Γιατί η δραχμή δεν (θα) είναι η λύση

Δημοσιεύθηκε 19/03/2017 στη Huffington Post

Το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit) ή και της εισαγωγής στη χώρα ενός παράλληλου νομίσματος εντός της Ευρωζώνηςσυζητήθηκε στο παρελθόν κάθε φορά που οι διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς για ένα πρόγραμμα διάσωσης βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Οι αιτίες για αυτή την ανακυκλώμενη συζήτηση είναι πολλές. Η χώρα απέτυχε επανειλημμένα (2011-12, 2014-2015) να εφαρμόσει τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, στα οποία είχε συμφωνήσει για να εξασφαλίσει χρηματοδοτική συνδρομή και να αποφύγει άτακτη χρεοκοπία, αλλά και για να απεξαρτηθεί από τη βοήθεια της ΕΕ, των κρατών μελών της και του ΔΝΤ. Η αποτυχία αυτή με τη σειρά της οφείλεται στη δυναμική του πολιτικού-οικονομικού συστήματος της χώρας. Όμως, άλλοι παράγοντες που εξηγούν την κρίση και την αποτυχία της προσαρμογής ήταν η ίδια η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης (πριν από την κρίση) και κρίσιμα ελαττώματα των προγραμμάτων διάσωσης – ιδίως του πρώτου που δεν προέβλεψε έγκαιρη αναδιάρθρωση του συσσωρευμένου χρέους.

Σήμερα η έξοδος από την Ευρωζώνη εμφανίζεται μεν αποτρέψιμη αλλά, αλλά παραμένει πιθανή. Οι επιπτώσεις εξαρτώνται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες και κυρίως από τη δυναμική του πολιτικού-οικονομικού συστήματος.

Μια πρώτη εικόνα (και προειδοποίηση) για τις επιπτώσεις μιας εξόδου και πτώχευσης έδωσε η κρίση του Ιουνίου 2015. Τότε η Ελλάδα βρέθηκε εκτός (του προηγούμενου) προγράμματος προσαρμογής και εκτός χρηματοπιστωτικής ομπρέλας, διέκοψε την πληρωμή ληξιπρόθεσμης δόσης προς το ΔΝΤ, αναγκάσθηκε να κλείσει προσωρινά τις τράπεζες και να εισάγει μονιμότερους κεφαλαιακούς ελέγχους (συμπεριλαμβανομένων και των ορίων άντλησης μισθών και συντάξεων κάθε μέρα και εβδομάδα από τις τράπεζες), ανέβαλε τις εξοφλήσεις νέων οφειλών του Δημοσίου σε προμηθευτές. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατραπούν οι αισιόδοξες προβλέψεις για την οικονομία και η χώρα να περιέλθει εκ νέου σε ύφεση.

Με βάση τη διεθνή εμπειρία, αλλά και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού-οικονομικού συστήματος σήμερα, εκτιμήσαμε τις πιθανές επιπτώσεις της εξόδου από την Ευρωζώνη ως εξής: Κατ’ αρχάς το νέο νόμισμα (η δραχμή) θα υποτιμηθεί πολύ και θα μείνει ασταθές στη συνέχεια. Σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (π.χ. ένταση αναδιανεμητικών διεκδικήσεων) η χώρα θα βυθισθεί σε νέα βαθιά ύφεση, όπως δείχνουν όλες οι προβλέψεις και οι ελπίδες για επιστροφή στην ανάπτυξη θα μετατεθούν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα μπορεί να προκαλέσει έναν φαύλο κύκλο υποτιμήσεων-πληθωρισμού-υποτιμήσεων και να καταστήσει αδύνατο τον έλεγχο της δημόσιας οικονομίας λόγω της δυναμικής του πολιτικού οικονομικού συστήματος.

Οι εμπειρίες του 1953-1963, 1993-99 και 2012-2014 έδειξαν (και η θεωρία επιβεβαιώνει) ότι η καθιέρωση και υποτίμηση του (νέου) νομίσματος θα πρέπει να συνοδεύσει σφικτή εισοδηματική και δημοσιονομική πολιτική (και σοβαρές μεταρρυθμίσεις) προκειμένου να αποφευχθεί το σπιράλ πληθωρισμού και υποτιμήσεων που καταλήγει σε πλήρη αποδιοργάνωση της οικονομίας. Όμως αυτό ακριβώς δεν είναι βέβαιο στις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Την έξοδο από την Ευρωζώνη (ή και την ΕΕ) θα ακολουθούσε μεγαλύτερη απόκλιση της οικονομικής πολιτικής από τις τάσεις στην Ευρώπη και ακόμα μεγαλύτερη (και παραλυτική) εσωστρέφεια του πολιτικού συστήματος. Οι δυνατότητες πρόσβασης σε δημόσιους πόρους θα περιορισθούν δραματικά: Χωρίς τις χρηματοδοτήσεις αυτές, χωρίς δυνατότητες δανεισμού από τις αγορές και με μια άστατη γενική οικονομική πολιτική, θα είναι αδύνατη η επιστροφή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη ή η υπεσχημένη παραγωγική ανασυγκρότηση.

Κατά πάσα πιθανότητα επίσης θα διαψευσθούν οι υπερβολικές προσδοκίες για αύξηση των εξαγωγών με μια γενναία υποτίμηση, ενώ θα γίνουν δυσκολότερες και θα τροφοδοτούν τον πληθωρισμό οι εισαγωγές ζωτικών προϊόντων (και οι αναπόφευκτοι έλεγχοί τους), η ενέργεια δεν θα γίνει φθηνότερη, το τραπεζικό σύστημα θα αποσταθεροποιηθεί, η χώρα θα αδυνατεί να αντλήσει δάνεια από τις διεθνείς αγορές ή άλλα κράτη και θα επιχειρήσει τη διευθέτηση του χρέους σε συνθήκες χάους και νομικών εμπλοκών (βλέπε προηγούμενο Αργεντινής).

Η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα δυσκόλευε περισσότερο την εξυπηρέτηση του χρέους. Η ήδη προβληματική σχέση ενός τμήματος της κοινωνίας και της πολιτικής με το κράτος δικαίου (rule of law) θα επιδεινωθεί. Mια νέα απότομη πτώση των εισοδημάτων μετά την έξοδο από την Ευρωζώνη και η αύξηση της ανεργίας και της αβεβαιότητας θα οδηγούσαν σε ένα νέο κύμα απεργιών, σκληρών διεκδικήσεων, αντιθεσμικών πρακτικών, ενδεχομένως σε έναν φαύλο κύκλο βίας και αντίμετρων της εξουσίας και, εν τέλει σε πολιτική αστάθεια. Το πολιτικό σύστημα τουλάχιστον για ένα διάστημα θα αδυνατεί να διαχειρισθεί την κρίση. Οι ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις αφορούν την κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα.

Η έξοδος, όπως και να μεθοδευθεί, δεν θα δώσει λύση στις μεγάλες εκκρεμότητες της χώρας, δηλαδή δεν θα λύσει τα διαρθρωτικά της προβλήματα. Συναφώς, τη γενική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής θα βαραίνουν αβεβαιότητες που θα εμποδίζουν την ανάκαμψη για πολύ καιρό. Το πιθανότερο είναι ότι η ελληνική πολιτική θα κινείται χωρίς πυξίδα και χωρίς τη δυνατότητα να επικαλείται τον περιορισμό του υπέρτερου στόχου της παραμονής στον πυρήνα της Ευρώπης, που λειτούργησε εν τινι μέτρω ως «εξωτερικός περιορισμός». Επομένως, θα προσκρούει σε ένα υψηλότερο τείχος αναξιοπιστίας. Όλα αυτά θα απειλήσουν πολλές από τις εναπομείνασες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και, κατά προέκταση, τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.

