Θεσμοί  και ευημερία ή γιατί αποτυγχάνουν έθνη – Σκέψεις με αφορμή ένα βραβείο Νόμπελ. 

Δημοσιελυθηκε στο Books’ Journal,  τεύχος 159 , Δεκέμβριος 2024.

Με το βραβείο Νόμπελ οικονομίας του 2024 τιμήθηκαν οι  Daron Acemoglu, Simon Johnson και James A. Robinson. Στο έργο τους εξέτασαν γιατί ορισμένες χώρες κατέληξαν να είναι σήμερα πολύ πλουσιότερες από άλλες. Γιατί δηλαδή ορισμένες χώρες «πέτυχαν» ενώ άλλες «απέτυχαν» (failed);  Υποστηρίζουν ότι «η οικονομική επιτυχία των χωρών διαφέρει λόγω των διαφορετικών θεσμών τους».[1]  Όσα ακολουθούν βασίζονται κυρίως στο έργο των Daron Acemoglu και James A. Robinson (σε συντόμευση Α/Ρ). Στο τέλος θα δούμε αν και τι μας λέγει για την Ελλάδα.

Συμπεριληπτικοί και εκμεταλλευτικοί θεσμοί.

Στην αφετηρία της η έρευνα των Α/Ρ ξεχωρίζει δύο μεγάλες κατηγορίες θεσμών- τους «συμπεριληπτικούς» (inclusive) και «εκμεταλλευτικούς» ή «απομυζητικούς» (extractive) θεσμών.[2] Συμπεριληπτικοί είναι οι θεσμοί που επιτρέπουν στην πλειοψηφία του πληθυσμού να συμμετέχει στις οικονομικές δραστηριότητες και στα άτομα να κάνουν ελεύθερα τις επιλογές τους. Οι συμπεριληπτικές ελίτ εφαρμόζουν κανόνες γενικής ισχύος χωρίς αποκλεισμούς.

Στην κατηγορία των συμπεριληπτικών ανήκουν η προστασία της ιδιοκτησίας (!), το κράτος δικαίου (rule of law), οι κοινωνικές υπηρεσίες,  μια επαρκής κεντρική εξουσία και οι  πολιτικοί-δημοκρατικοί θεσμοί (εκλογές κλπ.) διασφαλίζουν τρία τινά: Πρώτον,   προστατεύουν την ιδιοκτησία (και τα οφέλη που απορρέουν από αυτή για τα άτομα), διαχέουν την ευημερία, μειώνουν τις ανισότητες,  φερ’ ειπείν  μέσω των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους και, τρίτον, περιορίζουν ή αποτρέπουν τυχόν αρπακτικές διαθέσεις και μη ελεγχόμενες αυθαιρεσίες λίγων.

Πρόκειται για φιλελεύθερους-δημοκρατικούς θεσμούς που, κατά τη γνώμη τους, αποτρέπουν αυθαίρετους αποκλεισμούς και κατάχρηση της εξουσίας των κυβερνώντων Οι Α/Ρ δεν υιοθετούν ακριβώς και ευθέως τον όρο φιλελεύθεροι-δημοκρατικοί θεσμοί, αλλά παραπέμπουν επιλεκτικά σε βασικά τους συστατικά.  Στην Ελλάδα ακόμα και σχολιαστές που αναγνωρίζουν τη σημασία των θεσμών και παραπέμπουν στους Α/Ρ γενικά, αποφεύγουν  τον επιθετικό προσδιορισμό φιλελεύθεροι θεσμοί όπως ο διάβολος το λιβάνι. [3]

Σε μια χώρα με συμπεριληπτικούς θεσμούς (δηλαδή φιλελεύθερους-δημοκρατικούς) οι πολίτες έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε θεσμούς και σε άλλα άτομα,  πράγμα που αποφέρει περαιτέρω οφέλη: Οι πολίτες τείνουν να πειθαρχούν στο νόμο, η ροπή  για επενδύσεις αυξάνεται (αφού δεν υπάρχει  φόβος για αυθαίρετες κατασχέσεις περιουσίας) κλπ. Το ίδιο ισχύει για  τις  διαπροσωπικές σχέσεις και τη διάθεση για συνεργασία των ανθρώπων  με άλλους εκτός στου στενού οικογενειακού κύκλου). Κατά συνέπεια, γράφουν οι Α/Ρ, οι συμπεριληπτικοί θεσμοί  επιφέρουν μεγαλύτερη οικονομική ευημερία, που με τη σειρά της και μέσω του δημοκρατικού παιγνίου επιτρέπει τη δημιουργία του κοινωνικού κράτους και τη διάχυση της ευημερίας.

Αντίθετα, όπου  οι ελίτ καθίδρυσαν απομυζητικούς θεσμούς,  αποκλείουν τους πολλούς. από τα οφέλη της όποιας οικονομικής δραστηριότητας και, τελικά, μακροχρόνια προκαλούν    αναπτυξιακή υστέρηση. Οι «θεσμοί» δεν είναι από τη φύση τους ουδέτεροι. Οι απομυζητικές ελίτ κλίνουν περισσότερο στην εφαρμογή δημοσιονομικών πολιτικών που προκαλούν ελλείμματα, χρέη και διαφθορά.  Υπάρχει, επομένως, σχέση αιτίας-αιτιατού ανάμεσα σε ανάπτυξη και στον «χαρακτήρα» των ελίτ και των θεσμών τους.

Οι  Α/Ρ τεκμηρίωσαντην άποψή τους συγκρίνοντας κυρίως τις διαφορετικές  επιπτώσεις  των ευρωπαϊκών αποικιακών καθεστώτων  στις τύχες των αποικιών. Έτσι έδωσαν μία εξήγηση γιατί π.χ. η εξέλιξη σε ΗΠΑ, Αυστραλία και αλλού διέφερε από την εξέλιξη στη Λατινική Αμερική ή στην Υποσαχάρια Αφρική. Διαπίστωσαν ότι υπάρχει τεράστια απόσταση στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ των δυο ομάδων χωρών, την ιστορική πορεία των οποίων άλλωστε έχουν τεκμηριώσει πολλές ιστορικές έρευνες. Στην Υποσαχάρια Αφρική και στη Λατινική Αμερική οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν ευθέως και απροκαλύπτως τους γηγενείς πληθυσμούς  και απέσπασαν φυσικούς πόρους  ή  καθίδρυσαν  «απομυζητικά» (εκμεταλλευτικά)  πολιτικά και οικονομικά συστήματα που απέκλειαν τους γηγενείς από κάθε επιρροή. Αντίθετα  στις αγγλοσαξονικές κυρίως αποικίες της Βόρειας Αμερικής, στην Αυστραλία κ.α. καθιδρύθηκαν τελικά συμπεριληπτικοί θεσμοί.

Οι Α/Ρ υποστηρίζουν επίσης ότι οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί αλληλοτροφοδοτούνται προκαλώντας ενάρετους (αν είναι συμπεριληπτικοί) ή φαύλους κύκλους (αν είναι απομυζητικοί). 

Περί ελίτ και μεταρρυθμίσεων.

Οι απομυζητικές  ελίτ,  γράφουν οι Α/Ρ, ανθίστανται σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις.. Στη γλαφυρή γλώσσα τους

«η ανάπτυξη και τεχνολογική αλλαγή αντικαθιστούν το παλιό με το νέο. Νέοι τομείς προσελκύουν πόρους  από τους παλαιούς. Οι νέες τεχνολογίες καθιστούν υπάρχουσες δεξιότητες και μηχανές  απαρχαιωμένες. Η διαδικασία της οικονομικής μεγέθυνσης και οι συμπεριληπτικοί θεσμοί  στους οποίους στηρίζεται  γεννούν τόσο κερδισμένους όσο και χαμένους στην πολιτική αρένα και στην οικονομική  αγορά. Ο φόβος για δημιουργική καταστροφή βρίσκεται συχνά στη ρίζα  της αντίθεσης σε συμπεριληπτικούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς».[4]

«Το μάθημα είναι σαφές:  πανίσχυρες ομάδες αντιστέκονται στην οικονομική πρόοδο  και στις μηχανές της προόδου […] Η ανάπτυξη προχωρά  μόνον αν δεν μπλοκαριστεί  από αυτούς που χάνουν και αναμένουν ότι θα χάσουν τα οικονομικά προνόμιά τους  και από αυτούς που χάνουν σε πολιτική δύναμη  καθώς φοβούνται  ότι η πολιτική τους δύναμη θα διαβρωθεί» Daron Acemoglu and J.A. Robinson. [5]

Με τον τρόπο αυτόν οι Α/Ρ αντλούν κάποια στοιχεία από την δημόσια επιλογή (public choice) μολονότι όπως θα δούμε πιο κάτω εστιάζουν περιοριστικά στις απομυζητικές ελίτ και στους συμμάχους γραφειοκράτες τους.

Οι σύμμαχοι των απομυζητικών ελιτ.

Πως όμως καταφέρνουν ολιγάριθμες ελίτ να υπερισχύουν και να επιβάλλουν τη λογική τους;  Σε άλλο κείμενο οι Acemoglu, Ticchi and Vindigni  απαντούν  ότι οι απομυζητικές ελίτ απλά συγκροτούν «συμμαχίες»  με μεγάλα τμήματα του δημοσίου τομέα μέσω των πελατειακών πρακτικών.[6] Εννοείται ότι με τη μέθοδο αυτή επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν  τη δική τους θέση και να διασφαλίσουν τα δικά τους οφέλη.

Στο μοντέλο των σ. οι ψηφοφόροι, γραφειοκράτες και ελίτ ενδιαφέρονται πρωτίστως για το προσωπικό τους όφελος, επομένως από τη σκοπιά αυτή το μοντέλο αυτό πολιτικής δοσοληψίας εντάσσεται άνετα στο θεωρητικό πλαίσιο της δημόσιας επιλογής. Το πολιτισμικό υπόβαθρο όλων είναι ο ατομικισμός

Πρέπει όμως να διευρύνουμε το οπτικό πεδίο για να συμπεριλάβουμε περισσότερους δυνητικούς συμμάχους που τελικά «απομυζούν»  την υπόλοιπη κοινωνία ή, έστω αποσπούν ιδιαίτερα οφέλη. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να περιληφθούν τουλάχιστον  στελέχη του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος που περιλαμβάνει τις τράπεζες, τα funds κλπ.  κατά τον βαθμό που διασφαλίζουν ειδική μεταχείριση σε περιόδους κρίσεων, μέσω φερ΄ ειπείν  ανακεφαλοποιήσεων με δημόσιο χρήμα ή απεριόριστης ρευστότητας από την ΕΚΤ,  και  πετυχαίνουν ακόμα και σε συνθήκες ύφεσης εντυπωσιακά εισοδήματα και κέρδη. Εκτός τούτου ειδικά η ηγεσία του χρηματοπιστωτικού χώρου έχει αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη έναντι του κράτους, λειτουργώντας συχνά (ιδίως σε ολιγοπωλιακές  συνθήκες) ως πανίσχυρη ομάδα πίεσης. Η ευνοϊκή  μεταχείρισή τους νομιμοποιείται ιδεολογικά με το επιχείρημα ότι τα ιδρύματα είναι too big to fail πράγμα βέβαια που εμποδίζει τις απαραίτητες αναδιαρθρώσεις.  Το «μπλοκ εξουσίας» (ελίτ και σύμμαχοι) είναι ευρύτερο και πολύ περισσότερο διαφοροποιημένο στις περισσότερες κοινωνίες από τη στυγνή αποικιοκρατία.  Θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στο μπλοκ εξουσίας επαγγελματικές ομάδες γιατρών, φαρμακευτικές εταιρείες κ.α.

 Διευρύνοντας λοιπόν το οπτικό πεδίο, κατανοούμε καλύτερα όσα συμβαίνουν σήμερα σε πρώην αποικίες και στις μητροπόλεις – τις έδρες των  φιλελεύθερων δημοκρατιών. Και εδώ  πελατειακές πρακτικές και συμμαχικές συναλλαγές  εμποδίζουν τους μηχανισμούς της αγοράς να λειτουργήσουν και  το κράτος να  εξυγιάνει παρωχημένες δομές. Οι  μεταρρυθμίσεις αναιρούν τις διακρίσεις και, επομένως, απειλούν την ευημερία ορισμένων κοινωνικών ομάδων.

