Μήνας: Ιουλίου 2016

Ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα: Οι κίνδυνοι μιας νέας αποτυχίας δεν εξαλείφθηκαν

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post: 06/07/2016   

Σχεδόν ένα χρόνο μετά το περίεργο δημοψήφισμα, στις 16 Ιουνίου 2016, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συμφώνησαν με την Ελλάδα ένα «συμπληρωματικό μνημόνιο συνεννόησης» (supplemental MoU) αφού προηγουμένως η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε σειρά «προαπαιτούμενων». Ήταν ένα βήμα για την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής (τρίτου Μνημονίου) που συμφωνήθηκε τον Αύγουστο του 2015.

Το τρίτο Μνημόνιο και το «συμπληρωματικό Μνημόνιο» ισοδυναμούν με δύο νέες προσπάθειες για αλλαγή και σταθεροποίηση της σιδηροτροχιάς πάνω στην οποία θα κινούνται κράτος, οικονομία και κοινωνία τα επόμενα χρόνια. Αν οι αλλαγές ολοκληρωθούν θα επιφέρουν θεμελιώδη μεταβολή όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και των θεσμών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Tα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αν αυτή η διαδικασία αλλαγής κατεύθυνσης και θεσμών συνεχισθεί και αν θα πετύχει τους στόχους της. Τα ερωτήματα είναι εύλογα: την περίοδο από τον Ιούνιο 2015 μέχρι σήμερα χαρακτηρίζουν αλλεπάλληλοι γύροι διαπραγματεύσεων για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος, απότομες εντάσεις (π.χ. με το ΔΝΤ), συγκλίσεις της τελευταίας στιγμής και μετάθεση ορισμένων προβλημάτων για αργότερα. Το ίδιο ισχύει και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό αν εξετάσουμε ολόκληρη την περίοδο 2009-2016.

Η κυβέρνηση αισιοδοξεί ότι η χώρα επιστρέφει στην ομαλότητα και στην ανάπτυξη. Μια νέα αποτυχία θα είχε πλέον ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της χώρας.

Η επίσημη αισιοδοξία έχει κάποια βάση. Αν εφαρμοσθεί ομαλά το Μνημόνιο, θα διοχετευθούν στη οικονομία σημαντικοί πόροι (ΕΣΠΑ κλπ), θα γίνουν ή ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις που, μεταξύ άλλων, πειθαρχούν τη δημοσιονομική διαχείριση και εκλογικεύουν τη ρύθμιση των αγορών και θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη χωρίς την οποία η επενδυτική δραστηριότητα θα παραμείνει αναιμική.

Παρά τη δέσμευση του πυρήνα της κυβέρνησης να εφαρμόσει το πρόγραμμα προσαρμογής και παρά το γεγονός ότι συγκλίνουν προς αυτή τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης (και κυρίως τα δύο μεγαλύτερα), αφού δεν προτείνουν την καταγγελία του, αλλά την καλύτερη εφαρμογή του, ενώ η κοινή γνώμη εξακολουθεί να στηρίζει την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, η πορεία της χώρας δεν είναι διασφαλισμένη. Δε συμμερίζομαι την ανεπιφύλακτη προσδοκία ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι.

Κινδύνους προκάλεσαν στο παρελθόν-και μπορεί να προκαλέσουν στο μέλλον- αποφάσεις που υπακούουν στην πολιτική-εκλογική λογική μάλλον, παρά στην οικονομική και παραβλέπουν τις σημερινές περιστάσεις. Τέτοιες κινήσεις βιώνουμε σχεδόν καθημερινά (βλ. τεχνάσματα με την Cosco) καθώς τμήματα του ευρύτερου κυβερνητικού μηχανισμού και της κοινής γνώμη δεν έχουν «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα και τη φιλοσοφία του.

Δεν πρέπει να κρυβόμαστε. Η οικονομική και θεσμική φιλοσοφία του τρίτου Μνημονίου και του συμπληρώματός του διαφέρει ουσιωδώς από (α) εκείνη την οποία ακόμα υιοθετούν ανοιχτά ή σιωπηρά τμήματα του πολιτικού κόσμου και των πολιτών που δεν εμπιστεύονται τους μηχανισμούς της αγοράς και, συναφώς (β) τις πελατειακές συντεχνιακές πρακτικές που στρεβλώνουν τυπικούς κανόνες και καταλήγουν σε ένα αντιπαραγωγικό εν τέλει αλισβερίσι και εκτεταμένη προσοδοθηρία σε συνθήκες αδιαφάνειας. Θα χρειασθεί ακόμα μεγάλη ιδεολογική προσπάθεια για να αλλάξει το κλίμα σε κόμματα, οργανώσεις και πολίτες.

Όμως, συνολικά εξετάζοντας τα πράγματα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις αντί της συνεπούς (όμως πιθανόν με βελτιώσεις) εφαρμογής του προγράμματος: Η έξοδος από την Ευρωζώνη(και πιθανόν από την ΕΕ) θα οδηγούσε αμέσως σε πολύ βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση (μια πρώτη ιδέα πήραμε το περασμένο καλοκαίρι), ενώ η συνέχιση της αμυντικής εφαρμογής του Μνημονίου που προσπαθεί να διασώσει θεσμούς και πρακτικές του παρελθόντος, κατά το «μοντέλο του α΄εξαμήνου 2015»(«μένουμε αλλά δεν εφαρμόζουμε» συμφωνίες) θα παρέτεινε για ένα διάστημα την αγωνία και θα κατέληγε επίσης σε χρεοκοπία.

Advertisements