Το πρακτικό συμπέρασμα της ανάλυσής μας συνοψίζεται ως εξής: Αντί του Grexit είναι προτιμότερο να εφαρμοσθεί το πρόγραμμα προσαρμογής εντός της Ευρωζώνης σε συνδυασμό με τη διευθέτηση του χρέους η οποία σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί καθώς θα προχωρεί η εφαρμογή του.

Εναλλακτικά, υπάρχει ο κίνδυνος με την έξοδο από το Ευρώ να κάνουμε έναν κύκλο με τεράστιο κόστος για να επιστρέψουμε με χειρότερες προϋποθέσεις κάτω από την ευρωπαϊκή ή διεθνή ομπρέλα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Πάνου Καζάκου «Η δραχμή δεν (θα) είναι λύση. Οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit)», εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016.

Advertisements

Κρίση νομιμοποίησης και εκδοχές του μέλλοντος της ΕΕ

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 2 Ιανουαρίου 1997

Έχει σημασία στις σημερινές συνθήκες αμφισβήτησης και αβεβαιοτήτων να υπενθυμίσουμε ότι η ΕΕ είναι συνολικά, παρά τα ελλείμματά της, το πλέον επιτυχημένο πείραμα διεθνών σχέσεων. Η Ένωση ενίσχυσε την ικανότητα των κρατών μελών  να πετυχαίνουν κοινούς στόχους π.χ. να παράγουν δημόσια αγαθά όπως είναι η ειρηνική συμβίωσή τους και να αντιμετωπίζουν τις λεγόμενες externalities του τύπου «κάνε φτωχότερο τον γείτονα» (beggar my neighborhood policies).  Τέλος, η ΕΕ απέφερε σαφή οικονομικά οφέλη στα μέλη της αν και όχι στον ίδιο βαθμό για όλα.

Το οικοδόμημα στηρίζεται σε θεμελιώδη κοινά χαρακτηριστικά των κρατών μελών που, απλά, απλούστερα είναι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες με διάφορες εκδοχές «κοινωνικού κράτους».

Παρά ταύτα, η ΕΕ βρίσκεται επί ξυρού ακμής καθώς κατατρύχεται από μια πολυεπίπεδη κρίση νομιμοποίησης. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι πολλά: με εμφανέστερο την άνοδο των λαϊκιστικών, αντιευρωπαϊκών κινημάτων. Ένας σκληρός αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός κερδίζει έδαφος παντού – σε Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Γαλλία, Αυστρία κ.α.

Οι πιο επιτυχημένες λαϊκιστικές κινήσεις καταγγέλλουν την Ευρώπη και, κυρίως, τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ των χωρών τους, εξαγγέλλουν απλοϊκές λύσεις για σύνθετα προβλήματα, καλλιεργούν ψευδαισθήσεις και εκθειάζουν την εθνική κυριαρχία (καλύτερα μόνοι, παρά με άλλους). Στην άκρα δεξιά αμφισβητούν θεμελιώδεις αξίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Όμως, εκμεταλλεύονται πραγματικά προβλήματα.

Ίσως βιώνουμε ένα φαινόμενο που έχει επαναληφθεί στην ιστορία π.χ. στις δεκαετίες του 1920 και 1930: Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες προκαλούν αναταράξεις, «αναδιαρθρώσεις» και αβεβαιότητες στις κοινωνίες. Οι αντιδράσεις ή άμυνες οικονομιών και κοινωνιών κατά μεγάλων κυμάτων ομογενοποίησης  είναι τότε αναπόφευκτες ιδίως αν έχουν την αίσθηση ότι  η πολιτική έχασε τον έλεγχο των αλλαγών.

Πράγματι, η ΕΕ και η Ευρωζώνη δεν έχουν προσφέρει αξιόπιστες ή αποτελεσματικές λύσεις μεγάλων οικονομικών προβλημάτων τα οποία απαριθμώ επιτροχάδην: Αναιμική και καθυστερημένη ανάκαμψη, το τραύμα και τα χρέη που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση, το διευρυνόμενο ρήγμα Βορρά/Νότου, βουνά δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, η επέκταση της ανασφάλειας στις αγορές εργασίας όπου μειώνεται το ποσοστό των «βιώσιμων» θέσεων εργασίας.

Γιατί λοιπόν αυτό το γενικά πετυχημένο μοντέλο διεθνούς συνεργασίας περιήλθε σε κρίση νομιμοποίησης και γιατί φαίνεται ότι αδυνατεί να λύσει προβλήματα; Οι αιτίες είναι πολλές. Παραβλέποντας τις λαϊκιστικές ιαχές, θα εξετάσω στη συνέχεια δύο παράγοντες που με φέρνουν κοντύτερα σε ό,τι συζητείται (ή θα πρέπει λογικά να συζητηθεί) στους θεσμούς:

  • Πρώτον, την ασυμμετρία νομισματικής και οικονομικής πτυχής στην Ευρωζώνη και,
  • δεύτερον, το τωρινό μοντέλο ή «μείγμα» οικονομικής πολιτικής.

Η Ευρωζώνη είναι μια ισχυρή και συγκεντρωτική νομισματική ένωση με ήπια ως ασθενή οικονομική ένωση. Στην κρίση έγινε εμφανές ότι έλειπαν τόσο εξισορροπητικοί μηχανισμοί, συγκρίσιμοι με εκείνους εμπεδωμένων ομοσπονδιών όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, όσο και ένας αποτελεσματικός μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων για την περίπτωση ασύμμετρων διαταραχών.

Αυτή η θεμελιώδης ασυμμετρία συνυφαίνεται, όπως είπαμε, με «λάθη» πολιτικής. Την περίοδο της κρίσης οι κυβερνήσεις (και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί) προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν τις χειμαζόμενες οικονομίες  με περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα και «χαλαρή» νομισματική πολιτική – χαμηλά επιτόκια και αγορά κρατικών ομολόγων («ποσοτική χαλάρωση»). Ουσιαστικά ανέθεσαν τη σταθεροποίηση της Ευρωζώνης στην ΕΚΤ. Αλλά ιδίως τα χαμηλά επιτόκια εξουδετερώθηκαν από την υπερχρέωση των κρατών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα ήταν μια αναιμική και, πιθανόν, πρόσκαιρη μεγέθυνση. Επίσης, όπως διαπιστώνει ο Paul De Grauwe οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προώθησαν οι θεσμοί αύξησε τις απώλειες όσων πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Βέβαια, δεν έλειψαν πολιτικές πρωτοβουλίες για ανανέωση του ευρωπαϊκού σχεδίου μετά την κρίση του 2008-2010. Όμως διαπιστώνουμε ότι σταθεροποίησαν μεν τις οικονομίες, πράγμα που δεν υποτιμώ, αλλά σε απογοητευτικά επίπεδα. Δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα όσον αφορά σε θεμελιώδη προβλήματα της Ένωσης και παγίωσαν βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου οικονομικής πολιτικής.

