Μήνας: Σεπτεμβρίου 2026

Πελατειακή και ανθρώπινη μεροληψία έναντι εκσυγχρονισμού. Σκέψεις για το πελατειακό σύστημα. 

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τεύχος  179 Σεπτεμβρίου 2026.

Σειρά «επεισοδίων» αναθέρμανε τη  δημόσια συζήτηση για τις πελατειακές πρακτικές (τα «ρουσφέτια») και τη διαφθορά. Υπενθυμίζω ότι πελατειακές συμπαιγνίες  ή διευθετήσεις διαπερνούν  τη μαζική κακοδιαχείριση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, το δυστύχημα των Τεμπών όπου εμφανώς ανεπαρκής υπάλληλος είχε αναδειχθεί σε σταθμάρχη,  άλλοι απλά δεν ήταν στη θέση τους ενώ επίσης είχε παγώσει ο εκσυγχρονισμός των επικοινωνιών στους σιδηροδρόμους, τις αποκαλύψεις για την πολεοδομία (που δεν εξέπληξαν την κοινή γνώμη), ακόμη και την καταστροφική πυρκαγιά στο  ξεχασμένο Μάτι με τα δεκάδες «αυθαιρέτων» που έκλειναν κάθε δρόμο διαφυγής. Στο Μάτι μάλιστα, μετά την καταστροφή, είχε αναρτηθεί ταμπέλα με το σύνθημα «νομιμοποίηση όλων των αυθαιρέτων τώρα» (η κάπως έτσι).

Υποκριτική δημόσια συζήτηση

Η  δημόσια συζήτηση για τις πελατειακές πρακτικές έμεινε όμως  ρηχή και υποκριτική καθώς υποτάχθηκε στη λογική της κομματικής αντιπαράθεσης και του παιγνίου επίρριψης προσωπικών ευθυνών σε (πολιτικά) πρόσωπα, Επισκίασε τα δομικά προβλήματα,  την πρόοδο ή έστω τις απόπειρες μεταρρυθμίσεων σε πολλούς τομείς π.χ.  μέσω της ψηφιοποίησης. Κατά διαστήματα η δημόσια ζωή έδινε τη εικόνα ενός πάζλ  με ατάκτως ριγμένα κομμάτια στο τραπέζι.

Προσωπικές ευθύνες υπάρχουν βέβαια, αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι τα υπεύθυνα πρόσωπα δραστηριοποιούνται σε συνθήκες που δεν ελέγχουν πλέον. Στην πρωτοπορειακή διατύπωση του Karl  Marx  «οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, αλλά  την κάνουν όχι από ελεύθερη βούληση σε συνθήκες που έχουν επιλέξει, αλλά  σε υπάρχουσες, δεδομένες και κληροδοτημένες συνθήκες»  («Der 18. Brumaire»).

Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε, όπως έγραψε ο Francis Fukuyama, πως είναι προβληματική η πλήρης απαξίωση του φαινομένου της προσωπικής μεροληψίας. Οι άνθρωποι έχουν ένα φυσικό τρόπο κοινωνικότητας που συνίσταται στο να ευνοούν ή να προτιμούν φίλους και συγγενείς. Σε περιπτώσεις κρίσεων οι κοινωνίες τείνουν να τον ανανεώνουν.[i] Με άλλα λόγια, η δημόσια συζήτηση  επισκίασε την ανθρώπινη και την πολιτισμική- θεσμική   διάσταση της δεδομένης και ιστορικά διαμορφωμένης πατρωνίας.

Στην Ελλάδα οι πελατειακές σχέσεις αναπτύσσονται σε ένα ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων πέραν της κεντρικής και αυτοδιοικητικής πολιτικής – σε ΑΕΙ και άλλους ενδιάμεσους φορείς, οικογενειακές μικρές επιχειρήσεις, ιδρύματα κλπ. Είναι εμπεδωμένες στην κουλτούρα μας.

Όμως, μετά την πρόσφατη  συσσώρευση αποκαλύψεων. Πρέπει να διευρύνουμε την οπτική μας.

