόγο πρωτίστως η Ρωσία εμφανίζεται ως πραγματική απειλή μολονότι ουδέποτε επιτέθηκε στη Δύση ούτε επιχείρησε να επιβάλει το δικό της σύστημα εδώ μετά την πτώση του κομμουνισμού.  Εν μέρει έχει κανείς την εντύπωση μιας περίεργης δυτικοευρωπαϊκής υστερίας  ηγετικών ομάδων, με προεξάρχουσες τις γερμανικές, που εκτός από την κινδυνολογία, διέκοψαν κάθε επικοινωνία με τη Ρωσία, απαγόρευσαν τους ρωσικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και, στη Γερμανία, πάγωσαν τις πολιτισμικές ανταλλαγές, ενώ επιστρατεύουν μυστικές υπηρεσίες κατά όσων τολμούν να διαφωνήσουν. Το προσχηματικό επιχείρημα  είναι ότι η Ρωσία με την εισβολή στην Ουκρανία παραβίασε θεμελιώδες κανόνες του διεθνούς συστήματος (τη λεγόμενη rules-based world order),αλλά ήταν  η Δύση που πρώτη τους παραβίασε (Κούβα, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Συρία κ.α.) διεκδικώντας το μονοπώλιο ερμηνείας και επιλεκτικής εφαρμογής τους. 

Στις πηγές της δυτικοευρωπαϊκής υστερίας.

Υπάρχει εξήγηση για αυτή την υστερία; Νομίζω ότι είναι προϊόν των «ενδογενών παθογενειών» και του άγχους ηγετικών ομάδων  μπροστά στις αντιδράσεις των κοινωνιών κατά πολλών βασικών πολιτικών αποφάσεών τους  και στην κρίση εμπιστοσύνης. Όλα αυτά βρίσκονται εκτός της οπτικής της Applebaum Applebaum.

Είναι διάχυτη η κριτική στις δυτικές κοινωνίες ότι  οι ανεξάρτητες αρχές και η δικαιοσύνη δεν είναι λιγότερο ανεξάρτητες από όσο τυπικά εμφανίζονται και δεν εξασφαλίζουν την ισότητα των πολιτών. Σύμφωνα με διάχυτη υποψία, την οποία τείνουν να επιβεβαιώνουν διαδοχικά σκάνδαλα, ισχυρά οικονομικά συμφέροντα επηρεάζουν τις αποφάσεις των κυβερνήσεων  που εντέλει απειλούν το κοινωνικό κράτος. Οι πολιτικοί είναι επιρρεπείς στη διαφθορά. Ο όρος δεν περιορίζεται στην απλή δωροδοκία πολιτικών και γραφειοκρατών, αλλά συμπεριλαμβάνει την ευνοιοκρατία εν γένει  που διαποτίζει ειδικά τις πρακτικές των κομμάτων εξουσίας ή κλειστών ομάδων πλούτου γύρω από την πολιτική εξουσία. Αυτές οι αντιλήψεις αιωρούνται ως «σκοτεινό σύννεφο»  πάνω από τη δημόσια ζωή που απειλεί αξιωματούχους και θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9 τα μεσαία και κυρίως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα  είδαν τα εισοδήματά τους να μένουν στάσιμα ή και να μειώνονται, τις αβεβαιότητες για το μέλλον να εντείνονται και   τον πλούτο να συσσωρεύεται στους  ήδη ευνοημένους.[xiii] Η εμπιστοσύνη στις ελίτ  εξασθένισε δραματικά παντού.  Στις  συνθήκες αυτές δυσπιστίας και οικονομικής δυσπραγίας  οι ηγεσίες ελπίζουν κατά τα φαινόμενα ότι προπαγανδίζοντας έναν  εξωτερικό κίνδυνο και αυξάνοντας τις στρατιωτικές δαπάνες, κατά μία παλαιά συνταγή, θα συσπειρώσουν πάλι τους λαούς «γύρω από τη σημαία».