Κριτική.

Το έργο των  Α/Ρ αποτελεί αξιοσημείωτη ιδεολογική συνεισφορά στην προάσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τους εμβληματικούς της πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς – το κράτος δικαίου, τη διάκριση των εξουσιών, τις ανεξάρτητες αρχές, τους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς του κοινωνικού κράτους κλπ.

Οι Α/Ρ αποδίδουν την υστέρηση των κοινωνιών μακροπρόθεσμα στην απουσία δημοκρατικών κανόνων, τις αβεβαιότητες που προκαλούν  ανεξέλεγκτες εξουσίες, την έλλειψη εμπιστοσύνης σε εκμεταλλευτικούς θεσμούς  (συμπεριλαμβανομένης  και της ελεγχόμενης από τις ελίτ και επομένως μεροληπτικής δικαιοσύνης),  τους αποκλεισμούς από τα οφέλη της ανάπτυξης κλπ.

Σε ένα γενικό επίπεδο ορθώς επανέφεραν στη συζήτηση τη σημασία των θεσμών για τη ευημερία. Όμως  το σχήμα «συμπεριληπτικοί έναντι απομυζητικών θεσμών» λειτουργεί ως Προκρούστης.

Η ανάλυσή τους  στηρίζεται εμπειρικά στις ακραίες περιπτώσεις καθεστώτων που συνυφάνθηκαν με την αποικιοκρατία. Κατά τη γνώμη μου η ταξινόμηση των θεσμών σε χονδρικά  δύο κατηγορίες, δίνει μια ασπρόμαυρη (και ατελή) εικόνα των θεσμικών καταστάσεων που συναντούμε σήμερα. Είναι λοιπόν απλουστευτική. Eπίσης, μετατρέπεται σε ιδεολογία εξιδανικεύονταςτην αγγλοσαξονική αποικιοκρατία: Πόσο συμπεριληπτικοί   ήταν   οι θεσμοί των  λευκών της Αυστραλίας και των ΗΠΑ που είτε εξάλειψαν τους αυτόχθονες είτε τους περιόρισαν σε ρεζερβάτα;  Στις χώρες αυτές οι συμπεριληπτικοί θεσμοί αφορούσαν τους λευκούς αποίκους, απέκλειαν τους μαύρους  και φυσικά δεν εμπόδισαν την εξόντωση των γηγενών. Όμως ναι, για τους λευκούς δεν ήταν εκμεταλλευτικοί  και, επομένως, συνέβαλαν στην ανάπτυξη των χωρών αυτών- και των λευκών.

Το θεωρητικό πλαίσιο των Α/Ρ  δεν ανταποκρίνεται στη σύνθετη πραγματικότητα των περισσοτέρων κρατών. Θεσμοί και πολιτικές διαφέρουν ποικιλοτρόπως από τους θεσμούς των ωμά εκμεταλλευτικών ελίτ σε πολλές  αποικίες και από τους κολοβούς συμπεριληπτικούς στις αγγλοσαξονικές (πρώην) αποικίες.

Επίσης, ειδικότερες υποθέσεις των Α/Ρ,  π.χ. ότι δημοκρατικοί και οικονομικοί θεσμοί αλληλοτροφοδοτούνται,  διαψεύδονται εύκολα από τις ιστορικές εμπειρίες.  Δημοκρατικοί θεσμοί όπως οι εκλογές, και ο κομματικός ανταγωνισμός σε πολλές περιπτώσεις  δεν απέφεραν συμπεριληπτικούς οικονομικούς θεσμούς αλλά έγιναν οχήματα  για εναλλαγή εκμεταλλευτικών ελίτ και συντήρηση απομυζητικών οικονομικών θεσμών. Συναφώς, το επιχείρημα ότι  η δημοκρατία προάγει την οικονομική ευημερία δεν εξηγεί την οικονομική επιτυχία της Κίνας, της Σιγκαπούρης, του Βιετνάμ (!)[7]. Ούτε βέβαια ορισμένες τάσεις (δυτικών) φιλελεύθερων-δημοκρατικών, στις οποίες οι αποκλεισμοί είναι εμφανείς παρά τους (συμπεριληπτικούς) δημοκρατικούς θεσμούς και το κοινωνικό κράτος τους. .

Την θεωρία των Α/Ρ συνοδεύουν λοιπόν ποικίλα  «παράδοξα» ακριβώς γιατί παραλείπουν πολλούς παράγοντες της σημερινής πολύπλοκης πραγματικότητας. Όπως ενδεικτικά υποστήριξε ο Bo Rothstein 

«η Κίνα έχει ένα μοναδικό κρατικό μηχανισμό, μία διοίκηση που καταφέρνει να συνδυάσει υψηλά επίπεδα επαγγελματισμού και αξιοκρατίας με   ισχυρό πολιτικό και ιδεολογικό έλεγχο […] Αυτός ο τύπος συστήματος  είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός  αν και όχι ιδιαίτερα δημοκρατικός»[8].

Από την αποτελεσματικότητα όμως των διοικήσεων εξαρτάται η εφαρμογή και επιτυχία πολιτικών στόχων. Πιθανόν η δομή και η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης συσχετίζεται με πολιτισμικούς παράγοντες.  

Οι Α/Ρ δεν εξηγούν ό,τι παρατηρούμε σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες – την αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα σε εκσυγχρονιστικές και παραδοσιακές ελίτ,  ούτε το δράμα, ας πούμε, μεικτών καθεστώτων, στα οποία εισάγονται μεν δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι θεσμοί (και πολιτικές), η λειτουργία των οποίων όμως  δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του φιλελεύθερου-δημοκρατικού ιδεότυπου. Πολιτισμικού τύπου προσεγγίσεις, σύμφωνα με τις οποίες η κουλτούρα, δηλαδή οι αξίες της κοινωνίας, αποτελούν θεμελιώδες χαρακτηριστικό των κοινωνιών,  εξηγούν καλύτερα και λιγότερο ιδεολογικά όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, πιθανόν σε συνδυασμό με υποθέσεις της δημόσιας επιλογής (public choice). Οι Α/Ρ υποστηρίζουν αντίθετα ότι η θρησκεία, η εργασιακή ηθική, οι νοοτροπίες  όπως η ιβηρική manana κλπ. δεν εξηγούν πολλά πράγματα.[9]

Είναι η Ελλάδα «αποτυχημένο κράτος;

Φυσικά, το ζήτημα της αναπτυξιακής υστέρησης σε σύγκριση με τη Δύση και της ποιότητας των θεσμών απασχολεί διαρκώς τη δημόσια και επιστημονική συζήτηση  στην Ελλάδα. Αυτό δείχνει η ενασχόλησή τους με τις ανεξάρτητες αρχές, τις σχέσεις κυβέρνησης και  δικαιοσύνης (παρακολούθηση από την ΕΥΠ  πολιτικών  προσώπων, η κωλυσιεργία στην υποθέσεις των Τεμπών και της Μάνδρας,  η καταστροφή στο Μάτι, το ναυάγιο της Πύλου με θύματα εκατοντάδες μετανάστες, η υπόθεση Νοβάρτις, οι απόπειρες ελέγχου των ΜΜΕ την περίοδο 2015-2019 κλπ). Στην ημερήσια διάταξη βρίσκονται επίσης  καθημερινές  δυσλειτουργίες (βραδύτητα στην απονομή δικαιοσύνης, σύγχυση αρμοδιοτήτων, κακή νομοθέτηση  υποταγμένη συχνά σε πελατειακές λογικές, χωροταξική  ρευστότητα κλπ. ). Απέτυχε λοιπόν η Ελλάδα θεσμικά και αναπτυξιακά όπως πολλοί ισχυρίζονται ή υπονοούν; Σε ποιο βαθμό και γιατί;Σε ποια κατηγορία ανήκουν οι θεσμοί μας; Ας το θέσουμε ωμά: Είμαστε ένα αποτυχημένο κράτος;

 Η απάντησή μου είναι όχι.  Η Ελλάδα αγωνίσθηκε νωρίς για να μη εξελιχθεί σε αποικία και  εκ του αποτελέσματος δεν μπορεί να τοποθετηθεί στη χορεία των «αποτυχημένων εθνών» με κυρίαρχους απομυζητικούς θεσμούς όπως στις (πρώην) αποικίες της υποσαχάριας Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής,  καίτοι εκτέθηκε εξ αρχής στις επιρροές των μεγάλων δυνάμεων. Ιστορία και γεωγραφία συνωμότησαν για να απλωθεί στη χώρα  μια ιδιαίτερη δημοκρατική ιδεολογία. Η βασιλεία υποχρεώθηκε να κινηθεί στο πλαίσιο ενός συνταγματικού κοινοβουλευτισμού που εμπεριέχει την (έστω ανολοκλήρωτη) διάκριση των εξουσιών και, τουλάχιστον δυνητικά, λειτουργεί συμπεριληπτικά καθώς τείνει να διευρύνει το φάσμα των ωφελούμενων ομάδων και ατόμων. Σημειώνω ακόμα ότι η μεγάλη ιδιοκτησία της γης έχει καταργηθεί από τις αρχές του περασμένου αιώνα με τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις, τη διανομή εκκλησιαστικής γης  και των μεγάλων κτημάτων των Οθωμανών  που εγκατέλειψαν τη χώρα στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών. Οργανώθηκε βαθμιαία  συγκεντρωτικού τύπου κρατική διοίκηση  η οποία, παρά τα πελατειακά κουσούρια της, μείωσε ως ένα βαθμό τις τοπικές εξουσίες. Εισάχθηκε ένα νομικό σύστημα που προσιδιάζει  στο νομικό σύστημα της Δύσης,  Ο κοινοβουλευτισμός έθετε όρια στην ωμή εκμετάλλευση. Πλούτος συσσωρευόταν βέβαια κυρίως στην ελληνική διασπορά όπως μαρτυρούν τα ιδρύματα που χρηματοδότησε. Τον 20ό αιώνα σταθεροποιήθηκε το κοινωνικό κράτος. Κατά περιόδους η χώρα γνώρισε και «χρυσές εποχές» ανάπτυξης.     

Όμως ναι,   τη χώρα βαραίνουν  πολιτικά και θεσμικά προβλήματα που εξηγούν εν μέρει τουλάχιστον την αναπτυξιακή υστέρησή της στο δυτικοευρωπαϊκό πλαίσιο. [10] Οφείλονται στο γεγονός ότι  ταυτόχρονα με τις θεσμικές καινοτομίες, λειτούργησαν (και  λειτουργούν)  ικανά προνεωτερικά στοιχεία όπως  η οικογένεια και το πελατειακό σύστημα, παρόλο που και αυτά  εκτέθηκαν στις επιρροές της νεωτερικότητας. Αναπόφευκτα, οι θεσμοί και οι πολιτικές της χώρας δεν ευνοούν όλους το ίδιο, ούτε πετυχαίνουν τους επίσημους στόχους τους. Για να προσφύγουμε στον κατάλογο της Παγκόσμιας Τράπεζας,[11]  έχουμε εκκρεμότητες σε ζητήματα λογοδοσίας (μολονότι τα τελευταία  χρόνια γίνεται προσπάθεια να επιλυθούν (βλ. αξιολόγηση σε Δημόσιο και Εκπαίδευση), ρυθμιστικής ασάφειας και αντιφατικότητας μέσω της πολυνομίας, αδιαφάνειας, μολονότι και εδώ κάτι γίνεται π.χ.  με τη διαύγεια, τη δημόσια διαβούλευση πριν από την ψήφιση νομοσχεδίων,  τα μέτρα κατά της  διαφθοράς.