Η πατρωνία   είναι προ-νεωτερικός άτυπος θεσμός.

Οι αιτίες των πελατειακών πρακτικών που μας ενδιαφέρουν εδώ  είναι πολλές. Συχνά αναφέρεται ότι η «κακή γραφειοκρατία»  αναγκάζει τους πολίτες να αναζητούν παράκαμψη των κανόνων. Υπό την οπτική αυτή η πατρωνία εμφανίζεται  τότε  ως μέσο για ανθρωπιστικές διορθώσεις του «συστήματος». Η άποψη αυτή οδηγεί σε θεωρητικό στενοσόκακο. 

Υπό άλλη οπτική το πελατειακό σύστημα αναλύεται ως προ-νεωτερικός άτυπος θεσμός.  Οι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι μας συμφωνούν ότι επιβίωσε ως μόνιμο χαρακτηριστικό σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Το πελατειακό φαινόμενο εμφάνισε δύο όψεις και για όλες μπορεί κανείς να αντλήσει χαρακτηριστικά παραδείγματα από την ιστορία: Εξατομικευμένη ψηφοθηρία (με επιλεκτικές αναθέσεις έργων, διορισμούς κλπ), και συλλογικές διευθετήσεις των κυβερνήσεων με οργανώσεις συμφερόντων (για παροχή «club goods»). Τις πελατειακές σχέσεις οργάνωναν οι κεντρικοί κομματικοί και οι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί εμφανέστερα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και αναπαράχθηκαν με παρόμοιο τρόπο στη συνέχεια από τη ΝΔ  και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξακολούθησαν να είναι περισσότερο ή λιγότερο πυκνές, να υποβαθμίζουν κριτήρια αποτελεσματικότητας και αξιοκρατίας, να διακρίνουν δικτυωμένους από μη δικτυωμένους ή από τους δικτυωμένους σε αντίπαλο σχήμα, ανεξαρτήτως ικανοτήτων ή τυπικών προσόντων.

Λόγω της πελατειακής λογικής που έβρισκε νέα πεδία δράσης και «καινοτόμες» μεθόδους, το κράτος ουδέποτε έγινε αντιληπτό  ως μία μη ελεγχόμενη από την κοινωνία (τους πολίτες)  και απόμακρη μηχανή. Στα πολιτικά προγράμματα σπάνια  ετέθη θέμα μείωσης του κράτους. Οι υποσχέσεις είχαν κατά κανόνα μία μόνο κατεύθυνση- την ανακατανομή των ωφελούμενων   μέσω του κράτους  ή εντός του. 

Ισορροπία τρόμου μεταξύ πελατειακών ομίλων.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπέρβαση της πατρωνίας είναι σισύφειο έργο.  Αντλώντας από μια εξαιρετική πρόσφατη μελέτη του Άρη Τραντίδη[ii] δεχόμαστε συνοπτικά ότι οι σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε πολιτική ηγεσία και πελατειακές ομάδες είναι τόσο δυνατές ώστε οι αποφάσεις των αρχών διαμορφώνονται αφού ληφθούν υπόψη τα αιτήματά των εκάστοτε εμπλεκόμενων κοινωνικών ομάδων. Σε ένα δικομματικό σύστημα το πολιτικό παίγνιο βρίσκεται σε ισορροπία τρόμου: Δηλαδή, στο σημείο από το οποίο οποιαδήποτε μονομερής κίνηση  κυβερνώντος κόμματος προς εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που μειώνουν το πεδίο των πελατειακών σχέσεων δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην  αντιπολίτευση. Στο ίδιο πνεύμα, ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος διαπιστώνει ότι οι πελατειακές σχέσεις έχουν γίνει «νοοτροπία και αρχή οργάνωσης της κοινωνίας» και «καίριο δομικό χαρακτηριστικό της».[iii]  

Συνέπειες σε κράτος και οικονομία.