Ο Emmanuel Todd πρότεινε εναλλακτικά μια ψυχαναλυτική ερμηνεία (μαζί με άλλες)για την πολεμική τοιμότητα :  Ότι δηλαδή οι οικονομικές ηγεσίες δεν είναι ικανές να αναγνωρίσουν τη δική τους ευθύνη για όσα συμβαίνουν. Κατά τον ίδιο, η αδυναμία αυτή πρέπει να συσχετισθεί με τις δομές εξουσίας ειδικά μάλιστα των ΗΠΑ, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του πάντοτε, αυτοπροσδιορίζονται μεν ως φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά συγκροτούν φιλελεύθερη ολιγαρχία όπου δεν αποφασίζει ο λαός: το 1% της Ουάσιγκτον δεν ενδιαφέρεται για τους υπόλοιπους αμερικανούς (άλλωστε δεν στέλνει τα δικά του παιδιά στους πολέμους) και δεν θα αφήσει τους λαούς να αποφασίσουν αν θέλουν να γίνει πόλεμος ή όχι. Στρέφεται εναντίον διαφωνούντων γενικά  με τις ολοένα και πιο αυταρχικές μεθόδους. [xiv] Την άποψη αυτή, παρά την επένδυσή της με υπερβολές, προσπερνά ανέμελα η Applebaum.

Το  διχοτομικό σχήμα «ελεύθερη Δύση έναντι αυταρχισμού» είναι αντιπαραγωγικό.

Θεμελιώδης είναι τέλος η αντίρρησή μου  στο διχοτομικό σχήμα της Anne Applebaum «ελεύθερη Δύση έναντι αυταρχισμού» το οποίο απλουστεύει τις σημερινές ποικιλόμορφες καταστάσεις στον κόσμο καιδεν περιγράφει καλά  τις εξελίξεις πριν και μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.Το διχοτομικό σχήμα αγνοεί ή υποτιμά τη σημασία των πολιτισμικών συγχωνεύσεων, δεν καλύπτει κοινωνίες που δεν χωρούν σε αυτό και εμποδίζει επικίνδυνα την κατανόηση των σημερινών αντιθέσεων και συγκρούσεων.  

Στην πραγματικότητα, οι καταστάσεις στον κόσμο είναι διαφοροποιημένες. Η  αυταρχική μοναρχία με θεοκρατικά χαρακτηριστικά της Σαουδικής Αραβίας καλλιεργεί στενούς δεσμούς  ασφαλείας και οικονομίας με τις ΗΠΑ. Επομένως  δεν ταιριάζει στο σχήμα της επιθετικότητας των δικτατοριών. Δεν ταιριάζει επίσης η Ινδία που καλλιεργεί τις σχέσεις της με τη Ρωσία  παρά τις πιέσεις που δέχεται, αρνείται  να συνταχθεί με τη Δύση στο ουκρανικό ζήτημα,  αναζητά νέες οικονομικές ευκαιρίες  σε μια ισότιμη σχέση με την υπερδύναμη και επιλέγει κάθε φορά τους εταίρους της  χωρίς να αισθάνεται υποχρεωμένη να ενταχθεί σε κάποιο από τα υποτιθέμενα δύο στρατόπεδα. Ούτε οι BRICS  αποτελούν ένα  αντιδυτικό μονολιθικό μπλοκ. Διαφέρουν μεταξύ τους. Η Βραζιλία, η Ινδία, η Νότια Αφρική  θα μπορούσαν το πολύ να ταξινομηθούν στην κατηγορία των σκεπτικιστών (western sceptics) που επιφυλάσσονται επιλεκτικά απέναντι σε πολλά ερεθίσματα δυτικής προέλευσης. Σε πολλές χώρες διατηρούνται η κληρονομιά της αποικιοκρατίας και οι δεσμοί με τις πρώην μητροπόλεις. Οι δυτικές επιρροές είναι εμφανείς  και ενσωματωμένες στις κοινωνίες αυτές αναμειγνυόμενες  με τις γηγενείς παραδόσεις σε υβριδικές καταστάσεις. Το ίδιο ισχύει για το Μεξικό. Δεν  επιζητούν να αποκοπούν από τη Δύση  ή τις πρώην μητροπόλεις  αλλά να διορθώσουν τη «γεωπολιτική ανισότητα».  Η Κίνα τέλος αποτελεί έναν αυτοτελή παράγοντα, που υποστηρίζει (ολίγον υποκριτικά πάντως ) το ελεύθερο εμπόριο.[xv] Υβριδικές τάσεις τείνουν να παγιωθούν και στην ΕΕ.