Γεγονός είναι ακόμα ότι η μάχη για την καλυτέρευση των θεσμών είναι διαρκής και προσανατολισμένη στα πρότυπα ορθολογισμού των πιο αναπτυγμένων κρατών της Δύσης! Όλα αυτά περιορίζουν την οικειοποίηση πόρων από λίγους σε βάρος του συνόλου και της ανάπτυξης. Δεν πρέπει να μηδενίζουμε ό,τι πετύχαμε. Αλλά οι αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις που κάνουν τους θεσμούς πιο συμπεριληπτικούς  και αποτελεσματικούς  είναι ισχυρές. Τις εκθέσαμε διεξοδικά σε άλλη ευκαιρία [12]

Νομίζω λοιπόν ότι η ελληνική εμπειρία μαζί με παρόμοιες πολλών άλλων χωρών δείχνει τα όρια της ανάλυσης των Α/Ρ. Κατά τη γνώμη μου, καταλαβαίνουμε καλύτερα την πορεία της χώρας και την κατάσταση των θεσμών  της  με βάση (κατ΄ αρχάς) τη θεωρητική  οπτική του εκσυγχρονισμού που αναδεικνύει την αέναη ένταση μεταξύ προνεωτερικών και νεωτερικών αξιών,[13] δηλαδή τον  ρόλο της κουλτούρας,  σε συνδυασμό με τη θεωρία της δημόσιας επιλογής[14] που δείχνει, μεταξύ άλλων,  πως εγωιστικά  συμφέροντα εκδηλώνονται μέσω των οργανώσεων συμφερόντων.

————————-  //  ————————–


[1]  Daron Acemoglu and J.A. Robinson Why nations fail , The origins of power, prosperity and poverty, Crown Business, New York 2012όπως αλλού, σελ. 73.

[2] Το κύριο επιχείρημα ανέπτυξαν με εκτεταμένη τεκμηρίωση οι Daron Acemoglu and James A. Robinson στο πολυσυζητημένο βιβλίο τους Why nations fail. Όπως πριν. .

[3] Ενδεικτικά,  Νίκος Χριστοδουλάκης «Οι κακοί θεσμοί βλάπτουν σοβαρά την ευημερία», στην εφημερίδα η Καθημερινή 20.10.2024 και Κώστας  Μποτόπουλος «Η σημασία των θεσμών», εφημερίδα τα Νέα  19-20. 10.2024. 

[4]     Daron Acemoglu and J.A. Robinson  Why nations fail, όπως αλλού (σελ. 84.

[5]     Όπως πριν, σελ. 86.

[6] Daron Acemoglu, Davide Ticchi and Andrea Vindigni, “Emergence and persistence of inefficient states”, Journal of European Economic Association 9(2), Απρίλιος 2011, σελ. 177-288.

[7] Bo Bo  Rothstein   “Nobel prize in economic: Do democracy and prosperity really go hand in hand?”    Social Europe, 1.11.2024.

[8] Bo Bo Rothstein  “Nobel prize in economic: Do democracy and prosperity really go hand in hand;”    Social Europe, 1.11.2024.

[9]  Daron Acemoglu and J.A. Robinson  Why nations fail, όπως αλλού,  σελ. 5 και 60.

[10] Η σχετική βιβλιογραφία για ελλείματα,  αναιμία  και δυσλειτουργίες των θεσμών είναι απέραντη. Βλ. μεταξύ πολλών άλλων  Δημήτρης Σωτηρόπουλος Κράτος και μεταρρύθμιση στη σύγχρονη Νότια Ευρώπη, εκδόσεις Ποταμός 2017,  Χαρίδημος Τσούκας  Η τραγωδία των κοινών .Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015. Νωρίτερα, Παναγιώτης Κονδύλης ΟΙ αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας . Η καχεξία του αστικού στοιχείου  τη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία, β΄ έκδοση,   Θεμέλιο, Αθήνα 2011, Στο ίδιο πνεύμα και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς Ταξίδι  στο λόγο και στην ιστορία, εκδόσεις Πλέθρον, 1996. Βλ. επίσης  το κείμενό του στον ίδιο τόμο « «Τζαμπατζήδες στη χώρα των θυμάτων, σελ. 143-182.

[11] World Bank   Governance Indicators 2023

[12] Βλ. Πάνος Καζάκος και Πάνος Κολιαστάσης  Αφανείς και ορατές αντιθέσεις. Παράδοση και νεωτερικότητα  στη μεταδικτατορική Ελλάδα 194-2022, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2013.

[13] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων  Νικηφόρος Διαμαντούρος  Πολιτισμικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000, Nicolas Demertzis “Greece” in Roger Eatwell (ed) European political cultures Conflict or convergence?  Routledge, 1997, Αρίστος Δοξιάδης  Το αόρατο ρήγμα . Θεσμοί και συμπεριφορές  στην ελληνική οικονομία, Αθήνα 2013 κ.α. 

[14] Mancur Olson  Η άνοδος και η παρακμή των εθνών, μετάφραση Γιώργου Αδαμόπουλου, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2000. 

[Υπό δημοσίευση] Το τέλος του ελληνικού «εξαιρετισμού»; Οι σχέσεις μας με τη Δύση  50 χρόνια μετά τη δικτατορία.  

               Αντιλήψεις για την ελληνική ιδιαιτερότητα από τη γενική κατεύθυνση της Δύσης έπαιξαν κατά κανόνα ρόλο σε πολιτική και κοινωνία ακόμα και μετά την ένταξη στον πυρήνα των δυτικών θεσμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΝΕ κλπ) Ήταν εδραιωμένη σε πολιτική και κοινωνία η πεποίθηση ότι οι κανόνες έπρεπε να τροποποιηθούν ώστε να ταιριάξουν με τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας.  Η πεποίθηση αυτή ονομάσθηκε στο ιδιόλεκτο των πολιτικών επιστημόνων «ελληνικός εξαιρετισμός». Παραμένει  ακόμα ένα δυνατό ρεύμα  μέχρι σήμερα όπως δείχνουν οι συζητήσεις στη Βουλή για κάθε «εθνικό» θέμα».  

Ο ελληνικός εξαιρετισμός είχε πολιτισμικές ρίζες στην ιστορία μας και στην οικονομική υστέρηση. Το σχετικό επίσημο «μνημόνιο» του 1982 με το οποίο η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου απαιτούσε «ειδικό καθεστώς» εντός της ΕΕ, δηλαδή  εξαίρεση από τους κανόνες της «κοινής αγοράς», αποτελεί μνημείο του. Το επόμενο ήταν φυσικά το δημοψήφισμα του 2015. Το συνόδευε η  καλλιέργεια σχέσεων με  Βενεζουέλα και Κούβα από την  κυβέρνηση του συνασπισμού αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ)  και σκληρής δεξιάς (ΑΝΕΛ) υπό τον Αλέξη Τσίπρα, η σκληρή διαπραγμάτευση για ένα τρίτο μνημόνιο ως το 2017 κ.α..  Συνοψίζοντας, η  Ελλάδα μέχρι το 2019 ουδέποτε συμβιβάσθηκε πλήρως με τη Δύση και τις επιλογές της δυτικής πολιτικής μολονότι  είχε ενταχθεί στους οργανισμούς της. Ο εξαιρετισμός σε οικονομία και διεθνή πολιτική σημάδευε το ιστορικό της μονοπάτι.                

Όμως,  μετά το περιβόητο δημοψήφισμα του 2015 ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας άρχισε να προλειαίνει  το έδαφος για την εγκατάλειψη του ιστορικού μονοπατιού του εξαιρετισμού. Τα τελευταία χρόνια της κυβέρνησής του οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ εξομαλύνονται.  

Μετά τις εκλογές του 2019 η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη υιοθέτησε μια πολιτική σύμπλευσης με τη Δύση (και σύγκλισης) χωρίς ιδεολογικές αμφισημίες. Η εναρμόνιση με τις υπερκείμενες  αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές της Δύσης εκδηλώνεται πλέον ποικιλοτρόπως.  Στην εξωτερική πολιτική η χώρα παρέχει στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, μετέχοντας κιόλας στη μικρή  Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας  που λειτουργεί υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Απορρίπτει τον ρωσικό αναθεωρητισμό και συμμετέχει επίσης χωρίς αστερίσκους στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας, ενώ ανανέωσε τον διάλογο με την Τουρκία,  στήριξε ανεπιφύλακτα το Ισραήλ  εν μέσω της κρίσης στη Γάζα και απέστειλε φρεγάτα στην Ερυθρά Θάλασσα. .    

 ¨όλα αυτά καθιστούν σαφές ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική  από το 2019 μέχρι σήμερα βρίσκεται σαφέστερα στον αντίποδα του εξαιρετισμού.  Κατά την κυβέρνηση η πολιτική της εναρμόνισης με τη Δύση  υπηρετεί τα συμφέροντα ασφαλείας της χώρας. Ο πρωθυπουργός την αποκαλεί υπεύθυνο πατριωτισμό γιατί αποτρέπει ενδεχόμενους τυχοδιωκτισμούς τμημάτων της τουρκικής πολιτικής-στρατιωτικής ελίτ και θέτει τη χώρα μας κάτω από μια ομπρέλα θεσμών και κανόνων που κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει ανώδυνα. Επιτρέπει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει ένα «μέρισμα ασφαλείας». Σε αυτό συμφωνούν όλοι οι ειδικοί των διεθνών σχέσεων  (Λ. Τσούκαλης, Π.Κ. Ιωακειμίδης, Χρ. Ροζάκης, Θάνος Ντόκος, Μαριλένα Κοππά, Γ. Φίλης κ.α.).

Παρά τη σύμπλευση η κυβέρνηση διαφοροποιείται προσεκτικά από το κύριο ρεύμα της Δύσης. Π.χ. η πρέσβειρα στη Μόσχα ήταν παρούσα  στην ορκωμοσία του προέδρου Πούτιν και η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα ψηφίσει υπέρ της συμμετοχής (με ειδικά δικαιώματτα) της Παλαιστινιακής Αρχής στη ΓΣ του ΟΗΕ.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι  από το 2019 η εξωτερική μας πολιτική παντρεύεται με την εσωτερική της  οικονομική πολιτική που, παρά τα ιστορικά της βαρίδια,  εμπιστεύεται περισσότερο από άλλοτε τους μηχανισμούς της αγοράς. Από την αντιστοιχία εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής εξαρτάται η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα και των δύο.

Η αλήθεια είναι ότι η σύμπλευση με τη Δύση μπορεί  να επικριθεί  με βάση την ιστορική μας εμπειρία,  την κατάσταση στην ΕΕ και τις αμερικανικές αποτυχίες σε Ιράκ,  Αφγανιστάν κλπ.Αλλά, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, η απόρριψη   της σύμπλευσης πάσχει από τρία  θεμελιώδη λάθη: Πρώτον αγνοεί τους διεθνείς και ευρωπαϊκούς συσχετισμούς δύναμης, δεύτερον, δεν εκτιμά  σωστά τις επιπτώσεις σε ευημερία   και ασφάλεια  αν μείνουμε εκτός της δυτικής συναίνεσης και τρίτον δεν προτείνει αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική πέρα από νεφελώδη συνθήματα για περήφανη εξωτερική πολιτική. Ας το πούμε καθαρά:Με δεδομένη τη γεωγραφική μας θέση και τις δομικές αδυναμίες, η   Ελλάδα θα είχε λιγότερα ή καθόλου οφέλη  ασφαλείας και ανάπτυξης  αν αποστασιοποιούνταν από τις κυρίαρχες επιλογές σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Το ερώτημα είναι όμως αν η πολιτική της σύμπλευσης  θα αντέξει στον χρόνο. Κατά τη γνώμη μου  ή απάντηση  θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της ίδιας της Δύσης (πρωτίστως των ΗΠΑ) και από τις εσωτερικές εξελίξεις: Οι άκαμπτες εσωτερικές δομές  και η πολιτική κουλτούρα σε συνδυασμό με παραδοσιακές αντιλήψεις για πολιτισμικές συγγένειες μπορεί να αποδειχθούν εξόχως ανθεκτικές και,  εν τέλει, να προκαλέσουν προβλήματα στις σχέσεις μας τη Δύση.