Οι πελατειακές διευθετήσεις συγγενεύουν με τη διαφθορά (στη νεοελληνική διάλεκτο: «μίζες», παλαιότερα »μπαξίσι», «λάδωμα» υπαλλήλων και πολιτικών ή τρίτων διαμεσολαβητών), αλλά δεν ταυτίζονται με αυτή. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι ασαφείς και ασταθείς. Αποτελούν όμως, πρώτον,  ευεπίφορο για διαφθορά υπέδαφος, το οποίο,  φυσικά,  πολίτες και διαμεσολαβητές πάσης φύσης δεν αφήνουν  αναξιοποίητο.

Η  πατρωνία από τη φύση της λειτούργησε, δεύτερον,  ως  μεσίτης για τη διάχυση της αίσθησης   ότι δεν μοιράζονται όλοι την ίδια μοίρα, ότι δεν έχουν δεσμεύσεις έναντι του συνόλου ή κάποιου ασαφούς κοινού ή  δημοσίου συμφέροντος παρά την  επίσημη ρητορική σε καθιερωμένες τελετουργίες.  Η πελατειακή λογική μείωνε την εμπιστοσύνη στους   τυπικούς θεσμούς  της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Στη δημόσια συζήτηση οι πελατειακές πρακτικές γίνονταν συχνά (και μάλλον υποκριτικά) αντικείμενο ηθικολογικών δηλώσεων, είχαν όμως βαθιές επιπτώσεις σε οικονομία και κράτος.   Ενδεικτικά μόνον σημειώνουμε εδώ ότι συσχετίζονται καλά με την αναποτελεσματικότητα του κράτους (και του ευρύτερου συστήματος διακυβέρνησης), δημιουργούν ευεπίφορο έδαφος για διαφθορά, εξασθενίζουν την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, φθείρουν την κοινωνική συνοχή, προκαλούν ανισότητες, καταλήγουν σε ανορθολογική χρήση των διαθέσιμων πόρων. Επίσης, προκαλούν μακροοικονομικές ανισορροπίες (ελλείμματα, χρέη κλπ) καθώς οι διαθέσιμοι πόροι (φορολογικά έσοδα) δεν επαρκούν κατά κανόνα για την ικανοποίηση υφιστάμενων και νέων πελατειακών σχέσεων. Οι πελατειακές πρακτικές συνέβαλαν στην επώαση της ελληνικής κρίσης της δεκαετίας του 2010’, που υπήρξε η βαθύτερη στην ΕΕ και δυσχέραναν την αντιμετώπισή της. Δεν πρόκειται για αποκλειστικό χαρακτηριστικό κάποιων κοινωνικών ομάδων, ούτε πολιτικών παρατάξεων, αλλά για ένα περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτό μέσο (όχημα) προαγωγής παρτικουλαριστικών επιδιώξεων.

Η αγορά και ο ανταγωνισμός περιορίζουν την πατρωνία- αν λειτουργούν .

Η πελατειακή λογική δεν είναι άγνωστη στις προηγμένες δυτικές χώρες. Ωστόσο εκεί  τιθασεύεται σε μεγαλύτερο βαθμό από ένα ισχυρό πλέγμα αξιών που συνυφαίνονται με τους κανόνες της οικονομικής αποτελεσματικότητας και του ανταγωνισμού. Αυτό το πλέγμα περιορίζει την «αταξία» (= εντροπία)   που προκαλεί η πατρωνία.   Είναι αλήθεια επίσης, ότι όπου ο ανταγωνισμός λειτουργεί στη βάση σταθερών και σαφών κανόνων (οι οποίοι εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς), οι  επιχειρήσεις δίνουν τη σημασία που πρέπει στην οικονομικά αποτελεσματική χρήση των πόρων τους (efficiency). Ο υγιής ανταγωνισμός λειτουργεί ως ανάχωμα κατά πελατειακών ή οικογενειακών προτιμήσεων. Όμως και στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες η πατρωνία δεν εξαλείφεται.[iv]