Λογικά επομένως αναζητούνται λύσεις για τα προβλήματα αυτά. Οι επίσημες  ιδέες  που ήδη κυκλοφορούν εντάσσονται στη λογική της ever closer union, δηλαδή, του αργόσυρτου μετασχηματισμού της ΕΕ προς την κατεύθυνση μιας βαθύτερης (και αποτελεσματικότερης) οικονομικής και πολιτικής ένωσης. Όμως δεν διακρίνω κάποια ισχυρή κίνηση προς μιαν «άλλη Ευρώπη» στις πολιτικές ελίτ που έχουν τον πρώτο λόγο. Ούτε συζητούν ένα ομοσπονδιακό άλμα καθώς στις παραδοσιακές επιφυλάξεις προστέθηκε και η πίεση του εθνολαϊκισμού. Αντίθετα, διακρίνω μια ιδιότυπη στάση προάσπισης του status quo στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στην οικονομική πολιτική με υποβάθμιση των προβλημάτων οικονομικής και κοινωνικής συνοχής σε ευρωπαϊκό και εθνικόεπίπεδο, ευγενείς συμπαιγνίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ανοχή των φορολογικών παραδείσων στην Ευρώπη.

Εναλλακτικά πάντως προτείνονται ιδέες για «λιγότερη Ευρώπη». Αυτό μπορεί να γίνει με επανεθνικοποίηση διαφόρων πολιτικών, όπως επιζητούσε μονίμως το ΕΒ, ή τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυρήνα με λιγότερα κράτη μέλη ή, τέλος, με τη διάλυση της Ευρωζώνης, αλλά όχι της ΕΕ συνολικά.

Οι ιδέες αυτές δεν θα έλυναν αλλά θα διόγκωναν τα προβλήματα που αναφέραμε. Εκτός τούτου, ειδικά η ολοσχερής διάλυση της Ευρωζώνης είναι το λιγότερο ρεαλιστικό σενάριο, παρά τα προβλήματα και την πίεση των εθνικιστικών και λαϊκιστικών κινημάτων σε Ιταλία, Γαλλία κ.α. και παρά τις αστοχίες της πολιτικής. Κατά τη γνώμη μου δεν θα ανταποκρινόταν ούτε στα καλώς οριζόμενα ελληνικά συμφέροντα. Η πεπατημένη της ever closer με τις ασάφειές της είναι ο πιθανότερος δρόμος και ας μη ενθουσιάζει. Δεν θα αλλάξει τους τωρινούς συσχετισμούς δύναμης ούτε τη γενική κατεύθυνση (και τις μονομέρειες) της οικονομικής πολιτικής.

Όπως και να έχει το πράγμα, οι κυβερνήσεις θα συζητήσουν τον Μάρτιο 2017 τις μελλοντικές διαδικασίες. Ελπίζω να έχουμε λόγο και εμείς. Χρειαζόμαστε ιδέες για το πώς η Ελλάδα θα ήθελε να εξελιχθεί η Ευρώπη και ποια συγκεκριμένα θέση θα ήθελε να έχει σε αυτή.

 

Προσδοκίες και κίνδυνοι για το 2017 και μετά: Μπορούμε να αισιοδοξούμε;

Δημοσιεύθηκε στό πρώτο θέμα –  reporter της 1 Ιανουαρίου 2017

Οι αβεβαιότητες για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας παραμένουν μεγάλες. Τα ερωτήματα είναι αν το τρίτο  με δανειακή στήριξη από τους θεσμούς θα εφαρμοσθεί και αν θα αποδώσει τα αναμενόμενα. Οι δυσκολίες εφαρμογής του είναι γνωστές, αλλά τι θα γίνει μετά; Θα διαπιστώσουμε την αποτυχία και της αριστεράς;

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι τα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που αν επιτευχθούν θα διευκολύνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Τότε θα αποφύγει την εφαρμογή του περιβόητου «κόφτη», τηn υποχρέωση δηλαδή να περικόψει πρωτογενείς δαπάνες (μισθούς και συντάξεις  κυρίως του Δημοσίου) αν υπάρξουν αποκλίσεις από τις προβλέψεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες της «ποσοτικής χαλάρωσης»  του κ. Ντράγκι, θα καταφέρει να εξέλθει στις αγορές και να δει το χρέος να διευθετείται σε σταθερές βάσεις. Με άλλα λόγια η βασική της θέση είναι ότι αν εφαρμοσθεί το πρόγραμμα  θα αποδώσει τα αναμενόμενα οφέλη.

Παρά ταύτα, είναι φανεροί οι εσωτερικοί και εξωτερικοί κίνδυνοι αποτυχίας του προγράμματος προσαρμογής.

Η ως τώρα εμπειρία δικαιολογεί επιφυλάξεις για την κατάληξη των προσπαθειών προσαρμογής και, κυρίως, των μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε τυπικές νομοθετικές ρυθμίσεις και πραγματικότητα  καθώς τυπικοί  νόμοι  δεν εφαρμόζονται αμέσως ή εφαρμόζονται με κενά, ενώ άλλοι προσκρούουν στην κουλτούρα των διαφόρων διαμερισμάτων του κράτους. Π.χ. εκκρεμούν υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ενώ η ίδια δεν φαίνεται να διασφάλισε τη διατηρησιμόιτητα του συστήματος που εξελίσσεται σε σισύφειο έργο, στις ιδιωτικοποιήσεις αντιδρούν κομματικοί, συνδικαλιστικοί, τοπικοί αξιωματούχοι, ενώ αντιτιθέμενα επιχειρηματικά συμφέροντα  προασπίζονται τα κεκτημένα της διαπλοκής  τραπεζών, επιχειρηματιών, οι τράπεζες έμειναν ολόκληρο το 2016 χωρίς διοικήσεις κ.α. Σε ευαίσθητους  τομείς που είχαν διαφύγει της εποπτείας των θεσμών διαπιστώνουμε καθαρή οπισθοδρόμηση, π.χ. στην εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση έχει εξελιχθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο αλλά χωρίς συνεκτικό σχέδιο και με τους μηχανικούς να διαφωνούν για τα πάντα.

Μέρος της μεταρρυθμιστικής δυστοκίας οφείλεται αναμφίβολα στην βαριά οικονομική κληρονομιά του παρελθόντος, στη θεσμική παράλυση που καλλιεργήθηκε σε συνθήκες πελατειακών διευθετήσεων και διαπλοκής και στις ισορροπίες συμφερόντων (= συσχετισμούς επιρροής)  που διαμορφώθηκαν τότε. Οι δυσκολίες οφείλονται όμως και στην τραγική από κάθε σκοπιά, και, πάντως, ανεδαφική «σκληρή διαπραγμάτευση» του α΄εξαμήνου 2025 που ανέκοψε την επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη και προκάλεσε τεράστιο κοινωνικό κόστος. Το δε «πολιτικό» όφελος αποδείχθηκε προσωρινό και εξαφανίσθηκε το 2016 καθώς η οικονομική κατάσταση χειροτέρευσε.

Οι αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας αποκαλύπτουν και ένα είδος «γνωσιακής αναντιστοιχίας” (cognitive dissonance): Μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού εμφορείται από ιδέες για τον κόσμο και την οικονομία που έχουν ιστορικά αποτύχει ή, έστω, έχουν ξεπερασθεί από την πραγματικότητα και πάντως έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς την οικονομική και κοινωνική φιλοσοφία της προσαρμογής.