Από την ‘ευρωπαϊκή εξαίρεση’ στον ‘υπεύθυνο πατριωτισμό’; – Οι σχέσεις μας με τη Δύση  50 χρόνια μετά τη δικτατορία.  

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal , t. 152, Απρίλιος 2024.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική  από το 2019 μέχρι σήμερα συμπλέει χωρίς αμφισημίες  σε όλα τα βασικά ζητήματα με τη Δύση και την ΕΕ. Κατά τούτο η χώρα αποκλίνει ουσιαστικά από το ιστορικό μονοπάτι της ελληνικής ιδιαιτερότητας (ή στο ιδιόλεκτο πολιτικών επιστημόνων του ελληνικού εξαιρετισμού εντός του δυτικού συστήματος) με τη χαρακτηριστική αμφισημία  του στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και   την ΕΕ.

Η εναρμόνιση με τις υπερκείμενες  αντιλήψεις και πολιτικές επιλογές του δυτικού κατεστημένου εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Στην εξωτερική πολιτική η Ελλάδα συμμετέχει χωρίς αστερίσκους στους θεσμούς της Δύσης  όπου την πρωτοκαθεδρία έχουν οι ΗΠΑ.  Με το βλέμμα στραμμένο στην Τουρκία απορρίπτει τον ρωσικό αναθεωρητισμό ο οποίος πράγματι θα δημιουργούσε επικίνδυνο για εμάς προηγούμενο αν πετύχαινε στην Ουκρανία. Συμπληρώνει  τη συμπόρευση με την αναβάθμιση των στρατιωτικών ικανοτήτων της χώρας με μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα από Γαλλία και ΗΠΑ.

Κατά την κυβέρνηση η πολιτική αυτή ας πούμε της εναρμόνισης με τη Δύση  υπηρετεί τα συμφέροντα ασφαλείας της χώρας. Ο πρωθυπουργός την αποκαλεί υπεύθυνο πατριωτισμό γιατί αποτρέπει ενδεχόμενους τυχοδιωκτισμούς  τμημάτων της τουρκικής πολιτικής-στρατιωτικής ελίτ, θέτει τη χώρα μας κάτω από μια ομπρέλα θεσμών και κανόνων που κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει ανώδυνα. Επιτρέπει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει ένα «μέρισμα ασφαλείας» και, σε συνδυασμό με τις ικανότητες του πρωθυπουργού, να κερδίσει συμμάχους για την προαγωγή συγκεκριμένων ελληνικών συμφερόντων όπως έδειξε η επίσκεψη στην Αίγυπτο με ισχυρή παρουσία της ΕΕ για τη συγκράτηση των μεταναστευτικών ροών, η ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις κλπ).

Ειρήσθω εν παρόδω ότι  από το 2019 η εξωτερική μας πολιτική παντρεύεται με την εσωτερική της  οικονομική πολιτική που, παρά τα ιστορικά της βαρίδια,  εμπιστεύεται περισσότερο από άλλοτε τους μηχανισμούς της αγοράς.[1] Η στενή σχέση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει να υποτιμάται γιατί από αυτή εξαρτάται η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα και των δύο. Κατά κανόνα όμως τη συσκοτίζει ο δημόσιος λόγος.  

Ο  εναλλακτικός δρόμος του εξαιρετισμού.

Στον αντίποδα της τωρινής πολιτικής  έχουμε τον ελληνικό εξαιρετισμό με τη μορφή του σιωπηλού ή θορυβώδους αντιδυτικισμού  που αντιλαμβάνεται ως απειλή κάθε ευρωπαϊκό κανονισμό και βήμα ολοκλήρωσης (εσωτερική αγορά, ΟΝΕ, μεταρρυθμίσεις) και απαιτεί περισσότερη ελευθερία κινήσεων για τη χώρα ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τις απειλές ασφαλείας.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα μέχρι το 2019 ουδέποτε συμβιβάσθηκε πλήρως και διαρκώς  με τη Δύση και τις επιλογές της δυτικής πολιτικής μολονότι είχε ενταχθεί στους οργανισμούς της. Ο εξαιρετισμός σημάδεψε το ιστορικό της μονοπάτι με αποκορύφωμα τη δικτατορία. Αλλά και μετά από αυτή ήλθε η τριτοκοσμική περίοδος 1981-84, η μεταρρυθμιστική αδράνεια 2007-9 που έκανε τους επιτηρητές της ΕΕ να απελπίζονται και, στο τέλος,  η σύμπραξη των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το πρώτο εξάμηνο του 2015 που  απείλησε να οδηγήσει τη χώρα εκτός ΕΕ.

 Έκτοτε, ο εξαιρετισμός μετριάσθηκε βαθμιαία, διστακτικά και αντιφατικά, παραμένει όμως  ακόμα ένα δυνατό ρεύμα  μέχρι σήμερα. Οι συζητήσεις στη Βουλή για κάθε «εθνικό» θέμα και κάθε μεταρρύθμιση προσφέρουν άφθονα παραδείγματα για τη λογική του εξαιρετισμού δεξιάς και αριστερής κοπής. Σοβαροί μάλιστα διεθνολόγοι υποστηρίζουν ότι ο νέος ρόλος της χώρας στο διεθνές σύστημα συνεπάγεται περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας χωρίς  ανταλλάγματα. Ειδικά μάλιστα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ισοδυναμεί με μια αναποτελεσματική «πολιτική κατευνασμού»  έναντι της Τουρκίας.[2]  Λίγο ή πολύ, η άποψη αυτή συνιστά  έμμεσα την επιστροφή στην ιστορική τάση του ελληνικού εξαιρετισμού. Το ίδιο ισχύει για πολλούς που απορρίπτουν τις μεταρρυθμίσεις.

Οι υποστηρικτές της επιστροφής στο ιστορικό μονοπάτι υπό τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας εμφορούνται από μια βαθιά δυσπιστία για τους διεθνείς θεσμούς και για την όποια  διαμεσολάβηση των μεγάλων της Δύσης. 

            Αναμφίβολα η κριτική εγρήγορση είναι αναγκαία και σε διάφορα σημεία αιτιολογείται με βάση την ιστορική μας εμπειρία και, οπωσδήποτε, τους συσχετισμούς δύναμης που επηρεάζουν τους διεθνείς θεσμούς.  Όμως ποια είναι για εμάς η εναλλακτική πρόταση πέρα από νεφελώδη συνθήματα για περήφανη εξωτερική πολιτική; Θα είχε η Ελλάδα περισσότερα οφέλη  ασφαλείας και ανάπτυξης  αν αποστασιοποιούνταν από τις κυρίαρχες επιλογές σε ΝΑΤΟ και ΕΕ; Ποιο δίδαγμα αντλούμε από την περίπτωση της Ουγγαρίας ή της Πολωνίας  που έκαναν ακριβώς αυτό; Με δεδομένη τη γεωγραφική μας θέση, θα είμαστε περισσότερο ασφαλείς στο περιθώριο της Δύσης ή, χειρότερα, σε ένα κόσμο εθνικών ανταγωνισμών και τοπικών  πολέμων  για αναθεώρηση συνόρων; Η σταθερότητα του διεθνούς περιβάλλοντος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (παρά τις αστοχίες των δυτικών ηγετικών κρατών) όπου έχουμε πλέον ενταχθεί όχι μόνο τυπικά, αλλά και ουσιαστικά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του εθνικού συμφέροντος; 

Πάντως, για όλα τα θέματα που εγέρθηκαν στον (σοβαρό) δημόσιο διάλογο μπορούν να γραφούν πολλά. Εδώ  όμως  με απασχολεί το ερώτημα αν η φιλελεύθερη (με όλα της τα κουσούρια) πολιτική μας θα αντέξει στον χρόνο ή αν  θα αποδειχθεί πρόσκαιρη, ας πούμε μετά από κάποιες εκλογές αργότερα. Αν δηλαδή η Ελλάδα θα επιστρέψει στο ιστορικό μονοπάτι της «εξαίρεσης».

Μπορεί να επιστρέψουμε στον ελληνικό εξαιρετισμό;

            Πράγματι, διακρίνω σαφείς κινδύνους  στον ορίζοντα που μπορεί να  ωθήσουν την Ελλάδα πάλι προς τα πίσω. Πρώτον, η αστάθεια της αμερικανικής πολιτικής. Σίγουρα θα μας επηρεάσει τυχόν επιστροφή του Ντόναλντ Τράμπ  στην προεδρία των ΗΠΑ με τη χαρακτηριστική απέχθειά του έναντι διεθνών θεσμών  και την ανεπιφύλακτη προτεραιότητα που δίνει στα εθνικά  συμφέροντα της χώρας  (“Amerika first”).

Δεύτερον ο αμερικανικός παρεμβατισμός είναι επιρρεπής σε λάθη και  αποτυχίες όπως συνέβη στο Αφγανιστάν,  το Ιράκ και τη  Λιβύη (στην τελευταία μέσω των συμμάχων Αγγλίας και Γαλλίας κυρίως). Είναι επίσης συνυπεύθυνος για την κρίση στην Ουκρανία.[3]   

Η κριτική  επισημαίνει ότι  οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ ανταποκρίνονται στις πιέσεις ισχυρών  «παικτών»,  παραβλέποντας τις μακροχρόνιες αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις των επεμβάσεων. Κατά διαστήματα  καθοδηγούνται  από ιδεοληψίες.[4] Όλα αυτά εξασθενίζουν   εν τέλει τις εγγυήσεις ασφαλείας που δίνουν .

Τέλος ουδείς γνωρίζει πως ακριβώς διαμορφώνεται κάθε φορά η αμερικανική πολιτική, σε ποιες ακριβώς εσωτερικές ισορροπίες υπόκειται.  Παρατηρούμε πράγματι ότι μεταβάλλεται μετά από μείζονα γεγονότα.[5]  Επομένως, με δεδομένο το μητρώο του παρεμβατισμού, κάποιες  επιφυλάξεις απέναντί του (και απέναντι στην πλήρη συμπόρευση) είναι αναπόφευκτες: Πως θα στεριώσει τότε ο δικός μας «υπεύθυνος πατριωτισμός»;

Επίσης, ο δεύτερος πυλώνας του δυτικού συστήματος – η ΕΕ και τα κράτη μέλη της- αντιμετωπίζουν προβλήματα ηγεσίας, πολιτικού προσανατολισμού και διακυβέρνησης. Στη διατύπωση του Mario Monti η Ευρώπη «έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ψυχολογικής διάλυσης».[6] Παρά τον ακτιβισμό των ευρωπαϊκών διαδικασιών και κάποιες  συμφωνίες, είναι ορατές οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών σε ζητήματα στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, ενέργειας, μετανάστευσης, αγροτικής πολιτικής, εισοδηματικών ανισοτήτων και κοινωνικής συνοχής,   σχέσεων με Κίνα και Τουρκία, σύγκρουσης  Ισραήλ με Χαμάς κλπ. Η αβεβαιότητα για την πολιτική της ΕΕ θα ενταθεί αν η οικονομία περιέλθει σε ύφεση  λόγω μυωπικών αποφάσεων  όπως μας προειδοποιεί η ύφεση  στη Γερμανία.

Εθνική παραδοσιακή ταυτότητα και δομές.