Στην Ελλάδα ο εκάστοτε επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός, που από τη φύση του είχε φιλελεύθερα χαρακτηριστικά,  συγκρούσθηκε με την πατρωνία.   Στη σύγκρουση  αυτή μπορούμε ίσως να βρούμε ρίζες του  ιδεολογικού αντι-φιλελευθερισμού στην Ελλάδα (και αλλού). Συστατικά του στοιχεία είναι   η προτίμηση του μεγάλου κράτους, η εξιδανίκευση και υπερτίμηση των δυνατοτήτων του, η υποτίμηση της (σχετικής έστω) αυτοτέλειας των οικονομικών διεργασιών, η διάχυτη δυσπιστία έναντι της αγοράς και του ανταγωνισμού (anti-market bias), οι πολύμορφες πρακτικές παράκαμψης  του κράτους δικαίου (rule of law).

Η αντίθεση πατρωνίας και εκσυγχρονισμού .

 Ωστόσο δεν έλειψαν πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της πατρωνίας. Η Ελλάδα εισήλθε στη νεωτερικότητα  με διαδοχικές φάσεις εκσυγχρονισμού των θεσμών και των πολιτικών της. Μετά τον εμφύλιο και την ένταξη της χώρας στη Δύση,  Ο εκσυγχρονισμός σήμαινε στην πράξη σε ένα γενικό επίπεδο προσαρμογή (ή μεταρρύθμιση) τυπικών θεσμών ώστε να γίνουν  συμβατοί με το νέο πλαίσιο.  Η προσαρμογή αυτή δεν ήταν ποτέ πλήρης. Έτεινε όμως να θέσει το  «νόμο» πάνω από τη συγγένεια, τη φιλία και τις τοπικές  σχέσεις. Υπέσκαπτε ανεπαίσθητα ή μερικές φορές απότομα παραδοσιακούς δεσμούς, τρόπους ζωής οργανωμένους γύρω από την οικογένεια, την πατριά, την Εκκλησία  την τοπική κοινότητα.

 Οι νέοι τυπικοί θεσμοί  που εισάγονταν συχνά με επώδυνο τρόπο  ήταν απαιτητικοί  παρά  τα κενά, τα εγγενή ελαττώματα («τρύπες) και εξαιρέσεις, γιατί ζητούσαν αλλαγές στη συμπεριφορά  των ατόμων, π.χ. να μη λαβαίνουν υπόψη  την οικογένεια, να μη διαπραγματεύονται με πάσης φύσης διαμεσολαβητές  ιδιαίτερα οφέλη , να ξεχνούν ιστορική πελατειακή νομιμοφροσύνη, να τηρούν τον νόμο   κλπ. Με άλλα λόγια ο εκσυγχρονισμός λειτουργούσε δυνητικά  ως εχθρός της παράδοσης. Όμως εξ αρχής οι νέοι θεσμοί,  που όφειλαν να διασφαλίζουν  ίσες υποχρεώσεις και δικαιώματα σε όλους  χωρίς διακρίσεις  διαβρώθηκαν  εν μέρει από την παράδοση. 

Μετά την πτώση της Δικτατορίας, πρόσθετα όρια στις πελατειακές λογικές και στη συνυφασμένη με αυτές κουλτούρα πρόκυπταν δυνητικά  από την ένταξη στην ΕΕ και την ΟΝΕ που απαιτούσε διατήρηση ή αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, εισαγωγή κριτηρίων αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας σε κράτος και επιχειρήσεις. Την περίοδο των Μνημονίων (2010-2018), η πίεση για εκσυγχρονισμό των δημόσιων πολιτικών ασκήθηκε χωρίς προσχήματα με τη μορφή της αιρεσιμότητας (conditionality), δηλαδή της χορήγησης δανείων προς αποτροπή της χρεοκοπίας υπό τον όρο εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων πολιτικής. Το πελατειακό σύστημα συγκρούσθηκε ευθέως πλέον με τον «εισαγόμενο ορθολογισμό». [v]

Οι κυβερνήσεις και μέρος της πολιτικής τάξης έχοντας μαζί τους τμήματα της κοινωνίας που είχαν αναπτύξει εμπορικούς, πολιτισμικούς και επενδυτικούς δεσμούς με τη Δύση, δεν μπορούσαν μεν να αγνοήσουν παντελώς τις γενικότερες ανάγκες της χώρας, αναζητούσαν όμως, όπως σημειώσαμε, συμβιβασμούς ώστε να διασώσουν όσο γίνεται περισσότερα πελατειακά κεκτημένα. Η δεκαετία των μνημονίων είναι η ιστορία της πελατειακής μεροληψίας στην οικονομική μεταρρύθμιση.