Εν κατακλείδι σημειώνω τα εξής αποκλίνοντας από την επιχειρηματολογία της Applebaum: Πρώτον, λόγω αλληλεξάρτησης στο γεωπολιτικό παίγνιο που εξελίσσεται, δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές. Δεύτερον, την εποχή μας ορίζουν διαφορετικές συγχωνεύσεις (υβρίδια) δυτικών και μη δυτικών στοιχείων τόσο στο εθνικό επίπεδο όσο και στη διεθνή σκηνή. Σε ένα τόσο διαφοροποιημένο κόσμο είναι  παραπλανητικό  και επικίνδυνο να μιλάμε για δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις νέες τεχνολογίες και τους ατομικούς εξοπλισμούς. Τρίτον, η μετωπική αντιπαράθεση του τύπου «δημοκρατία έναντι αυταρχισμού» καταλήγει σε ένα νέο κύμα εξοπλισμών, στρατιωτική κινητοποίηση και κυνήγι μαγισσών ενώ  αποδυναμώνει τις ελπίδες πολλών για ανάπτυξη και τις ίδιες τις αρχές στις οποίες βασίζεται η φιλελεύθερη δημοκρατία στη Δύση. Όμως η έμφαση στον «εξωτερικό εχθρό» δεν αποτρέπει την κρίση εμπιστοσύνης σε θεσμούς και (κακές) αποφάσεις. Τέταρτον,  τις δεκαετίες που έρχονται η Δύση, με την οικονομική της δύναμη και κουλτούρα,  θα εξακολουθήσει να επηρεάζει τον κόσμο, αλλά  δεν θα έχει όπως άλλοτε το μονοπώλιο ερμηνείας (και επιλεκτικής παραβίασης) των κανόνων του παιγνιδιού.


[i] Anne Applebaum   Απολυταρχία ΑΕ. Οι δικτατορίες που θέλουν να κυριαρχήσουν στον κόσμο,  μετάφραση  Χριστίνας Θεοχάρη, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2024, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2014. Ο τίτλος στο πρωτότυπο είναι Autocracy Inc- the dictators who want to run the world. Μία σύνοψη των βασικών επιχειρημάτων της περιέχει η ομιλία  της Anne Applebaum με αφορμή νέα βράβευσή της στη Γερμανία με τίτλο «Ενάντια στην απαισιοδοξία», στο  Books’ Journal τ. 158, Νοέμβριος 2024

[ii] Βλ. ενδεικτικά  The Economist, January 11th 2025. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται τα κύρια Γερμανικά ΜΜΕ.

[iii] Βλ. Anne Applebaum   Απολυταρχία ΑΕ, όπως αλλού σελ. 9. Βλ.  και ομιλία της «Ενάντια στην απαισιοδοξία» , Books’ Journal,  τεύχος  158, Νοέμβριος  2024.

[iv] Anne Applebaum    Απολυταρχία ΑΕ, όπως αλλού,σελ. 19-20.

[v] Anne Applebaum  « Ενάντια στην απαισιοδοξία» , όπως αλλού.

[vi]  Anne Applebaum    Απολυταρχία ΑΕ, όπως αλλού, σελ.  202-3

[vii]  Όπως πριν, σελ.21.

[viii]  John Mearsheimer Who caused the Ukraine war?  Από  https:// Mearsheimer.substack.com August 05, 2024. Συναφώς  Jeffrey Sachs  Ukraine speech at EU Parliament, 2024 όπου επέκρινε τον ρόλο των ΗΠΑ στις διεθνείς συγκρούσεις.Βλ. επίσης Günter Verheugen und Petra Erler   Der provozierte Krieg, Heyne Verlag, 2024.