Όλα αυτά συνιστούν εξωγενείς παράγοντες που μπορεί  να ωθήσουν  τη χώρα να επιστρέψει στο ιστορικό μονοπάτι του εξαιρετισμού και της αμφισημίας απέναντι στη Δύση. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε τις άκαμπτες εσωτερικές δομές  και την πολιτική κουλτούρα που μπορεί να αποδειχθούν εξόχως ανθεκτικές, να αποτρέψουν βαθιές μεταρρυθμίσεις, και να θολώσουν την εξωτερική πολιτική.[7] 

Νομίζω λοιπόν ότι ο πιο δυσδιάκριτος κίνδυνος είναι να θεωρηθεί η σημερινή πολιτική με τους δύο  αλληλένδετους άξονές της – σύμπλευση με τις ηγετικές δυνάμεις της Δύσης και εφαρμογή κατά βάση φιλελεύθερων  μεταρρυθμίσεων- ως απειλή για  την παραδοσιακή εθνική ταυτότητα από σημαντικά τμήματα της κοινωνίας.[8] Η  σημερινή πολιτική τείνει να  περιορίσει  ή  επαναπροσδιορίσει (αν και με συμβιβασμούς) την εθνική ταυτότητα. Εισάγει για παράδειγμα κάποιους «ευρωπαϊκούς» κανόνες για την αποτροπή διακρίσεων που παράγουν η πατρωνία, οι οικογενειακοί δεσμοί και  η εκκλησιαστική παράδοση (βλέπε μεταξύ άλλων  γάμο ομοφυλοφίλων που αποξένωσε κυβέρνηση και Εκκλησία  και ρήξη με την ορθόδοξη Ρωσία λόγω Ουκρανίας).  Κατά προέκταση, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός να  προκληθεί  ένα  εκρηκτικό μείγμα ύφεσης, δομικής ακαμψίας και εθνικής ταυτοτικής ανασφάλειας που θα αφαιρούσε το έδαφος κάτω από τους πυλώνες του υπεύθυνου πατριωτισμού. Τι θα γίνει όμως αν δεν γίνουν οι αναγκαίες  αλλαγές πριν κλείσει το παράθυρο ευκαιρίας που έχει σήμερα η χώρα λόγω κυβερνητικής σταθερότητας, οικονομικής ανάκαμψης και ηρεμίας στις σχέσεις μας με την Τουρκία ;


[1] Βλ. ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνεδρίαση του  Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος την  8.3.2024.

[2] Γιάννη Βαληνάκη «Ο διάλογος πρέπει να είναι και κερδοφόρος»,  στην εφημερίδα η Καθημερινή 14.09.2023. Τις απόψεις αυτές επαναλαμβάνει και σε άλλα κείμενα. Για την αντίθετη άποψη βλ. μεταξύ πολλών άλλων άρθρα των Άγγελου Συρίγου, Κωνσταντίνου Φίλη (του ΙΔΙΣ) στην ίδια εφημερίδα,  του Παναγιώτη Ιωακειμίδη στα Νέα και, στο ίδιο πνεύμα απόρριψης του εξαιρετισμού , του  Χρήστου Ροζάκη.

[3] Βλ. J. Mearsheimer “Γιατί η Δύση έχει την ευθύνη για την κρίση στην Ουκρανία», αναδημοσίευση στην Καθημερινή 20.3. 2022  του άρθρου του  καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό Foreign Affairs. Βλ. επίσης  του ίδιου «Der Westen trägt eine Hauptverantwortung für das Ukraine- Desaster» in  Die Weltwoche, 14. Mai 2022. 

[4] Robert Kagan The Jungle grows back. America and our imperilled world,  Vintage Books- Penguin New York. 2018.  

[5] Βλ. σχετικά κείμενα  των διεθνολόγων Κωνσταντίνου  Αρβανιτόπουλου, Κώστα Υφαντή, Δημήτρη Ακριβούλη, Γεωργίου Ευαγγελόπουλου και Ρόζας Βασιλάκη στο  Ανδρέας Γκοφας  (επιμ.) Ο κόσμος και η απειλή της τρομοκρατίας  μετά την 11η Σεπτεμβρίου, εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2023.

[6] Πιθανόν της λείπει και ένας ισχυρός ιστορικός μύθος πάνω στον οποίο θα οικοδομούσε την ταυτότητά της. Βλ. Π. Κ. Ιωακειμίδης « Η ευρωπαϊκή ταυτότητα σε αμφισβήτηση», Books’ Journal, τεύχος  150, Φεβρουάριος 2024.

[7] Ο Γιάννης Στουρνάρας πιστεύει ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει. Βλ. άρθρο του  «Είναι η Ελλάδα μεταρρυθμίσιμη;» στην εφημερίδα  η  Καθημερινή 10.3.2024 όπου όμως, παρά την αισιοδοξία του  δεν παραλείπει να αναφερθεί στα τεράστια προβλήματα της χώρας (χρέη, δημογραφία κλπ).

[8] Εξετάζουμε τα στοιχεία της παραδοσιακής εθνικής ταυτότητας στο Πάνος Καζάκος και Πάνος Κολιαστάσης  Αφανείς και ορατές αντιθέσεις . Παράδοση και νεωτερικότητα στην Ελλάδα μετά τη δικτατορία, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2023.

Από την ανάπτυξη στα χρέη και την αφύπνιση (wokeness) -Παράδοση  και πολιτισμικές αλλαγές από τη δικτατορία μέχρι σήμερα.

Books Journal, τεύχος  151, Mάρτιος 2024.

Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο διαβάζαμε την  ιστορία μας μέσα από τις κομματικές ή παραταξιακές  αντιπαραθέσεις στον άξονα αριστερά-δεξιά. Το σχήμα αυτό, παρά τη χρησιμότητά του για τον προσανατολισμό των ατόμων ως πολιτών,  έτεινε να αγνοήσει το πολιτισμικό μας υπόβαθρο πάνω στο οποίο εκτυλίσσονταν οι κομματικές αντιπαραθέσεις και, εντέλει, οι προσωπικές επιλογές.

Μετά τη δικτατορία  το πολιτισμικό τοπίο έγινε  πολυπλοκότερο σε σύγκριση με ό,τι προϋπήρχε. Για τον λόγο αυτό (και προϊδεάζοντας για όσα ακολουθούν) προτιμώ ένα  διαφορετικό πλαίσιο όπου οι όροι παράδοση, νεωτερικότητα σε ποικίλες εκφάνσεις και μεταμορφώσεις και μετανεωτερικότητα  αποτελούν τις έννοιες -κλειδιά.[1] Κάθε μια από τις αφηρημένες αυτές έννοιες (παράδοση, νεωτερικότητα, μετανεωτερικότητα) παραπέμπει σε δέσμες αξιών που είναι το κλειδί για την κατανόηση όσων συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή.  

Πολιτισμικός πλουραλισμός

Στην Ελλάδα ιδίως μετά τον Β ΠΠ και οπωσδήποτε μετά τη Δικτατορία, την πολιτισμική κατάσταση χαρακτηρίζει ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος πολιτισμικός πλουραλισμός.[2]  Πρόκειται  για ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει γενικά τις κοινωνίες και, οπωσδήποτε, τις δυτικές λόγω των συνθηκών ελευθερίας που ισχύουν εκεί.  

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, συνυπάρχουν παραδοσιακές (οικογένεια κλπ)  οι «υλιστικές» αξίες  (στη διάλεκτο του Inglehart)  ανάπτυξη, απασχόληση, άνοδος του βιοτικού επιπέδου, οι αξίες του καταναλωτισμού και του «χρεωμένου ανθρώπου» (Bauman) και του μετανεωτερικού «δικαιωματισμού).[3] Εκτός τούτου, η νεωτερικότητα προσήλθε με πολλά πρόσωπα- περισσότερα από όσα είχε ο Ιανός. Επομένως, το αξιακό μας τοπίο διαφοροποιήθηκε πέρα από όσα μπορούν να συλλάβουν απλουστευτικά σχήματα άλλων εποχών.  

Οι αφανείς και ορατές αντιθέσεις ή εντάσεις δεν περιορίζονται πλέον στις σχέσεις παράδοσης και εκσυγχρονισμού, αλλά επεκτείνονται  στο εσωτερικό της παράδοσης (έθνος έναντι της αντίληψης για την οικουμενικότητα) της Ορθοδοξίας) και στο εσωτερικό της νεωτερικότητας (αριστερές και δεξιές αντιλήψεις έναντι wokeness). [4]

Παράδοση και νεωτερικότητα αρχικά.

Όπως σημειώσαμε, οι ιστορικοί μας είδαν εξ αρχής μια θεμελιώδη  αντίθεση μεταξύ  παράδοσης και νεωτερικότητας.[5] Όμως το περιεχόμενο της παράδοσης διέφερε από εκείνο της δυτικής. Η παράδοση στη Δύση ήταν συνυφασμένη με την απολυταρχία, τα  προνόμια των ευγενών και της καθολικής Εκκλησίας, την ελέω θεού μοναρχία. Όλα αυτά αμφισβητήθηκαν ριζικά  μετά τις επαναστάσεις του Cromwell, των ΗΠΑ, του γαλλικού διαφωτισμού, της επιστήμης και, φυσικά της οικονομίας με την επικράτηση του καπιταλισμού και της βιομηχανίας. Αντικαταστάθηκαν από νέους θεσμούς.      

Η Ελλάδα, δεν συμμετείχε εξ αρχής στις ιστορικές εκείνες επαναστάσεις, που τελικά ανέτρεψαν το «παλαιό καθεστώς». Η παράδοσή της  διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Π.χ. η ταυτότητα του έθνους ορίσθηκε διαφορετικά και εμπεριέχει την Ορθοδοξία και τοπικούς θεσμούς εξουσίας στους οποίους πρωτοστατούσαν οι προεστοί και οπλαρχηγοί. Το οθωμανικό δίκαιο είχε άλλωστε  επιβάλει τη συλλογική ευθύνη της κοινότητας για την απόδοση φόρων στις οθωμανικές αρχές. 

Γενικά, συνοψίζουμε την  παράδοση στο εξάπτυχο:

  •  έθνος, οικογένεια, θρησκεία (Ορθοδοξία).
  • πελατειακό σύστημα  – ένα σύνολο πρακτικών, άτυπων δικτυώσεων και συναλλαγών
  •  «τοπικισμός»   και ίσως
  •  «κοινοτικό μοντέλο» κοινωνικών σχέσεων (Ερατοσθένης  Καψωμενος).

Στο μεταπολεμικό πνευματικό σύμπαν αυτή η παράδοση υφίσταται οξεία κριτική από διαφορετικές θεωρητικές οπτικές γωνίες.  Γενικά η  δημόσια συζήτηση έκλινε προς την άποψη ότι στην αντιπαράθεση παράδοσης και νεωτερικότητας νικήτρια βγήκε η παράδοση. Η ανθεκτικότητά της παράδοσης  εξηγεί τις θεσμικές υστερήσεις και ειδικότερα τις δυσκολίες του εκσυγχρονισμού  στη ευρωπαϊκή  πορεία της χώρας. Όπως γράφει ο  Νίκος Δεμερτζής

« η εκσυγχρονιστική κουλτούρα δεν πατάει στην παράδοση  προκειμένου να ριζώσει  και να ανθήσει, αλλά η παράδοση ανανεώνεται και τρέφεται από τον εκσυγχρονισμό»[…] Η ηγεμονική κουλτούρα συνεχίζει να έλκει την καταγωγή της από τον λεγόμενο ελληνοχριστιανικό πολιτισμό».[6]

Επομένως, η παράδοση θριαμβεύει. Παρόμοια επιχειρηματολογεί και ο Γιώργος Τσιάκαλος που κατατάσσει την Ελλάδα στις «καθυστερημένες κοινωνίες», όπως τις ορίζει ο BanfieldΒλέποντας όμως στην παιδεία μια διέξοδο από τη στασιμότητα. [7]   Κατά τον  Νικηφόρο Διαμαντούρο, που ακολουθεί τα αχνάρια των ιστορικών μας,  στην Ελλάδα συγκρούονται η παρωχημένη κουλτούρα  και η μεταρρυθμιστική κουλτούρα. Κατά τη γνώμη του  επικρατεί η παρωχημένη που κατά προσέγγιση ταυτίζεται με την παράδοση. [8]

Αυτό το «διυστικό σχήμα»  απλουστεύει  τα πράγματα: Υποθέτει ότι   υπάρχει μία αιώνια εκδοχή (πρότυπο) του εκσυγχρονισμού, δηλαδή της προσαρμογής στη νεωτερικότητα. Επίσης, παράδοση και νεωτερικότητα συνυπάρχουν σε άτομα και ομάδες ως υβριδικά μορφώματα. Π.χ. οι μεταρρυθμιστές (ή όποιοι θεωρούνται μεταρρυθμιστές) μπορεί στην πραγματικότητα να ασκούν ευθέως ή εμμέσως πελατειακές πρακτικές και οι «νοικοκυραίοι» να επιζητούν τη μόρφωση των παιδιών τους και την οικονομική επιτυχία με σκληρή δουλειά.  Τέλος, η Ελλάδα  αναπτύχθηκε  στο πλαίσιο  της ΕΕ και της Ευρωζώνης που λειτούργησαν ως αυτοεπιλεγμένη εξωτερική δέσμευση (vincolo esterno)[9]  για εκσυγχρονισμό κατά την ευφυή διατύπωση του Kevin Featherstone. Ενδιαφέρον έχει εδώ να σημειώσουμε ότι οι νεωτερικοί στόχοι τη ανάπτυξης μέσω της εκβιομηχάνισης και η βαθμιαία ενσωμάτωση στην ΕΕ προάχθηκε από κόμματα που είχαν γερές βάσεις στην παράδοση.