Σε αυτά προσθέτουμε και τους εξωτερικούς κινδύνους ή πιθανές απότομες εκτός ελέγχου της κυβέρνησης: Η χώρα βρίσκεται χωρίς «μαξιλάρια» για την αντιμετώπιση αντίξοων συνθηκών.

Τι θα συμβεί αν αποτύχει το τρέχον πρόγραμμα;

Αν η Ελλάδα ως το 2018 χρειασθεί νέα δάνεια για τη μετέπειτα περίοδο και αν δεν έχει καταφέρει να βγει στις αγορές  τότε δύο τινά μπορεί να συμβούν: Ή θα ζητήσει νέο δάνειο από τον ESM  ή  θα  διακόψει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της πράγμα που σημαίνει πτώχευση και έξοδο από την Ευρωζώνη.

Τέταρτο δάνειο;

Ένα νέο αίτημα το 2018  για δάνειο από τον ESM θα συνοδευθεί σύμφωνα με τους κανόνες του από ένα νέο, το τέταρτο Μνημόνιο (=πρόγραμμα προσαρμογής). Αλλά θα είναι δύσκολο να εγκριθεί από τους εταίρους που θα διαπιστώνουν τότε ότι τα προηγούμενα δάνεια δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και ότι η Ελλάδα τείνει – σε αντίθεση με άλλες χώρες που στηρίχθηκαν- να μετατραπεί σε μόνιμο θαμώνα του ευρωπαϊκού «πρυτανείου». Ή θα εγκριθεί με σκληρότερους όρους.

Αλλά, δεν αποκλείω εκπλήξεις. Η  ιστορία μας διδάσκει ότι πολύπλοκα θεσμικά συστήματα που  εξελίσσονται όπως η ΕΕ, είναι ικανά να εφευρίσκουν διεξόδους, φερ’ ειπείν επανερμηνεύοντας τους κανόνες τους όπως συνέβη την περίοδο 2010-2014 όταν παρακάμφθηκαν ρητές απαγορεύσεις διάσωσης και νομισματικής στήριξης οικονομιών σε δυσπραγία, ή να υπερβαίνουν απογοητεύσεις και επιφυλάξεις.

Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η πτώχευση θα ήταν αναπόφευκτη. Σημειώνω ότι η «λύση» αυτή είχε προβεβλημένους  αντισυστημικούς αλεξιπτωτιστές. Αυτοί όμως έχασαν τη μάχη των επιχειρημάτων, το αργότερο τον Ιούλιο 2015. Εδώ δεν θα σταθώ στις πιθανές οικονομικές συνέπειες της πτώχευσης – νέα καταβύθιση της παραγωγής,  υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος, σπιράλ πληθωρισμού και υποτιμήσεων, τραπεζική κρίση, διακοπή των εισροών από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, αβεβαιότητα κλπ και με το δημόσιο χρέος να επικρέμαται  πάντοτε εκεί απειλητικό ως δαμόκλειος σπάθη.  Όπως υποστήριξα πρόσφατα (*) η καθαρά οικονομική ανάλυση υποκρύπτει το σπουδαιότερο ίσως, ότι μετά από πτώχευση και grexit  θα εκλείψει ο «εξωτερικός περιορισμός» του ευρωπαϊκού συστήματος  με τους κανόνες του (και τις ευκαιρίες). Η όποια κυβέρνηση τότε θα παραδέρνει στη θάλασσα του διεκδικητισμού κατακερματισμένων συμφερόντων και, μάλιστα, χωρίς ιδεολογική και πολιτική πυξίδα.

Επομένως, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τη συνεπή εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής χωρίς άλλες καθυστερήσεις, ασαφείς κόκκινες γραμμές, ανακολουθίες, μάχες οπισθοφυλακής και φόβο μπροστά στο πολιτικό κόστος των αποφάσεων.

—————-

(*)  Πάνος Καζάκος  Η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν είναι λύση. Οι οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις του grexit,  εκδόσεις Επίκεντρο 2016.

Κατά γράμμα ή σε γενικές γραμμές;

 Των ΠΑΝΟΥ ΚΑΖΑΚΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟΥ*

 Δημοσιεύθηκε  στη Καθημερινή της 11 Δεκεμβρίου 2016

Ένα ερώτημα που στη δημόσια συζήτηση δεν απαντάται ευκρινώς είναι το τι μπορούμε ρεαλιστικά να αναμένουμε αν το Μνημόνιο (= η πολιτική προσαρμογής)  εφαρμοσθεί «κατά γράμμα». Πιο συγκεκριμένα, ποιές δυσλειτουργίες σε θεσμούς και οικονομία και ποιοί κίνδυνοι θα εξαλειφθούν; Θα επιστρέψουμε τότε, και σε ποιο βαθμό, στην ανάπτυξη;

Είναι γεγονός ότι, η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας προσφέρει σημαντικές δυνητικές δυνατότητες ανάκαμψης. Και ακόμη δεχόμαστε ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η προηγούμενη σκλήρωση των οικονομικών θεσμών, τόσο μεγαλύτερες παρουσιάζονται οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας οικονομίας. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ (Daude, 2016), οι υλοποιούμενες και σχεδιαζόμενες στο πλαίσιο των Μνημονίων (διαρθρωτικές) μεταρρυθμίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ορίζοντα δέκα ετών σε σημαντικότατη αύξηση του εγχώριου ΑΕΠ κατά 13,4%.

Σημειώνουμε ακόμα ότι, ενώ πιθανότητα δεν θα λείψουν οι τριβές και οι μάχες οπισθοφυλακής, ωστόσο το Μνημόνιο μάλλον ευνοείται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ουδείς επιθυμεί να δει τη βόμβα της χρεοκοπίας να σκάει στα χέρια του καθώς η τραυματική εμπειρία της διαπραγμάτευσης του καλοκαιριού του 2015 υπήρξε εξόχως διδακτική.

Μερικές ακόμα  αρχικές συνθήκες φαίνεται επίσης ότι ευνοούν τη  εφαρμογή του. Τα προηγούμενα χρόνια το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε εντυπωσιακά και εφαρμόσθηκαν ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Επίσης, οι κοινοτικοί πόροι εξακολουθούν να εισρέουν στη χώρα, η πολιτική βούληση τουλάχιστον σε επίπεδο κορυφής φαίνεται ότι υπάρχει, ο οικονομικός πυρήνας (ο τεχνοκρατικός πόλος του Williamson) γνωρίζει οικονομικά και ο νεοαριστερός  λαϊκισμός στην εξουσία πια  μεταμορφώνεται και χάνει τη γοητεία του. Άλλες αρχικές συνθήκες είναι όμως δυσμενείς- η κόπωση του κόσμου, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, το ενδεχόμενο απότομων εξωτερικών διαταραχών έναντι των οποίων δεν έχουμε «μαξιλάρια».

Σημειώνουμε ακόμη ότι, διάφορα σημεία του Μνημονίου χρειάζονται ερμηνεία μεταξύ άλλων  και λόγω της «δημιουργικής ασάφειας» που εν μέρει τα χαρακτηρίζει, π.χ. στην περίπτωση των εργασιακών σχέσεων. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, παρατεταμένες  διαπραγματεύσεις οδήγησαν τον Ιούνιο 2016 σε μια πρώτη  «επικαιροποίηση» του Μνημονίου που ταυτόχρονα αποσαφήνισε εκκρεμότητες και τον Δεκέμβριο 2016 σε μια δεύτερη. Ακόμα και σήμερα εκκρεμούν κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους, τα τυχόν νέα μέτρα το 2018 αν οι θεσμοί κρίνουν ότι δεν είναι βιώσιμο, τους δημοσιονομικούς στόχους μετά το 2018 που δεν είναι μακριά, τη χρηματοδότηση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης το 2018, το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, την επανεξέταση του ασφαλιστικού κ.ά. Τον Δεκέμβριο 2016 έχουν καταγραφεί 93 μεγάλα και μικρά θέματα υπό διαπραγμάτευση.