[ix] ‘Όπως διατύπωσε νωρίς και καθαρά ο επιδραστικός  άλλοτε σύμβουλος ασφαλείας τω ΗΠΑ   Zbigniew Brzezinski  The grand chessboard: American primacy  and its geostrategic imperative, 1997. 

[x] Η βιβλιογραφία για την αποδυνάμωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Δύση είναι απέραντη και φανερώνει ότι η δεν πρόκειται για μία  εκκεντρική  άποψη. Για  διεθνείς συγκρίσεις βλ. επισκόπηση της Βασιλικής Γεωργιάδου και της Αναστασίας Καφέ στο  Βασίλης Παναγιωτόπουλος κ.α. (επιμ.) Η Δημοκρατία σε κρίση . Το τέλος της Δύσης όπως τη γνωρίζαμε,  έκδοση  Βήμα της Κυριακής, Αθήνα 2025. 

[xi] Βλ. πρόσφατα World Values Surveys.  

[xii]  Ulrike Güerot  Über die gute Demokratie, in Widerspruch Heft 3, Buchvolk Verlag, 2024

[xiii] Τη σχετική συζήτηση για τις ανισότητες αναθέρμανε το έργο του Thomas Piketty  The Capital in the twenty-first century, (μετάφραση από τη γαλλικό πρωτότυπο), Harvard University Press, 2014.

[xiv]Βλ.Emmanuel Todd Der Westen im Niedergang, Κεφάλαιο  ΙV,  Westend, Neu-Isenburg, 2024.Μετάφραση από τα γαλλικό πρωτότυπο.

[xv] Για μια συνοπτική έκθεση των οικονομικών και πολιτικών διαφοροποιήσεων  βλ. Samir Puri  Westlessness. The global rebalancing , Hodder and Stoughton, London 2024, pp. 104 ff.

Περί γερμανικών πραγμάτων – Ένα αδογμάτιστο σχόλιο για τις γερμανικές εκλογές.

Δημοσιελυθηκε στο Books’ Journal, Μάρτιος 2025

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη Γερμανία που πρέπει να εξηγηθούν. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου για την Ομοσπονδιακή Βουλή  η  Χριστιανοδημοκρατία ήλθε μεν πρώτη αλλά με ποσοστό κάτω του 30% που μάλλον απογοήτευσε την ηγεσία της. Το νεοπαγές κόμμα της Βάγκενχνεχτ και οι Φιλελεύθεροι έμειναν εκτός Bουλής, το πρώτο οριακά.   Τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού  του «σηματοδότη» (Ampel) όπως ονομάσθηκε, δηλαδή  η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία (SPD), οι πράσινοι και οι φιλελεύθεροι ουσιαστικά αποδοκιμάσθηκαν. Οι εκλογές έδειξαν ότι η  Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland) έγινε με απόσταση η δεύτερη πολιτική δύναμη στη χώρα με  ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά  στην (πρώην) Ανατολική Γερμανία, ενώ και  η  Αριστερά (die Linke) απέσπασε ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό παρά τη διάσπασή της με την αποχώρηση της Βάγκενκνεχτ, που ίδρυσε δικό της κόμμα,

Η εκλογική αποτυχία των κυβερνητικών κομμάτων είναι το πρώτο που πρέπει να εξηγηθεί.