Παράδοση και χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Όμως ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην κριτική της παράδοσης που εδράζεται στις θεωρίες του κοινωνικού κεφαλαίου.  Στην οπτική τους, όσο περισσότερο οικογένεια και  στενή συγγένεια διέπουν δομές και  συμπεριφορές, τόσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο εμπιστοσύνης σε τρίτους εκτός οικογένειας –άτομα, ομάδες και θεσμούς– ή και ανύπαρκτο (no trust ή low trust society).[10]

Ανάλογα περιορισμένη είναι η διάθεση και η ικανότητα των ατόμων να συνεργάζονται με τρίτους  για κοινούς σκοπούς σε ομάδες και οργανώσεις. Στην Ελλάδα,[11] όπως βεβαιώνουν διάφορες έρευνες, συναντούμε τον τύπο κοινωνίας χαμηλής εμπιστοσύνης. Μία  συνέπεια μεταξύ πολλών: Οικογένεια, στενή συγγένεια και πατρωνία   προλείαναν εξαρχής το έδαφος για τη διάβρωση τυπικών και εισηγμένων νεωτερικών θεσμών.

Ωστόσο η διείσδυση της νεωτερικότητας δεν αποτράπηκε.

Ειρήσθω εν παρόδω πάντως ότι είναι προβληματική η πλήρης απαξίωση της παραδοσιακής οικογένειας και γενικά της παράδοσης. Οι άνθρωποι έχουν έναν φυσικό τρόπο κοινωνικότητας που συνίσταται στο να ευνοούν ή να προτιμούν φίλους και συγγενείς (Francis Fukuyama), άτομα με τα οποία συνεννοούνται στην ίδια γλώσσα και με τα οποία μοιράζονται τα ίδια έθιμα και ιστορικά αφηγήματα. Η εξάλειψη ισοδυναμεί με προκρούστια περικοπή   της ανθρώπινης φύσης.

Επομένως το ζήτημα είναι πως η παράδοση θα ενταχθεί σε ένα νεωτερικό πλαίσιο κανόνων και θεσμών ώστε να συγκρατούνται οι αρνητικές επιπτώσεις της.  Αυτό ήδη επιχειρείται από το 1974 μέχρι σήμερα, προκαλώντας τριγμούς,

Οι εγγενείς αντιθέσεις της νεωτερικότητας (ή περί αριστεράς και δεξιάς) .

Όπως αναφέραμε, οι αξίες της νεωτερικότητας είναι αρχικά κατά την απλουστευτική άποψη του  Inglehart η ανάπτυξη, γενικά ταυτόσημη με την εκβιομηχάνιση, η απασχόληση και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου.  Θα προσθέταμε την ευταξία, την πειθαρχημένη ζωή, την αποταμίευση, τη σταθερότητα και το κοινωνικό κράτος που δεν είναι διόλου «υλιστικές αξίες».

Μπορεί η ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου να ήταν γενικά αποδεκτές αξίες, αλλά συγκρούονταν διαφορετικές αντιλήψεις για τα μέσα που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και ειδικά για τη θεσμική συγκρότηση της χώρας. Επομένως, αντιπαρατέθηκαν διαφορετικές αξιακές επιλογές πέραν των αναπτυξιακών ή καθ΄ υπόθεση «υλιστικών».  Εδώ υπεισέρχεται η διάκριση αριστερά-δεξιά.

Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις προσανατολίσθηκαν γενικά προς το φιλελεύθερο- δημοκρατικό πρότυπο.  Οι αξίες του οποίου  κωδικοποιήθηκαν  στη Συνθήκη ΕΕ.[12]

Όμως, η κριτική στον γενικό αυτό προσανατολισμό ήταν συνεχής. Η Αριστερά με πυρήνα το ΚΚΕ άσκησε μεν   ριζοσπαστική κριτική του και έθετε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση,  προσκολλήθηκε όμως στο σοβιετικό μοντέλο κεντρικού σχεδιασμού, κρατικοποίησης των πάντων, πλήρως καθοδηγούμενης οικονομίας από το κράτος, και πολιτικού αυταρχισμού.  

 Επίσης, ξεχωριστοί διανοούμενοι επεσήμαναν νωρίς ότι η φιλελεύθερη-δημοκρατική εκδοχή στο ελληνικό παραδοσιακό περιβάλλον  στρεβλώθηκε εξ αρχής.  Έτσι, για τον Κώστα Αξελό «η Ελλάδα είναι και δεν είναι νεωτερική». [13] ενώ  ο  Παναγιώτης Γεννηματάς εκτίμησε ότι στην Ελλάδα έχει «αυτοτελή ριζώματα»  η βυζαντινοχριστιανική παράδοση του 11ου -15ου αιώνα.[14]

Γράφει ενδεικτικά ο Κων/νος Τσουκαλάς,

« Ιδέες όπως η εντιμότητα, η ευθύνη, η χρηστότητα και η πειθαρχία σχεδόν στερούνται του δεσμευτικού ηθικού αντικρίσματος το οποίο έχουν προσλάβει στη Δύση. Με αυτή την έννοια, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες για θεσμικό και οικονομικό «εκσυγχρονισμό» η Ελλάδα ουδέποτε έγινε μια καθ’ ολοκληρίαν σύγχρονη χώρα […] Η ελευθερία θεωρείται συνώνυμη της πλήρους ανευθυνότητας έναντι του συνόλου, του νόμου και των άλλων […][15]

 Όμως ο δυτικός ή ευρωπαϊκός προσανατολισμός, επηρέασε την Ελλάδα  βαθιά. Η χώρα ακολουθεί παρά τις δυσκολίες και υστερήσεις,   έστω  εν μέρει  αξίες και θεσμούς της  Δύσης μετά τον εμφύλιο και σαφέστερα μετά το 1974. Η διαδικασία κορυφώθηκε με την ένταξη στην ΕΕ (1981) και ΟΝΕ(2001) που δέσμευαν την εσωτερική πολιτική ολοένα και περισσότερο. Μετά το 2019 έγινε επανεκκίνηση του  εξευρωπαϊσμού.

Η μεταμόρφωση της νεωτερικότητας: Παγκοσμιοποιηση, η άνοδος του  Καταναλωτισμού, του χρεωμένου ανθώπου και του χ/π συστήματος. 

Και ενώ από τη δεκαετία του 1990 κυβερνήσεις και κοινωνία προσπαθούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νεωτερικότητας και να ανταπεξέλθουν στα προβλήματα που προκαλούσε η συντεχνιακή πολυδιάσπαση και η πελατειακή παράδοση, η ίδια η ευρωπαϊκή νεωτερικότητα περνούσε σε ένα ύστερο στάδιο.  Νέες αξίες έρχονταν στο προσκήνιο επηρεάζοντας και περιπλέκοντας τα πολιτισμικά πράγματα της χώρας. Μεταβαίνουμε στην «ύστερη νεωτερικότητα». Χαρακτηριστικά της είναι η έξαρση του καταναλωτισμού, η άνοδος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η κερδοσκοπία και η συσσώρευση χρεών στα άτομα και στο κράτος, ένας (ακραίος) ατομικισμός και η ελευθεριότητα των ηθών.

Οι  «ύστερες αξίες», οι νέοι θεσμοί  που τις υποβάσταζαν («επενδυτικά ταμεία» (funds), τραπεζικές τεχνικές, φορολογικές οάσεις κ.α.)    δεν εξάλειψαν μεν τις προηγούμενες, αλλά τις εξασθένισαν. Το πολιτισμικό τοπίο έγινε  πολυπλοκότερο.

Από τη δεκαετία του 1990, ο καταναλωτισμός[16] εισήλθε ορμητικά στο πεδίο, επέτεινε την ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης και υπέσκαψε τις αξίες των «νοικοκυραίων» της πρότερης αναπτυξιακής περιόδου. Ενώ μέχρι τότε η έμφαση ήταν στην αύξηση της παραγωγής και την παραγωγικότητα, στη συνέχεια αποθεώθηκαν η κατανάλωση και ο δανεισμός. Αυτός ο καταναλωτισμός μπορούσε να ικανοποιηθεί με αιτήματα για υψηλότερα εισοδήματα και περισσότερο ελεύθερο χρόνο, χωρίς σύνδεση με την παραγωγικότητα. Οδήγησε έτσι σε αξιώσεις που ξεπέρασαν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και καλύφθηκαν με χρέη. Εκδηλώθηκε δε με πολλούς τρόπους, π.χ., επιθετικές ατομικές ή ομαδικές διεκδικήσεις προσοδοθηρικού χαρακτήρα (rent-seeking), εκτεταμένο δανεισμό των νοικοκυριών για καταναλωτικούς σκοπούς. Τον νέο καταναλωτισμό και την ανάληψη χρεών για την ικανοποίησή του προωθούσε χωρίς αναστολές το διογκούμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Δηλαδή, ενώ η ένταξη στο ευρωπαϊκό και διεθνές σύστημα απαιτούσε εξορθολογισμούς ευρείας κλίμακας στην παραγωγική – οικονομική βάση (όπως και συνέβη μερικώς υπό την πίεση των πραγμάτων), μέρος της κουλτούρας ακολουθούσε ένα δρόμο που παρήγαγε εμπόδια. Η αναντιστοιχία κουλτούρας και οικονομικών επιταγών εξηγεί τις δυσκολίες της μεταρρυθμιστικής πολιτικής πριν από την κρίση του 2009 και τις ανακολουθίες της προσαρμογής που ζητούσαν τα τρία Μνημόνια (2010-2018) για την υπέρβαση της κρίσης.

Όπως αναφέραμε ήδη οι αξιακές μεταλλάξεις έχουν πολλές πηγές (και  συνεχίσθηκαν  με το πέρασμα στη λεγόμενη μετανεωτερικότητα). Εδώ ξεχωρίζουμε τις εξωγενείς πολιτισμικές επιρροές και τα μεταβαλλόμενα ήθη και τις δομές επιρροής μιας υπερεθνικής κουλτούρας. ΜΜΕ, κινηματογράφος, νέες τεχνολογίες και λοιποί μηχανισμοί διάχυσής αξιών και ιδεών (μουσική, μόδα, best seller, διεθνή βραβεία), ιδεολογικές μόδες κλπ, που ανακάτευαν συνεχώς το εγχώριο αξιακό έδαφος. Αναμφίβολα, η Ελλάδα επηρεάσθηκε αξιακά και θεσμικά από την εξέλιξη αυτή.

Τα πολλά πρόσωπα της μετανεωτερικότητας.

Τέλος στη στροφή του αιώνα αναδύονται νέες αξίες  – η λεγόμενη μετανεωτερικότητα  (postmodernity). Σε αυτές περιλαμβάνονται (αν και όχι σε ένα ενιαίο πρόγραμμα), ο σεβασμός της διαφορετικότητας και η συμπεριληπτικότητα (inclusiveness) με επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η  αυτοεκτίμηση (ή αυτοπραγμάτωση), η ενεργός  συμμετοχή  σε δραστηριότητες εκτός επισήμων φορέων, η αμφισβήτηση των  συμβατικών προτύπων κοινωνικής και οικογενειακής ζωής, σεξουαλικότητας και σχέσεων ανδρών και γυναικών.