Καθώς εξελίσσεται λοιπόν το τρίτο Μνημόνιο δεν θα εφαρμοσθεί κατά γράμμα, αλλά σε γενικές γραμμές και με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην κατεύθυνση που υποδεικνύει. Όπως και τα προηγούμενα, το Μνημόνιο είναι ένα ευρύ και κατά βάση φιλελεύθερο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας (και πολιτικής) που συγκρούεται με τις κληροδοτημένες δομές, παραδοσιακές συμπεριφορές και εξωπραγματικές αντιλήψεις για τον κόσμο και τη χώρα. Κάθε κεφάλαιό του αρχίζει ακριβώς με γενικές διατυπώσεις που προϊδεάζουν και νομιμοποιούν ό,τι ακολουθεί. Σε θεωρητικούς όρους στοχεύει συνολικά στις «αποτυχίες του (ελληνικού) κράτους».

Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης θα δείξει αν και σε ποιο βαθμό η πολιτική μας, παρά τις δυσκολίες και τις αντιδράσεις, είναι στο σωστό δρόμο για την εφαρμογή του. Αν λοιπόν δεν αρνηθεί (και πάλι!) να δεχθεί το κόστος της προσαρμογής και προκαλέσει αστάθεια, τότε μπορούμε ευλόγως να αναμένουμε τα εξής: η προσαρμογή θα αποφέρει πρωτογενή πλεονάσματα, θα περιορίσει τη χαοτική κανονιστική ρύθμιση των αγορών προϊόντων και εργασίας, θα δώσει ώθηση στη χωροταξία που συνιστά ένα απέραντο πεδίο πελατειακών δοσοληψιών, θα επιταχύνει την απονομή δικαιοσύνης που σήμερα πλησιάζει συχνά τα όρια της αρνησιδικίας, θα κάνει αποτελεσματικότερη τη δημόσια διοίκηση (αν οι τυπικές αλλαγές που επέρχονται δεν αλλοιωθούν από την επικρατούσα πολιτική και διοικητική κουλτούρα), θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά και την κακοδιαχείριση πόρων, θα αποτρέψει τον θεσμικό εκφυλισμό κλπ. Επίσης, το χρέος θα διευθετηθεί με ανεκτό τρόπο (ενδεικτικά ESM 2016), εξέλιξη που θα παραμερίσει μια τεράστια πηγή αβεβαιοτήτων.

Στο παραπάνω ευνοϊκό σενάριο, τα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που θα διευκολύνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η χώρα θα αποφύγει την εφαρμογή του περιβόητου «κόφτη», την υποχρέωση δηλαδή να περικόψει πρωτογενείς δαπάνες (μισθούς και συντάξεις, κυρίως του Δημοσίου) σε περίπτωση αποκλίσεων από τις προβλέψεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Θα ανακτήσει αξιοπιστία, θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες της «ποσοτικής χαλάρωσης» του Μάριο Ντράγκι, που θα επιτρέψουν φθηνότερη και πιο άνετη χρηματοδότηση της οικονομίας, θα καταφέρει να εξέλθει στις αγορές. Επίσης, θα αποκτήσει μερικά «μαξιλάρια» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) για την περίπτωση ανάγκης. Όλα αυτά εδράζονται σε γενικές γραμμές στην οικονομική λογική και στους ισχύοντες κανόνες του παιγνιδιού. Με δύο λόγια, αν το Μνημόνιο εφαρμοσθεί «κατά γράμμα», η χώρα θα ξεφύγει από τα σημερινά αδιέξοδα.

Παρά ταύτα, είναι φανεροί οι εσωτερικοί και εξωτερικοί κίνδυνοι αποτυχίας του προγράμματος προσαρμογής. Η ως τώρα εμπειρία δικαιολογεί επιφυλάξεις για την κατάληξη των προσπαθειών προσαρμογής και κυρίως των μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε τυπικές νομοθετικές ρυθμίσεις και πραγματικότητα  καθώς τυπικοί  νόμοι  δεν εφαρμόζονται αμέσως ή εφαρμόζονται με κενά, ενώ άλλοι προσκρούουν στην κουλτούρα των διαφόρων «στεγανών» του κράτους. Π.χ. εκκρεμούν υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ενώ η ίδια δεν φαίνεται να διασφάλισε τη διατηρησιμότητα του συστήματος που εξελίσσεται σε σισύφειο έργο, στις ιδιωτικοποιήσεις αντιδρούν κομματικοί, συνδικαλιστικοί και τοπικοί αξιωματούχοι, αντιτιθέμενα επιχειρηματικά συμφέροντα προασπίζονται τα κεκτημένα συμφέροντα της διαπλοκής  τραπεζών, επιχειρηματιών και πολιτικών, οι τράπεζες έμειναν ολόκληρο το 2016 χωρίς διοικήσεις, κ.ά. Σε ευαίσθητους  τομείς που είχαν διαφύγει της εποπτείας των θεσμών διαπιστώνουμε καθαρή οπισθοδρόμηση (π.χ. στην εκπαίδευση). Η μεταρρύθμιση έχει εξελιχθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο αλλά χωρίς συνεκτικό σχέδιο και με τους μηχανικούς να διαφωνούν για τα πάντα.

Η εμπειρία της εφαρμογής των προηγούμενων δύο Μνημονίων καταδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην τυπική υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους (βλέπε τον παρακάτω πίνακα). Σύμφωνα με περιοδική έκθεση του ΟΟΣΑ για τη χώρα μας (OECD Economic Surveys, 2016), η Ελλάδα εμφανίζει συγκριτικά το μικρότερο ποσοστό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων ανάμεσα στις χώρες που κλήθηκαν να εφαρμόσουν προγράμματα προσαρμογής (70% στην Ελλάδα, έναντι 98% στην Πορτογαλία και 97% στην Ιρλανδία). Επιπρόσθετα, πάντοτε ελλοχεύει ο συχνός κίνδυνος της τροποποίησης ή ακόμη και της εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων σε βάθος χρόνου (reform reversal).

graphima

Η οικονομία δεν λειτουργεί ερήμην της πολιτικής. Στην περίπτωση των δύο προηγούμενων Προγραμμάτων, οι σχεδιαστές τους υιοθέτησαν μία μάλλον αισιόδοξη προσέγγιση σύμφωνα με την οποία «τα πράγματα θα χειροτερεύσουν πριν γίνουν καλύτερα». Εκτός τούτου, οι θεσμοί αρχικά υποεκτίμησαν τις αστοχίες των προγραμμάτων (βλέπε ενδεικτικά συζήτηση για τον «πολλαπλασιαστή») και στη συνέχεια τις απέδωσαν αποκλειστικά στην απροθυμία ή την ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να προωθήσουν τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις.

Τέλος, οι θεσμοί υποβάθμισαν εκείνες τις ενδείξεις του εξωτερικού περιβάλλοντος που υποδεικνύουν την αναγκαιότητα αναπροσαρμογής της ακολουθούμενης πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να στηριχθούν αποτελεσματικότερα οι εθνικές προσπάθειες.