Σε μία γενική προσέγγιση, η κοινή αιτία ήταν η αναποτελεσματικότητα: Διαφωνούσαν συνεχώς μεταξύ τους για μείζονα ζητήματα εξωτερικής, δημοσιονομικής, ενεργειακής και κοινωνικής πολιτικής (με αιχμή το αμφιλεγόμενο εισόδημα του πολίτη, Bürgergeld), μεταναστευτικής και οικονομικής πολιτικής (πληθωρισμός, ενέργεια, ενοίκια, προβλήματα γραφειοκρατίας και στασιμότητα, με δραματική μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά περίπου 1/10 τα τελευταία δύο χρόνια. Έδειξαν έτσι ένα πρόσωπο ετερόκλητου συνασπισμού. Η ασταθής διαχείριση των ζητημάτων αυτών προκαλούσε αβεβαιότητες για το μέλλον της γερμανικής οικονομίας, την ανταγωνιστικότητά της, την απασχόληση.  Σχολιαστές υποστηρίζουν ότι τα οικονομικά προβλήματα βάρυναν περισσότερο στο εκλογικό αποτέλεσμα από το μεταναστευτικό. Όμως σημαντικό ρόλο έπαιξε και η αντιπολεμική διάθεση μεγάλου μέρους του πληθυσμού εξαιτίας της ευθύνης και των περιπετειών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι απώλειες της Σοσιαλδημοκρατίας.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε ειδικότερους παράγοντες  που εξηγούν τις επιδόσεις του κάθε κόμματος. Π.χ. η μεγάλη χαμένη ήταν η Σοσιαλδημοκρατία η οποία φαίνεται ότι με τις πολιτικές επιλογές της αποξενώθηκε από την παραδοσιακή της εργατική  βάση.  Είχε συμπορευθεί εντέλει με τις επιλογές «αφύπνισης»  των πρασίνων – αλλαγή φύλου με απλή δήλωση!, ταχύτερη πολιτογράφηση μεταναστών, νομιμοποίηση της κάνναβης, νόμο για τη θέρμανση, σταδιακή κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης στα αυτοκίνητα και μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλισθεί η απαραίτητη ηλεκτρική ενέργεια. Οι αλλαγές αυτές δεν αιφνιδίασαν απλώς την κοινωνία, αλλά ήταν ευθέως αντίθετες προς τις αρχές της εργατικότητας, πειθαρχημένης συλλογικής δουλειάς και   επίδοσης (Leistungsprinzip) της βιομηχανικής (και όχι μόνον) εργατικής τάξης.  Τα ζητήματα αυτά συμπεριλαμβανομένου και του εισοδήματος του πολίτη επισκίασαν τα κλασικά  κοινωνικά αιτήματα της συγκυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας για καλύτερες αμοιβές της δουλειάς, μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και αποτελεσματικότερες κρατικές υπηρεσίες παιδείας και υγείας! Ουσιαστικά έδινε την εντύπωση ότι η πολιτική  της κυβέρνησης και της Σοσιαλδημοκρατίας καθοριζόταν από τους πράσινους.

Την πτώση των πρασίνων επηρέασαν αρνητικά  πολεμοχαρείς δηλώσεις και επιλογές προβεβλημένων πολιτικών τους, πρωτοστατούσης της κομψοντυμένης συναρχηγού τους Μπέρμποκ,   που μετέτρεψαν το κόμμα της ειρήνης  σε  κόμμα πολέμου αναμειγνύοντας και  μια γερή δόση «αφυπνισης» (wokism): Υποστήριζαν ηχηρά μεταξύ άλλων την αποστολή βαρέων όπλων στην Ουκρανία και  την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών με δάνεια.  Στη αποτυχία συνέβαλε και η ανικανότητα του συναρχηγού τους Χάμπεκ και αντιπροέδρου της Κυβέρνησης να κατανοήσει στοιχειώδη οικονομικά φαινόμενα όπως η χρεοκοπία επιχειρήσεων. Συνολικά, η πράσινη αντζέντα έγινε βαθμιαία αντιληπτή ως απειλή για το βιομηχανικό μέλλον της Γερμανίας.