Πολλά ξεκίνησαν ή συνδέθηκαν με το κίνημα της   «πολιτικής ορθότητας»[17]κατά το οποίο οι διακρίσεις είναι ενσωματωμένες στη γλώσσα. Απαίτησε και  απαιτεί να καθορίσει τι και πως μπορεί να ειπωθεί κάτι στο δημόσιο χώρο και τι πρέπει να εξαλειφθεί. Φθάνει όμως σε ακρότητες και σε εφήμερη δημοσιότητα όταν απαιτεί να γραφούν «ορθώς» κλασικά κείμενα, να υπακούνε όλοι στη λογική gender  ή να εξαλειφθεί η (δυτική) κουλτούρα και ιστορία (υπό το σύνθημα cancel culture). Ισοδυναμεί με λογοκρισία.

Στην Ελλάδα είναι πιο αθώες από αλλού οι γλωσσικές »διορθώσεις»: Οι τσιγγάνοι μετονομάσθηκαν ρομά χωρίς  να αλλάξει ο,τιδήποτε στην κοινωνική τους θέση και η «υιοθεσία» σε τεκνοθεσία.  Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη αφαίρεσε αθώα τη λέξη «χοντρή»  από το τραγούδι της «πάμε στον ΄Αδωνι για καφέ» κ.ο.κ. Αλλά δεν συγκρίνονται αυτές οι γλωσσικές προσαρμογές με τις λυσσώδεις μετωπικές αντιπαραθέσεις για τη γλώσσα  στις πυρηνικές χώρες της Δύσης και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στη Γερμανία.

Οι νέες αξίες που προστέθηκαν στο πολιτισμικό μας σύμπαν χωρίς όμως να εξαλείψουν τις αξίες της παράδοσης  και της νεωτερικότητας, ενσαρκώνονται τρόπον τινά στις ταυτοτικές ομάδες (identity groups), σε ορισμένες από τις οποίες εκφράζεται πράγματι ένας νέος ιδεαλισμός, σε άλλες όμως αντικοινωνικά αισθήματα και «φθηνά υποκατάστατα σοβαρής σκέψης». Το τοπίο τους είναι εξόχως κατακερματισμένο.

Για να κάνουμε ευκρινέστερη την εικόνα ξεχωρίζουμε διάφορες κατηγορίες ομάδων που συχνά λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία – ΜΚΟ στην υπηρεσία του περιβάλλοντος αλλά και «αντιεξουσιαστές», τρομοκρατικοί πυρήνες,  αθλητικοί σύνδεσμοι που καλλιεργούν τη βία  και ποικίλες μορφές αφύπνισης (wokeness)- με υποκατηγορίες τύπου  queer (=ισότητας των αντισυμβατικών σεξουαλικών συμπεριφορών με τις συμβατικές) που προβάλλουν ζητήματα σεξουαλικών ταυτοτήτων. Στην Ελλάδα συνώνυμο της αφύπνισης είναι ο »δικαιωματισμός».

Αξίζει να σταθούμε εν συντομία στην τελευταία κατηγορία.

Στις δυτικές κοινωνίες ιδιαίτερα τις αγγλοσαξωνικές και γερμανικές,  το κίνημα (ρεύμα) της αφύπνισης θεωρεί ότι η δυτική κοινωνία  συγκροτεί ένα πολυσχιδές σύστημα καταπίεσης  της υποκειμενικότητας.[18] Ειδικά σε ζητήματα σεξουαλικότητας υποστηρίζουν οι αφυπνισμένοι ότι ο  άνδρας και η γυναίκα είναι προϊόν εσωτερικοποιημένων κοινωνικών προδιαγραφών και προϊόντα εξουσιαστικών μηχανισμών.  Και οι δύο μπορούν να αλλάξουν φύλο απλά δηλώνοντάς το.   Από την ίδια θεωρητική βάση προκύπτει η ολική απόρριψη του δυτικού πολιτισμού που εκδηλώθηκε με το σύνθημα (και τους ακτιβιστές) του cancel culture.

Αναμφίβολα οι εμπειρίες διακρίσεων είναι υπαρκτές και πολυσχιδείς. Οι αφυπνισμένοι βλέπουν καθαρά τη διασύνδεση (στην ορολογία τους: intersectionality) των θεμάτων αυτών με τις ανισότητες, τον ρατσισμό κλπ. Σε ακραίες εκδοχές  τους όμως  παραβλέπουν πλήρως (α) την κοινωνική και πολιτισμική εξέλιξη τουλάχιστον από την εποχή του διαφωτισμού, και (β) ανθρωπολογικά ή βιολογικά δεδομένα και σταθερές. Συχνά χωρίζουν τον κόσμο σε θύτες και θύματα  τα οποία  υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν.

Στην Ελλάδα δεν έχουν την ηχώ που κέρδισαν σε ορισμένες δυτικές κοινωνίες, Είναι εμφανές όμως ότι επηρεάζουν  την πολιτική. Ενδεικτικά σημειώνω ότι πλέον δεν αναιρείται μεν η αξία της ανάπτυξης,  αναγνωρίζεται όμως περισσότερο ότι  πρέπει να γίνεται σεβαστό το περιβάλλον, δηλαδή η ανάπτυξη να είναι διατηρήσιμη, επανήλθε  το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής, γίνεται μετάβαση από την ανοχή στην ενεργό συμπερίληψη ρομά, μεταναστών κ.α, επανεξετάζονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα με κριτήρια γενικού συμφέροντος.

Το ηθικό δίδαγμα.

Ό,τι προηγήθηκε  δεν αποτελεί απλά θεωρητική ανάλυση, κατάλληλη μόνο για τον κόσμο των ιδεών, αλλά καταλήγει και σε ένα ηθικό μήνυμα. Όπως αναφέραμε, η συνύπαρξη διαφορετικών αξιών και ιδεών συνεπάγεται κατά διαστήματα εκρηκτικές αντιθέσεις.

Το ερώτημα είναι πως θα επιτευχθούν συμβιβασμοί  όταν συγκρούονται αξίες και ιδέες. Η απάντηση παραπέμπει μεταξύ άλλων την ανάγκη να καλλιεργηθεί η κουλτούρα του διαλόγου, του συμβιβασμού, της συναίνεσης γύρω όμως από κάποιο κεντρικό κοινό αξιακό πυρήνα. Όπως απαίτησε ο  Κάρλο Ροσέλι  ένα (φιλελεύθερο από τη φύση του) «σύμφωνο πολιτισμού» –  «ένα σύνολο κανόνων του παιγνιδιού τους οποίους  τα αντιμαχόμενα μέρη δεσμεύονται να σεβαστούν. Πρόκειται για κανόνες  που στοχεύουν στη διασφάλιση  της ειρηνικής συμβίωσης  των πολιτών, των τάξεων, των κρατών, και στη συγκράτηση  των αναπόφευκτων και μάλιστα επιθυμητών αντιθέσεων εντός ανεκτών ορίων». [19]


[1]  Εξετάζουμε διεξοδικά το θέμα αυτό δίνοντας και την αναγκαία εμπειρική τεκμηρίωση στο  Πάνος Καζάκος και Πάνος Κολιαστάσης Αφανείς και ορατές αντιθέσεις- παράδοση και νεωτερικότητα στη μεταδικτατορική Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 2023.

[2]   Ως περιγραφικός όρος ο πλουραλισμός  υποδηλώνει  την ύπαρξη και ανταγωνισμό πολιτικών κομμάτων («πολιτικός πλουραλισμός»), ποικιλία ηθικών και πολιτισμικών πεποιθήσεων  («πολιτισμικός πλουραλισμός» )κλπ. Βλ.  Andrew Heywood  Political ideologies, 2nd ed. 1998, p. 36.   Στο κείμενο αυτό χρησιμοποιούμε τον πλουραλισμό  ως  περιγραφικό όρο.  Ο Νίκος Δεμερτζής προκρίνει τον όρο «ανεστραμμένος συγκρητισμός»  που εμπεριέχει την υπόθεση ότι επικρατεί η παράδοση που απορροφά τη νεωτερικότητα. Βλ. πιο κάτω.

[3][3] Για τους όρους νεωτερικότητα και μετανεωτερικότητα  βλ. από την απέραντη βιβλιογραφία  Zygmund Bauman και Carlo Bordoni  Η νεωτερικότητα σε κρίση,  μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,  εκδόσεις Υψιλον 2016.

[4] Βλ. τεκμηρίωση στο Πάνος Καζάκος/Πάνος Κολιαστάσης  Αφανείς και ορατές αντιθέσεις, όπως αλλού κεφάλαια 6 («η νεωτερικότητα υπερισχύει της παράδοσης στην πολιτειακή δομή της χώρας») και 7 (παράδοση και νεωτερικές αξίες κατά περιοχές πολιτικής).

[5] Βλ.  μεταξύ πολλών άλλων Γιώργος Δερτιλής  Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, τόμος Α΄, εκδόσεις Εστία  Αθήνα 2006, Σπύρος Ασδραχάς Ελληνική οικονομική ιστορία  (ΙΕ-ΙΘ αιώνας), τομος Α, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2003, Θανος Βερέμης και Ιωάννης Κολιόπουλος  Νεότερη Ελλάδα. Μια ιστορία  από το 1821, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.

[6]  Βλ. Νίκος Δεμερτζής «θύλακες και φύλακες αρχαϊσμού» στην εφημερίδα η  Καθημερινή 24.12.2023. του ίδιου  «Ελληνική πολιτική κουλτούρα στη δεκαετία του ΄80», στο ειδικό αφιέρωμα της Ελληνικής Επιθεώρησης Πολιτικής Επιστήμης.

[7] Edward   Banfield   Η ηθική βάση μιας καθυστερημένης κοινωνίας, μετάφραση  φ. Καραβέσης, εκδόσεις Eπίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014.

[8][8] Βλ. Νικηφόρος Διαμαντούρος  Πολιτισμικός δυισμός και πολιτική αλλαγή  στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000.

[9] Τον όρο πρότεινε ο Kevin Featherstone.

[10]  Πρωτοποριακή ήταν σχετικά με το θέμα αυτό η μελέτη του Robert D. Putnam  Making Democracy work, Prinston University Press, 1993.

[11] Βλ. μεταξύ  πολλών άλλων κείμενα των Σωκράτη Κονιόρδου, Χρήστου Παρασκευόπουλου, Νίκου Δεμερτζή, Πάνου Καζάκου   και Δημήτρη Α. Σωτηρόπουλου σε ειδικό αφιέρωμα  της επιθεώρησης πολιτικής και ηθικής θεωρίας Επιστήμη και Κοινωνία, Αθήνα, τεύχος 16, Άνοιξη 2006. Επίσης  Σωκράτης Κονιόρδος (επιμ.) Κοινωνικό κεφάλαιο, εμπιστοσύνη και κοινωνία των πολιτών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2010.

[12] Συνθήκη ΕΕ, άρθρο 2. Βλ. επίσης Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του  2000. 

[13] Κωστας Αξελός Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, επανέκδοση  Πληθώρα, Αθήνα 2010. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο τέλος του εμφυλίου.

[14] Παναγιώτης Γεννηματάς  Ελλάς: Δύση ή Ανατολή;  Εκδόσεις Ροές, 2013.

[15] Το κείμενο περιλαμβάνεται στον τόμο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς Ταξίδι στο λόγο και στην ιστορία, τόμος Β, Αθήνα 1996. Παρόμοια επιχειρηματολογούσε ο Παναγιώτης Κονδύλης.

[16] Βλ. από την απέραντη σχετική βιβλιογραφία, Raffaele Simone, Το μειλίχιο τέρας. Γιατί η Δύση δεν πηγαίνει προς τα αριστερά, μετάφραση Μιχάλης Μητσός, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 44.