Οι «αποτυχίες της πολιτικής» αποτελούν ενδογενή μεταβλητή κάθε πολιτικο-οικονομικού συστήματος και ως τέτοιες πρέπει να ενσωματώνονται στον σχεδιασμό ενός προγράμματος προσαρμογής. Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνουμε τρεις προϋποθέσεις επιτυχούς εφαρμογής του:

Πρώτον, η ομαλή εφαρμογή του Μνημονίου προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση και επιπρόσθετα η αντιπολίτευση «ενστερνίζονται» όχι μόνο τα ειδικά μέτρα του Μνημονίου, αλλά και τη φιλοσοφία του. Εδώ ακριβώς εκκινούν τα προβλήματα εφαρμογής, που πηγάζουν από τις κληροδοτημένες αντιλήψεις και τα κατεστημένα συμφέροντα.

Δεύτερον, η οικονομική πολιτική οφείλει να ενισχύει τις εφαρμοζόμενες μεταρρυθμίσεις. Σε περιβάλλον ύφεσης, οι μεταρρυθμίσεις αργούν να αποδώσουν τα προσδοκώμενα οφέλη, κάτι που συνακόλουθα αδυνατίζει την κοινωνική αποδοχή τους. Σήμερα, η δραματική έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία, οι υφεσιακές επιπτώσεις του προϋπολογισμού 2017 (κυρίως λόγω νέων φόρων), η αναιμική ανάπτυξη της ευρωζώνης, είναι παράγοντες που απειλούν να εγκλωβίσουν την οικονομία στην «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης», όπου οι προσδοκίες (οικονομικό κλίμα) συντρίβονται και ο «επιταχυντής της ανάπτυξης» δεν λειτουργεί.

Τρίτον, οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της εθνικής οικονομίας. Ως παράδειγμα, σημειώνουμε ότι οι προωθούμενες αλλαγές στις αγορές εργασίας δεν πρέπει να παρακάμψουν τη διάχυτη ανομία με ποικίλες μορφές  (αδήλωτη εργασία, απλήρωτη εργασία με διάφορα τεχνάσματα κ.ά.), τη νομοθεσία που διέπει τον συνδικαλισμό (ιδίως στο Δημόσιο), την υποβάθμιση των δικτύων ασφάλειας των εργαζομένων σε συνθήκες ευελιξίας.

Συμπερασματικά, η ανάταξη της εθνικής οικονομίας περνά μέσα από τις ευρείες μεταρρυθμίσεις του παραγωγικού μας μοντέλου. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

 

*Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι υπ. διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και στέλεχος του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

 

Χωρίς καλή πυξίδα και χωρίς «μαξιλάρια»; – Ένα σχόλιο για τον προϋπολογισμό και όσα συμβαίνουν γύρω μας

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 27 Νοεμβρίου 2016

Καθώς άρχισε η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2017 και επομένως για το τι μας περιμένει το επόμενο έτος, είναι απαραίτητο να τον δούμε ως σύνολο. Δεν θα επαναλάβω αριθμούς και κωδικούς, αλλά θα σταθώ στον στο ερώτημα αν είναι αναπτυξιακός. Ποια απάντηση δίνει στο ερώτημα που πάμε;

Αναγνωρίζωεκ προοιμίου ότι είναι τιτάνιο έργο η σύνταξη ενός προϋπολογισμού  στις σημερινές συνθήκες κρίσης όπου αντιπαλεύουν εξωτερικές επιταγές και εσωτερικοί συσχετισμοί και όπου επιζούν παραδοσιακοί τρόποι άσκησης πολιτικής (τους οποίους συνοψίζουμε στον όρο πελατειακό σύστημα), κληρονομημένες πεποιθήσεις και δυσλειτουργικοί θεσμοί (αυτό που στη θεωρία ονομάζουμε «ιστορική διαδρομή «pathdependency) που δυσκολεύουν  την αποσαφήνιση τωνοριζόντων.

Στο σχέδιο Προϋπολογισμού 2017 αντικατοπτρίζεται η πολιτική βούληση να πετύχει το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής (= «μνημόνιο») όπως επικαιροποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο. Μετά από 7 χρόνια λιτότητας, είναι ένα σκληρό κείμενο που θα δοκιμάσει πάλι τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας (και της πολιτικής). Πολλές προβλέψεις για έσοδα και (μειώσεις) δαπανών προκύπτουν από ήδη νομοθετημένα κείμενα, μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς και, την πρόσφατη απόδοση των φορολογικών μέτρων.

Παρά ταύτα,υπάρχουν προβλήματα. Βασικές προβλέψεις του Προϋπολογισμού είναι επισφαλείς και κυρίως η βασική ότι η χώρα θα πετύχει υψηλό σχετικά ρυθμό μεγέθυνσης 2,7% το 2017 (και 3,1% το 2018). Όμως, πρώτον, η μετάβαση από την ύφεση ή στασιμότητα των τελευταίων εξαμήνων σε ταχεία ανάπτυξη  εξαρτάται ανάμεσα σε άλλα από «τη συνεπή εφαρμογή του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας» όπως αναγνωρίζει ο υπ. Οικονομικών Ε. Τσακαλώτος. Και αυτή η «πιστή εφαρμογή» δεν είναι διόλου εξασφαλισμένη. Η δεύτερη αξιολόγηση δεν ολοκληρώθηκε έγκαιρα. Αν πάντως ολοκληρωθεί, όπως ελπίζω, θα βελτίωνε τις πιθανότητες για ανάκαμψη της οικονομίας γιατί θα επέτρεπε την έξοδο στις αγορές, τη μείωση του κόστους δανεισμού, την ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση» της ΕΚΤ κ.α.

Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις του στενού οικονομικού επιτελείου, όμως η εμπειρία δείχνει ότι ο ευρύτερος κρατικός και κομματικός μηχανισμός κινείται προς άλλη κατεύθυνση ή έστω κωλυσιεργεί. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια να μη υλοποιούνται πολλά σχέδια. Π.χ. για το 2016 είχαν προβλεφθεί έσοδα ύψους περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξεπέρασαν τα 123 εκ. ευρώ! Οι εντάσεις γύρω από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό αν θα επιτευχθεί ο αναπτυξιακός στόχος. Το σχέδιο προϋπολογισμού «προβλέπει» αύξηση των επενδύσεων κατά 9,1%.  Το ίδιο επισφαλείς και για τους ίδιους λόγους είναι οι «προβλέψεις» για αλματώδη αύξηση των εξαγωγών που το 2015 και 2016 μειώνονταν, καθώς υπέφεραν (και υποφέρουν) από τους κεφαλαιακούς ελέγχους, τη διστακτική χρηματοδότηση, τις καθυστερήσεις επιστροφής φόρων, γραφειοκρατία και, ίσως, το καμένο brandnameτης χώρας κλπ.

Δεύτερον, το περιβόητο «μείγμα οικονομικής πολιτικής» έχει υφεσιακή επίπτωση. Για την επίτευξη του στόχου ως προς ένα πρωτογενές πλεόνασμα 2,0 % του ΑΕΠ (2017), το βάρος πέφτει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 2,5 δισ. ευρώ. Η μείωση δαπανώνβραδυπορεί. Όπως η ακαδημαϊκή έρευνα βεβαιώνει, περισσότερες μειώσεις δαπανών αντί αυξήσεων φόρων θα είχαν μικρότερη άμεση υφεσιακή επίπτωση γιατί οι αυξήσεις φόρων αποθαρρύνουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα (από την πλευρά της προσφοράς) και επομένως θολώνουν τις προοπτικές ανάκαμψης.