Είναι η Εναλλακτική Ναζί;

Το επόμενο  φαινόμενο που πρέπει να εξηγηθεί είναι η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland). Οι εκλογές τους έδωσαν τη δεύτερη θέση με περίπου 20,8% των ψήφων ενώ στις προηγούμενες εκλογές είχε αποσπάσει μόλις 10,4 %. Είναι η αξιωματική αντιπολίτευση στην Ομοσπονδιακή Βουλή.  Κατά τη γνώμη μου η προαναγγελθείσα από τις δημοσκοπήσεις άνοδός τους οφείλεται εξίσου στις θέσεις τους για το μεταναστευτικό,  στην απόρριψη της πολεμικής εμπλοκής της Γερμανίας στην Ουκρανία αλλά και στο οικονομικό τους πρόγραμμα. Ζητούν  μείωση της γραφειοκρατίας την οποία, ενδεικτικά,  προκαλούν «πράσινες» οδηγίες προς τις επιχειρήσεις να παρακολουθούν αν οι προμηθευτές τους στην εφοδιαστική αλυσίδα τηρούν ελάχιστα στάνταρντ συνθηκών εργασίας.   Προεκλογικά  η  Χριστιανοδημοκρατία προσέγγισε τις θέσεις της Εναλλακτικής στο μεταναστευτικό. Το ζήτημα αυτό συνδέεται πάντως με την εγκληματικότητα ισλαμιστών  στις γερμανικές πόλεις και την αδυναμία του Σηματοδότη να εφαρμόσει τους νόμους για απελάσεις ποινικών  παραβατών.  Πολλοί γερμανοί (μαζί με  παλαιότερους και ενσωματωμένους στην κοινωνία μετανάστες!) άρχισαν να αισθάνονται ανασφαλείς ή και ξένοι στη χώρα τους.

Ας σημειωθεί ότι οι θέσεις της Εναλλακτικής για το μεταναστευτικό παραποιήθηκαν συστηματικά στη δημόσια συζήτηση με τη βοήθεια των  μεγάλων  ΜΜΕ. Τυπικό παράδειγμα η ψευδής «είδηση» ότι σε συνδιάσκεψη με επιχειρηματίες συζητήθηκε η επαναπροώθηση των ξένων (remigration). Βέβαια, στο κόμμα συρρέουν και ακροδεξιά στοιχεία, όμως η καταγγελία του ότι είναι ναζιστικό, στρέβλωσε κάθε συζήτηση ουσίας. Αρκεί μια απλή σύγκριση με τους Ναζί του Μεσοπολέμου:  Η Εναλλακτική δεν διαθέτει τάγματα εφόδου,  δεν οργανώνει πορείες γερμανικού μυστικισμού, δεν αμφισβητεί το Σύνταγμα της χώρας, επικρίνει τη γραφειοκρατία, αντιτίθεται στην εμπλοκή της Γερμανίας στην Ουκρανία, έχει πρόεδρο μία ευφυή λεσβία, προβάλλει θέσεις κοινωνικής οικονομίας της αγοράς   και υποστηρίζει το Ισραήλ! Υπενθυμίζω ότι Ναζί (NS) είναι η συντόμευση του εθνικού σοσιαλιστικού γερμανικού εργατικού κόμματος (NSDAP).  

Με τα δεδομένα που αναφέραμε, μία νέα κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών  δύσκολα θα καταλήξει σε κάποια συμφωνία για  την αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων. Οι διαφορές τους ως προς τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών, το ύψος των φόρων και των συνεισφορών στην κοινωνική ασφάλιση, το μεταναστευτικό, το κοινωνικό κράτος και τη χαλάρωση του συνταγματικά  κατοχυρωμένου φρένου χρέους δεν είναι εύκολο να γεφυρωθούν. Προβλέπω νέες εκλογές σχετικά σύντομα. Αν λοιπόν σε μία χώρα όπου ιστορικά κόμματα με μακρά παράδοση συναινέσεων  και εμπεδωμένων θεσμών διαβούλευσης αδυνατούν να συνεννοηθούν  σκεφθείτε τι θα συμβεί σε άλλες χώρες αν συνεχισθεί ο κατακερματισμός του κομματικού τους τοπίου.

Η Γερμανία στο δυτικό πανόραμα.