Οι «διευθύνουσες τάξεις» επιδίωξαν να μετριάσουν το κόστος των μεταρρυθμίσεων για  ομάδες πελατών τους σχεδιάζοντας ένα πακέτο μέτρων που διατηρεί όσο το δυνατόν περισσότερο τα πελατειακά κεκτημένα.[vi]

Η αναζήτηση ατελών και οπωσδήποτε πρόσκαιρων συμβιβασμών μεταξύ πελατειακής και οικονομικής λογικής,  ή μεταξύ προσαρμογής στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και παραδοσιακών εθισμών της πολιτικής, εκδηλώθηκε σε απειράριθμες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Παραδείγματα προσφέρουν οι διαδοχικές ατελείς και αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού, της παιδείας, της Δικαιοσύνης, της Δημόσιας Διοίκησης (βλ. διαδοχικές παρακάμψεις του ΑΣΕΠ), οι περιβόητες τροπολογίες κλπ.  Μετά το 2019 τον εκσυγχρονισμό του κράτους συνεπικουρεί η  τεχνολογία μέσω μεγάλων προγραμμάτων ψηφιοποίησης που περιορίζουν  τις ευκαιρίες για εξατομικευμένες πελατειακές συμπαιγνίες, όμως αυτές συνεχίσθηκαν όπου έβρισκαν χώρο., όπως έδειξαν καθαρά οι μέθοδοι χορήγησης επιδομάτων στην αγροτική οικονομία, η διαρκής  χωροταξική αφασία, η διαχείριση προσωπικού σε δημόσιους φορείς (βλ. ΟΣΕ)  κ.α.


[i] Francis Fukuyama, The Origins of Political Order, Profile Books Ltd, 2012.

[ii] Aris Trantidis, Clientelism and economic policy. Greece and the crisis, Routledge, London and New York, 2016.

[iii] Βλ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, Κράτος και Μεταρρύθμιση στη σύγχρονη Νότια Ευρώπη, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2007, σελ. 102. Για το βάθος της πελατειακής λογικής στη μικροκλίμακα διαφόρων φορέων. μπορούν να παρατεθούν  απειράριθμα παραδείγματα. Ο  αθηναϊκός και ο επαρχιακός τύπος είναι πλούσιος σε κοιτάσματα «μικρο-πελατειακών διευθετήσεων γύρω από διορισμούς, αναθέσεις έργων, παραλείψεις κατά την εφαρμογή του νόμου,  κλπ. 

[iv] Βλ. βιβλίο του Michael J. Sandel με τον παράδοξο εκ πρώτης όψεως τίτλο   Η τυραννία της αξίας. Τι έχει απογίνει το γενικό καλό; Εκδόσεις Πόλις, 2022.

[v] Βλ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας, «Εισαγόμενος διοικητικός εκσυγχρονισμός», στην εφημερίδα Το Βήμα 4.8.2013.

[vi] Για τους έλληνες πολιτικούς που προσπαθούσαν ήδη τη δεκαετία του 40 να εντάξουν την αμερικανική βοήθεια σε  πελατειακά προγράμματα παρά την οικονομική λογική έγραφε ο Αργύρης Φατούρος ότι «νόμιζαν τον εαυτό τους δεξιοτέχνη στο ρόλο του ραδιούργου υφισταμένου» που προσπαθούσε να ματαιώσει ανεπιθύμητες εξελίξεις. Βλ. Αργύρης Φατούρος  «Πως κατασκευάζεται ένα επίσημο πλαίσιο διείσδυσης : Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα 1947-1948» στο Ι. Ιατρίδης (επιμέλεια) Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα , σελ. 419-460, σελ. 420.