Βέβαια, οι κρατικές δαπάνες σε απόλυτα μεγέθη και ως % του ΑΕΠ μειώνονται μετά το 2015 αν και ελάχιστα  σε απόλυτα μεγέθη (βλ. γράφημα).

grafima

Αν δεν αυξηθεί το ΑΕΠ (και δεν επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι) τότε θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα νέας περικοπής των δαπανών, όπως άλλωστε  προβλέπει ο «κόφτης» για το 2017. Όμως,πλησιάσαμε ένα σημείο από το οποίο και πέρα η μείωση χωρίς καλό σχεδιασμό απειλεί να αποδιαρθρώσει την παραγωγή δημοσίων υπηρεσιών. Κατά την εκτίμησή μου η μείωση των δαπανών (και μάλιστα σε συνθήκες πανικού) μπορεί να  κρατηθεί σε λογικά όρια  με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και με τη συστηματική επανεξέταση και  ανακατανομή δαπανών ( spendingreview). Η τελευταία, θα βοηθούσε όχι μόνο να περικοπούν περιττές δαπάνες,   το κόστος της κακοδιαχείρισης και η σπατάλη, αλλά και να μεταφερθούν κάποια κονδύλια εκεί που χρειάζονται. Υπενθυμίζω ότι τρέχει ήδη ένα πιλοτικό πρόγραμμα πάντοτε με την παρότρυνση της τρόικας (των θεσμών) και ότι η ανακατανομή βρίσκει γενικά σύμφωνη την αξιωματική αντιπολίτευση.

Όμως οι αβεβαιότητες δεν τελειώνουν εδώ. Ας προσθέσουμε, τρίτον, ότι ο προϋπολογισμός που κατατέθηκε  αφορά στο 2017 και έχει ως εκ τούτου βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Δεν εντάσσεται σε μια αποσαφηνισμένη μεσο- ή μακροπρόθεσμη προοπτική αφού η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα καταρτίσει το «Μεσοπρόθεσμο», του οποίου η μη-κατάρτιση καθιστά δύσκολη την εκτίμηση για την προοπτική που υπηρετεί ο προϋπολογισμός. Τα θέματα που εκκρεμούν είναι γνωστά: Ποια πρωτογενή πλεονάσματα είναι ρεαλιστικά από το 2018 και μετά ; Είναι το χρέος βιώσιμο; Επιπλέον,  υπάρχουν διάφορες απειλητικές εκκρεμότητες (χορηγήσεις συντάξεων που καθυστερούν, εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων, ελλείμματα ΔΕΗ  κλπ).

Τέλος, κίνδυνοι πηγάζουν από τον ευρωπαϊκό και διεθνή περίγυρο. Π.χ. η συμφωνία για το προσφυγικό ΕΕ-Τουρκίας μπορεί να ανατραπεί με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα (όχι μόνο για το Προϋπολογισμό), μπορεί επίσης να κλιμακωθούν οι εντάσεις στην ανατολική Μεσόγειο όπου συγκεντρώνονται διάφοροι στόλοι, ενώ το κύμα αμφισβήτησης των πολιτικών ελίτ και αντιευρωπαϊσμού σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Αυστρία απειλεί  το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αν συμβούν αυτά, η χώρα θα βρεθεί χωρίς «μαξιλάρια».

Πέραν τώρα των αβεβαιοτήτων και εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων που αναφέραμε, εκτιμώ ότι η κυβέρνηση δεν έχει δώσει σαφή λύση στα διάφορα διλήμματα (trade-offs) που εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζει π.χ. ανάμεσα σε ανάπτυξη και δικαιοσύνη, δημοσιονομική ισορροπία και δίκαιο επιμερισμό του βάρους της. Στον Προϋπολογισμό προβλέπει πράγματι μέτρα για «δίκαιο επιμερισμό», όπως η καθιέρωση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης,  άλλα όμως τον ανατρέπουν όπως π.χ. η έμφαση στους έμμεσους φόρους! Και ο δίκαιος επιμερισμός θα αποδειχθεί εντελώς εικονικός αν δεν επιστρέψουμε στην ανάπτυξη.

Η αργόσυρτη υπέρβαση του κρατισμού στην Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 25.7.2016

Στην εποχή του 3ου Μνημονίου και μετά από ένα τραυματικό διάλειμμα συνεχίζεται η δύσκολη πορεία προσαρμογής θεσμών και πολιτικών της χώρας. Το τρίτο Μνημόνιο και το «συμπληρωματικό Μνημόνιο» ισοδυναμούν με δύο νέες προσπάθειες για εισαγωγή και σταθεροποίηση ενός νέου «παραδείγματος»οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που άρχισε με το πρώτο Μνημόνιο το 2010. Οι προβλεπόμενες αλλαγές προκαλούν αναταράξεις αλλά, αν ολοκληρωθούν, θα επιφέρουν θεμελιώδεις μεταβολές του περιεχομένου και των θεσμών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η οικονομική και θεσμική φιλοσοφία των Μνημονίων, επομένως του τρίτου Μνημονίου και του συμπληρώματός του, διαφέρει ουσιωδώς από τις πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος που στρέβλωναν τυπικούς κανόνες και κατέληγαν σε ένα αντιπαραγωγικό εν τέλει αλισβερίσι. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με την αδιαφοροποίητη δυσπιστία έναντι του μηχανισμού της αγοράς που καλλιεργήθηκε στην ευρύτερη κεντροαριστεράμε βάση παραδοχές που έχουν ιστορικά διαψευσθεί.

Αυτές οι διαφορές  αναδεικνύονται κάθε φορά που τίθεται θέμα ανάπτυξης, δηλαδή μιας ικανοποιητικής και διατηρήσιμης ανόδου του ΑΕΠ.

Το «παράδειγμα», που είναι ενσωματωμένο στο Μνημόνιο, έχει ως βασικά χαρακτηριστικά τη  δημοσιονομική ισορροπία, τον υγιή ανταγωνισμό στις αγορές και τη μείωση του μεγέθους του κράτους με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέτρα. Ο στόχος είναι να επιστρέψει η χώρα σε διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί και ένα καλύτερο κράτος που αντιμετωπίζει τις περιβαλλοντικές απειλές (βλ. ανακύκλωση απορριμμάτων, δασικούς χάρτες, χωροταξία), εκλογικεύει την κοινωνική πολιτική με αποτελεσματικούς θεσμούς αλληλεγγύης, καθιστά λειτουργικότερη τη δικαιοσύνη και αποτελεσματικότερη τη Δημόσια Διοίκηση, βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών του (υγεία!)  κλπ.  Πρόκειται εν πολλοίς  για στοιχειώδη μέτρα που λογικά αποτελούν συστατικά στοιχεία κάθε συνετής πολιτικής- αριστερής ή δεξιάς. Για να επιτύχει τους στόχους αυτούς το Μνημόνιο συνδέεται με σημαντικές ροές πόρων (διαρθρωτικά ταμεία κ.α.). Επιζητεί δηλαδή να συμβιβάσει τον οικονομικό στόχο της ανάπτυξης μέσω των ανοιχτών αγορών  με κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους  που προϋποθέτουν εν τέλει ένα ενεργό μεν αλλά αποτελεσματικό κράτος, ισχυρό έναντι μεμονωμένων  συμφερόντων.