Όμως οι εξελίξεις στη Γερμανία δεν πρέπει να αναλύονται ανεξάρτητα από όσα συμβαίνουν σε άλλες δυτικές χώρες συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, όπου παρατηρούμε παρόμοιες τάσεις. Και εκεί σημειώνεται άνοδος της ευρύτερης δεξιάς και ιδιαίτερα του πιο ριζοσπαστικού της τμήματος. Στην Ιταλία  η δεξιά κυβέρνηση Μελόνι μάλλον θα ολοκληρώσει την τετραετή θητεία της- κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα της χώρας.  Στη Γαλλία η Λεπέν απειλεί τον Μακρόν. Ταυτόχρονα υποχωρεί σε ορισμένες κομβικές χώρες της Ευρώπης η Αριστερά όταν  κινείται αμήχανα όπως π.χ. το Εργατικό Κόμμα στο Ενωμένο Βασίλειο, που βλέπει να κατακρημνίζεται η αποδοχή του μέσα σε λίγους μήνες μετά τον εκλογικό του θρίαμβο. Η Αριστερά κερδίζει όμως στη Γαλλία προβάλλοντας αντικαπιταλιστικές θέσεις. Στην Ολλανδία έχουμε κυβέρνηση «τεχνοκρατών» με την ανοχή της υπερδεξιάς, η Ουγγαρία και Σλοβακία αποστασιοποιήθηκαν από τις Βρυξέλλες και στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα κύμα θυμού με πρόσχημα την υπόθεση των Τεμπών. 

Κοινή πηγή  όλων αυτών των εξελίξεων είναι η επίκληση της εθνικής κυριαρχίας και η αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης όπως προχωρούσε μέχρι πρόσφατα. Τηρουμένων των αναλογιών, η ατμόσφαιρα  θυμίζει τα χρόνια πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο   που  κατέληξαν στην ανατροπή  των διαδικασιών παγκοσμιοποίησης που είχαν προηγηθεί με τους πολιτικούς να λειτουργούν, κατά τον ευφυή χαρακτηρισμό βιβλίου, ως υπνοβάτες. 

Το τέλος του ελληνικού «εξαιρετισμού»; Οι σχέσεις μας με τη Δύση  σήμερα.  

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα τα Νέα, 6.2 2025

 Τα τελευταία χρόνια η  Ελλάδα έχει απομακρυνθεί από αντιλήψεις για την ελληνική ιδιαιτερότητα εντός των δυτικών θεσμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΝΕ κλπ). Οι αντιλήψεις εκείνες είχαν ονομασθεί  «ελληνικός εξαιρετισμός» και επικριθεί από αναγνωρισμένου ειδικούς (Π.Κ. Ιωακειμίδης, Χρ. Ροζάκης, Λ. Τσούκαλης κ.α.).  

Ο ελληνικός εξαιρετισμός είχε ρίζες στην ιστορική μας εμπειρία και στην οικονομική υστέρηση.

Μετά τις εκλογές του 2019 η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη υιοθέτησε  πολιτική σύμπλευσης με τις υπερκείμενες  (γεωπολιτικές) αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές της Δύσης χωρίς ιδεολογικές αμφισημίες. Τη συνεχίζει μέχρι σήμερα ποικιλοτρόπως:  Η  χώρα παρέχει στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, έχοντας μάλιστα υπογράψει διμερή συμφωνία για συνεργασία με την Ουκρανία «σε θέματα ασφάλειας», προάγει τις  συνόδους κορυφής Ουκρανίας Νοτιοανατολικής  Ευρώπης, συμμετέχει χωρίς αστερίσκους (αλλά και χωρίς ενθουσιασμό) στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, στηρίζει ανεπιφύλακτα το Ισραήλ  εν μέσω της κρίσης στη Γάζα και απέστειλε φρεγάτα στην Ερυθρά Θάλασσα.  Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  οι βουλευτές της ΝΔ συνηγορούν σε ψηφίσματα που ζητούν   να επεκταθεί η πολιτική κυρώσεων του Συμβουλίου κατά της Ρωσίας, της Λευκορωσίας και τρίτων χωρών όπως η Κϊνα.. Τα ψηφίσματα του ΕΚ ζητούν επίσης κάθε λύση θα πρέπει να περιλάβει τη λογοδοσία για ρωσικά εγκλήματα πολέμου και την καταβολή αποζημιώσεων  από τη Μόσχα.