Στο ζήτημα των στρεβλώσεων των αγορών  σημειώνεται «ατμοσφαιρική» πρόοδος. Στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών φαίνεται ότι γίνεται πλέον ευρύτερα κατανοητό ότι υπάρχει θέμα στρεβλώσεων του ανταγωνισμού λόγω κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων που προστατεύουν συγκεκριμένες ομάδες ή λόγω ανοχής μονοπωλιακών πρακτικών (καρτέλ).

Στις  εργασιακές σχέσεις έχουν επίσης τεθεί ευαίσθητα θέματα. Η επανάληψη από την ελληνική πλευρά ασαφών και εν μέρει παραπλανητικών δηλώσεων για «κόκκινες»γραμμές δεν απαντά  σε ερωτήματα που προκύπτουν από την κατάσταση της χώρας: Πως μπορούν οι επιχειρήσεις να επιβιώνουν σε αντίξοες συνθήκες; Τι ακριβώς πετυχαίνουν υπουργικές απαγορεύσεις απολύσεων; Ως ποιο βαθμό οι ισχύοντες συνδικαλιστικοί κανόνες (π.χ. για λήψη αποφάσεων απεργίας) είναι δυσλειτουργικοί; Πως επηρέασαν την τύχη μεγάλων επιχειρήσεων; Ποιες είναι οι δικές μας εμπειρίες; Ποιο σύστημα εργασιακών σχέσεων θα ενθάρρυνε ξένες παραγωγικές επενδύσεις που τόσο χρειάζεται η χώρα; Ποιους αφορά το ζήτημα των «μαζικών» απολύσεων; Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έκλεισαν μαζικά χωρίς μαζικές απολύσεις! Ποιες ακριβώς «βέλτιστες πρακτικές» εννοούμε εμείς που έχουμε δεσμευθεί να τις αναζητήσουμε; Ή είναι οι «βέλτιστες πρακτικές» συνώνυμο του statusquo; Τι πρέπει να συμβεί ακόμα για να καταλάβουμε ότι το κράτος δεν παρέχει περισσότερη ασφάλεια στους εργαζόμενους εμποδίζοντας την ευελιξία των επιχειρήσεων γιατί τότε τις ωθεί προς το κλείσιμο. Η ευελιξία των επιχειρήσεων είναι προϋπόθεση για την επιβίωση ή ανάπτυξή τους και, οπωσδήποτε, για την είσοδο νέων στην παραγωγή. Το κράτος  όμως μπορεί να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό δίκτυ ασφαλείας για τους εργαζόμενους. Η προάσπιση του statusquo είναι αδιέξοδη πολιτική.

Ας προσθέσουμε ότι οι θεσμοί δεν ζητούν ευελιξία χωρίς ασφάλεια. Το αντίθετο μάλιστα. Το Μνημόνιο υποδεικνύει την ανάγκη για καλύτερες ενεργές πολιτικές απασχόλησης  με την αναμόρφωση του ΟΑΕΔ, αποτελεσματικότερους θεσμούς επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης κ.α.

Τέλος,  μια μάλλον υποτιμημένη πτυχή του νέου Μνημόνιο  είναι ότι διαμορφώνει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την οικονομική και ειδικότερα τη δημοσιονομική πολιτική (Δημοσιονομικό Συμβούλιο, Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε» («υπερταμείο»), Μηχανισμός Δημοσιονομικής Προσαρμογής  («κόφτης»), Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή Δημοσίων Εσόδων  κ.α. Οι αλλαγές αυτές, που εν μέρει συμπληρώνουν αδρανοποιημένα μέτρα προηγούμενων κυβερνήσεων (π.χ. το δημοσιονομικό συμβούλιο) τείνουν να μειώσουν το βαρύ χέρι της πολιτικής στη δημόσια οικονομία και περιουσία. Πελατειακές πρακτικές και άλλες adhoc παρεμβάσεις ήταν άλλωστε υπεύθυνες για την αναποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης. Το νέο θεσμικό πλαίσιο, τείνει να «πειθαρχήσει» το πελατειακό σύστημα.

Γενικότερα, η κυβέρνηση θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη «θεσμική φιλοσοφία» της. Αυτό αφορά γενικά μεν στο πεδίο «νόμος και τάξη», ειδικά δε στις ανεξάρτητες αρχές. Ανάπτυξη με  αποκλεισμούς δεν γίνεται. Αλλά ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς – για να προσφύγουμε στην ορολογία πρόσφατης μελέτης – σημαίνει σταθερούς κανόνες που ισχύουν για όλους, είναι δηλαδή inclusive,  είτε μιλάμε για διορισμούς, είτε για ρυθμίσεις των αγορών προϊόντων, είτε για αναθέσεις έργων, προστασία της κοινής περιουσίας (του περιβάλλοντος), φορο- και εισφοροδιαφυγή, λογοδοσία. Σημαίνει ακόμα  θεσμούς που εμποδίζουν την ιδιοτελή οικειοποίηση πόρων (διαφθορά και σπατάλη). Και συνυφαίνονται με ένα λειτουργικό νομικό σύστημα. Το αντίθετο είναι οι «εξορυκτικοί» (extractive) θεσμοί που διανέμουν αυθαίρετα εύνοιες σε άτομα και ομάδες ενώ  αποκλείουν άλλα και άλλες και οδηγούν στην οικονομική παρακμή.[1]

Όλα αυτά (άνοιγμα των αγορών, δημοσιονομικοί θεσμοί που πειθαρχούν τους πολιτικούς, συμμετοχικοί θεσμοί) και πολλά άλλα προσκρούουν σε αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας της ελληνικής πολιτικής οικονομίας. Οι πολύμορφες αντιδράσεις στις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη αποφασισθεί  συνεχίζονται, μερικές φορές με επιδέξια χρήση νομικών εργαλείων και πολιτικών τεχνασμάτων για αποφυγή μεταρρυθμίσεων που ανατρέπουν κεντρικές πολιτικές επιλογές (βλ. υπόθεση Cosco).

Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει,εκτός της προγραμματικής-ιδεολογικής κληρονομιάς της, τους προσοδοθηρικούς θεσμούς και τους γύρω από αυτούς διαμορφωμένους συσχετισμούς επιρροής που είχαν εμπεδωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι διαπλοκές κορυφής ήταν μόνον η κορυφή του παγόβουνου.  Το προσοδοθηρικό σύστημα υποκρύπτεται σε σειρά «διαρθρωτικών δεικτών» στους οποίους αντικατοπτρίζονται οι σημαντικότερες υστερήσεις της χώρας που λειτουργούν ως φρένο για την ανάπτυξη. Συνολικά, το θεσμικό μας πλαίσιο δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί και αυτό,  σε συνδυασμό με την αμφιθυμία τμημάτων της κυβέρνησης, τη σκληρή στάση πάσης φύσης ομάδων συμφερόντων και τη διάχυτη απογοήτευση των πολιτών, εμποδίζει την ανάκαμψη. Και αυτά συμβαίνουν την ώρα που το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον τείνει να πάρει χαρακτηριστικά κινούμενης άμμου.

[1] Acemoglou, Daron and Robinson, James  Why nations fail. The origins of power, prosperity and poverty, Crown Press, New York 2012.