 Όλα αυτά καθιστούν σαφές ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική  από το 2019 μέχρι σήμερα βρίσκεται σαφέστερα στον αντίποδα του εξαιρετισμού. Έχει προσχωρήσει στο κυρίαρχο (αλλά και προβληματικό εν πολλοίς) consensus των δυτικών ηγετικών κύκλων. 

Κατά την κυβέρνηση η πολιτική της εναρμόνισης με τη Δύση  υπηρετεί τα συμφέροντα ασφαλείας της χώρας. Ο πρωθυπουργός την αποκαλεί υπεύθυνο πατριωτισμό γιατί θέτει τη χώρα μας κάτω από μια ομπρέλα θεσμών και κανόνων που κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει ανώδυνα. Επιπλέον αποφέρει (σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα και κάποιες μεταρρυθμίσεις) οικονομικά οφέλη.

Παρά τη σύμπλευση με τις ηγετικές δυνάμεις της Δύσης σε θεμελιώδη ζητήματα γεωπολιτικής, η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοήσει παντελώς τις ιδιαιτερότητες της γεωγραφίας και της ιστορίας μας. Για τους λόγους αυτούς διαφοροποιείται προσεκτικά με συμβολικές κινήσεις από το κύριο ρεύμα της Δύσης. Π.χ. η πρέσβειρα στη Μόσχα ήταν παρούσα  στην ορκωμοσία του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, ενώ  η κυβέρνηση δεν απέστειλε αμερικανικούς πυραύλους  στην Ουκρανία.

Δεν συζητώ αν είναι σωστά όλα αυτά, διερωτώμαι όμως αν η πολιτική της σύμπλευσης  θα αντέξει στον χρόνο. Γεγονός είναι ότι τα μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν την αμφισβητούν ουσιαστικά, μολονότι διατυπώνουν συχνά ιδέες για διαφορετικούς επιμέρους χειρισμούς. Από την άλλη πλευρά, η  πολιτική κουλτούρα με την αντιδυτική της φλέβα μπορεί να αποδειχθεί εξόχως ανθεκτική και,  εν τέλει, να αναθερμάνει τον εξαιρετισμό μας που ήδη εκδηλώνεται με την μετωπική κριτική του Αντώνη Σαμαρά στην κυβέρνηση και την ποσοστιαία άνοδο κινήσεων δεξιά της ΝΔ στις ευρωεκλογές  και σε κάποιες δημοσκοπήσεις.

Μένει να δούμε πως η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ θα επηρεάσει αφενός το εύθραυστο (λόγω αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων) δυτικό consensus και, αφετέρου, την ελληνική εξωτερική πολιτική. Το πρώτο σίγουρα θα πιεσθεί λόγω θεμελιωδών επιλογών του Ντόναλντ Τραμπ για το ΝΑΤΟ,  τις μεταναστεύσεις, την ενέργεια, το ουκρανικό  κλπ. Συναφώς, η αμερικανική εξωτερική πολιτική τείνει γενικά να είναι απρόβλεπτη καθώς υπακούει κατά διαστήματα  μυωπικά σε ιδιαίτερα και αντιφατικά συμφέροντα. Όμως η επίλυση του Ουκρανικού που επαγγέλλεται ο Ντόναλντ Τραμπ μάλλον θα ανακουφίσει την σημερινή  ελληνική εξωτερική πολιτική ιδίως ως προς τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Τουρκία, ενώ θα την ενδυναμώσει σε ζητήματα  αποτροπής μεταναστευτικών ροών και σχέσεων με το Ισραήλ. Τη συμπόρευση μας όμως με την ΕΕ θα απειλήσουν και οι αντιφάσεις της ΕΕ στην  ενέργεια, μετανάστευση και άμυνα.