[17] Βλ. σχετικά  Francis Fukuyama Tαυτότητα- Η απαίτηση για αξιοπρέπεια και η πολιτική της μνησικακίας, μετάφραση Σταύρος Β. Γαβαλάς εκδόσεις Ροπή, Αθήνα 2018.

[18] Οι θεωρητικές βάσεις τέθηκαν αρχικά από τον Mchel Foukault  (Επιτήρηση και τιμωρία).  Ακολούθησε η ατέλειωτη σειρά  δημοσιεύσεων για την αποδόμηση του εξουσιαστικούν λόγου.  Ο Φουκώ υποστήριξε ότι το πως και τι αισθανόμαστε ,τι μας κάνει αυτό που είμαστε  είναι οι περιορισμοί της σκέψης και όχι η σωματική η βιολογία. Με άλλα λόγια  μπορούμε να προσδιορίσουμε το ποιοι και τι είμαστε,  άνδρας ή γυναίκα, με τη βούλησή μας. Πρόκειται για την αποθέωση του υποκειμενισμού σε βάρος του πραγματικού.

[19] Κάρλο Ροσέλι Φιλελεύθερος σοσιαλισμός, μετάφραση Αχιλλέας Καλαμαράς,εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013, σελ. 55.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Το δράμα της πολυσυλλεκτικότητας χωρίς ηγεμονικό ιδεολογικό στίγμα

Μετά την εκλογική αποτυχία του Ιουλίου και την απροσδόκητη εκλογή από τη βάση (ναι, από τη βάση) νέου προέδρου,  οι διαφωνούντες και οι τάσεις  του ΣΥΡΙΖΑ μόνον υπαινικτικά αναφέρθηκαν  στις αιτίες που η περιβόητη «βάση» και οι φίλοι της επέλεξαν με συντριπτική πλειοψηφία τον νεόφερτο κ. Στέφανο Κασσελάκη και όχι ηγετικά στελέχη με δυνατό κομματικό μητρώο όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, η Έφη Αχτσιόγλου και ο Νίκος Παππάς μετά την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα.

Τι συνέβη;

Η απροσδόκητη εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προϊόν αλληλένδετων παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται

  • η αντιφατική κυβερνητική θητεία 2015-19,
  • η απώλεια της προοπτικής για επιστροφή στην κυβέρνηση,
  • η χαλαρή πολυσυλλεκτικότητα του κομματος,  
  • σοβαρά προβλήματα εσωκομματικών αμεσοδημοκρατικών κανόνων του παιγνιδιού που είχαν επηρεασθεί από τον «σπόρο του από τα κάτω αυθορμητισμού»,[1]
  • η προγραμματική- ιδεολογική ασάφεια και η συρρικνωμένη απήχηση αναπαλαιούμενων ιδεών,
  • η ποιότητα της νέας ηγεσίας που φαίνεται ότι αδυνατούσε να συνθέσει κεντρόφυγες τάσεις, αλλά και
  • οι υστερήσεις σε θεωρία και πολιτική πράξη. 

Εδώ θα σταθούμε μόνο σε μερικά από αυτά – στο ενδοκομματικό παίγνιο εξουσίας, την πολυσελλεκτικότητα του κόμματος, τις θεωρητικές υστερήσεις και αβεβαιότητες.

Μετά την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας και την εκλογή προέδρου ήλθε στην επιφάνεια ένα παίγνιο εσωκομματικής διαπάλης για εξουσία εντός και εκτός του κόμματος σε ακραία εκδοχή. Προσωπικές αντιπαραθέσεις, αμοιβαία επίρριψη ευθυνών για την εκλογική αποτυχία, αμφισβήτηση πρώην υπουργών κλπ. κατέληξαν πρώτα στην αμφισβήτηση του νέου προέδρου και στη συνέχεια σε διαδοχικές αποσχίσεις. Ήταν ένα είδος «εμφυλιοπολεμικής αυτοκαταστροφής».[2] Κρίνοντας βέβαια από διάφορες δηλώσεις, διαπιστώνουμε ότι οι σχέσεις μεταξύ πολλών προβεβλημένων στελεχών και ομάδων ήταν από καιρό τεταμένες, όμως  δοκιμάσθηκαν ακόμη περισσότερο όταν  η εκλογή νέου προέδρου ανέτρεψε την κομματική επετηρίδα.

Παίγνια εξουσίας εμφανίζονται βέβαια ιδίως σε περιόδους κάμψης σε όλα τα μαζικά κόμματα που είναι σχεδόν εξ ορισμού πολυσυλλεκτικά.  Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και το ΚΚΕ, υπέφεραν συχνά από διασπάσεις στο παρελθόν. Όμως η πολυδιάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και το ύφος των αντιπαραθέσεων  ξεπέρασε προηγούμενα επεισόδια! Συναφώς, πολλοί διαφωνούντες με τον νέο πρόεδρο αποχώρησαν επιδείχνοντας   ελάχιστο σεβασμό  στους κανόνες που είχαν ψηφίσει (εκλογή προέδρου από τη βάση, παράδοση της βουλευτικής έδρας σε περίπτωση αποχώρησης κλπ.) αποκαλύπτοντας μία υποκριτική στάση απέναντι στις δημοκρατικές διαδικασίες.

Το έδαφος για αυτή την απότομη εκδήλωση κεντρόφυγων δυνάμεων  είχε στρώσει κατ΄αρχάς η χαλαρή  πολυσυλλεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Την υποδήλωνε ευθαρσώς ο τίτλος: Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς- Προοδευτική Συμμαχία– δηλαδή συνασπισμός ριζοσπαστικών ομάδων και συμμαχία με άλλες τάσεις.  Το κόμμα-κίνημα είχε παύσει να αποτελεί ένα ομοιογενές μόρφωμα  καθώς πρόσθετε στις τάξεις του ετερογενή στοιχεία προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ, το πεδίο συντεχνιακών διεκδικήσεων, το ΚΚΕ, το ΚΚΕ/Εσωτερικού (ανανεωτική Αριστερα), αναρχοαυτόνομο χώρο, ταυτοτικές ομάδες κλπ.

Κατά διαστήματα η εσωτερική αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στο δίλημμα «αριστερά ή κεντροαριστερά». Χαρακτηριστικά, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος πρόβαλε το αίτημα για αποκατάσταση της  αριστερής ταυτότητας  του κόμματος την οποία έβλεπε να χάνεται  και, εναλλακτικά, την υπερασπίσθηκε με την έξοδο από το κόμμα.  Διευκρίνιζε συχνά ότι «η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν μπορεί να είναι ένα απλό άθροισμα κεντρώων, κεντροαριστερών, αριστερών, ριζοσπαστικών και άλλων απόψεων» (βλ. συνέντευξή του στην εφημερίδα «Γνώμη» της Πάτρας). Άλλα στελέχη, συμπεριλαμβανομένης της κ. Αχτσιόγλου, προτιμούσαν χαμηλόφωνα ένα άνοιγμα προς το κέντρο – την «κεντροαριστερή» λύση, χωρίς όμως ιδιαίτερες διευκρινίσεις του όρου, δηλαδή τι συνεπαγόταν για τον ρόλο του κράτους και της αγοράς, το ρυθμιστικό σύστημα, το ασφαλιστικό, τις ΔΕΚΟ, την εσωτερική ασφάλεια. Επίσης άνθισαν στο εσωτερικό της συμμαχίας πάσης φύσης αντιπαραθέσεις και σχήματα («συνιστώσες») που διεκδικούσαν την ορθή ερμηνεία της αριστερής ταυτότητας. Τη σύγχυση επέτεινε ο ακτιβισμός όσων είχαν μετακινηθεί από το ΠΑΣΟΚ.

Η διαδικασία εκλογής προέδρου από τη βάση, προϊόν «αμεσοδημοκρατικών» αντιλήψεων, χωρίς ενδιάμεσα θεσμικά φίλτρα (Κεντρική Επιτροπή, Κοινοβουλευτική Ομάδα κλπ)  αντί να ενώσει, έδωσε τη ευκαιρία στις διάφορες ομάδες  να διεκδικήσουν αυξημένα μερίδια εσωκομματικής επιρροής.    Άλλωστε, από το 2019  δεν υπήρχε πλέον ο συγκολλητικός ιστός της κυβερνητικής εξουσίας.

Η απρόβλεπτη ένταση των φυγόκεντρων δυνάμεων στον ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλεται μόνο  στην πολυσυλλεκτικότητα και ετερογένεια του κόμματος, αλλά και σε κρίσιμες θεωρητικές-ιδεολογικές εκκρεμότητες. Κατά τη γνώμη μου, η σπουδαιότερη ήταν η εξής: πως θα μπορούσε να εφαρμοσθεί «αριστερή» πολιτική (και ποια ακριβώς) σε μία χώρα που είναι ενταγμένη σε ΕΕ,  ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ και, επιπλέον είναι στενά συνδεδεμένη με τη Δύση  με πολυεπίπεδες εμπορικές, επενδυτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Σε αυτή την κρίσιμη αποσαφήνιση, που θα παρήγαγε  ένα ενοποιητικό πλαίσιο, δεν συνεισέφεραν οι διανοούμενοι του κόμματος, οι οποίοι δεν αξιοποίησαν τις τραυματικές για αυτούς κυβερνητικές εμπειρίες 2015-2019 – μιας ενδιαφέρουσας περιόδου για σχετικές θεωρητικές δοκιμές.  Τότε  η κυβέρνηση ΣΥΡΙΑΝΕΛ για να αποφύγει τη χρεοκοπία της χώρας αναγκάσθηκε να εφαρμόσει ένα τρίτο σκληρό Μνημόνιο (= πρόγραμμα προσαρμογής) και μερικές σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική (ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστική μεταρρύθμιση, μεταβίβαση στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας («υπερταμείο») μεγάλου μέρους της δημόσιας περιουσίας, ενεργοποίηση του αυτόματου μηχανισμού  δημοσιονομικής διαχείρισης για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων  κ.α.  [3] 

Όλα αυτά δεν είχαν σχέση με τις αντιλήψεις που είχαν καλλιεργηθεί από δεκαετίες στην Αριστερά, προκάλεσαν σύγχυση και εντάσεις, μαζί με άλλους παράγοντες, βραδυφλεγώς  μετά την απώλεια της προοπτικής για επιστροφή στην κυβέρνηση το 2023.

Όμως, καθ΄οδόν προς τις εκλογές του 2015 αλλά και μετά,  όλα τα κείμενα αξιώσεων (Κώστας Λαπαβίτσας, Γιαννης Μηλιός, Γιάνης Βαρουφάκης κ.α.) επέκριναν δραστικά την ΕΕ.[4] Την περίοδο της κρίσης και των Μνημονίων απαιτούσαν την ηρωική έξοδο της χώρας  από την ΕΕ και την Ευρωζώνη.[5] Πολλοί συνόδευαν την  αποσύνδεση από την ΕΕ με τριτοκοσμικές φαντασιώσεις π.χ. για την κατάσταση στη Βενεζουέλα ή πιθανή βοήθεια άνευ όρων από τη Ρωσία. Παλαιότερα πρόβαλαν την ιδέα της «αυτοδύναμης ανάπτυξης» και, την περίοδο των Μνημονίων, ενός νέου «παραγωγικού μοντέλου». Το περιεχόμενό της παρέμενε όμως  νεφελώδες. Το αποτέλεσμα ήταν η διαρκής αντιπαράθεση με την ΕΕ για την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου που είχε υπογράψει η κυβέρνησή τους.

Όλα αυτά συνέβησαν σε μια εποχή εντεινόμενων ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων, αναταραχών και  μεταβολών στην παγκόσμια οικονομία. Ήταν περίπου κάλεσμα στις πολυεθνικές να μη θεωρήσουν την Ελλάδα ως φιλικό τόπο παραγωγής και επενδύσεων παρά τα προφανή γεωγραφικά και άλλα πλεονεκτήματά της. Το αποτέλεσμα θα ήταν βέβαια η αποσύνδεση της χώρας από τα διεθνή δίκτυα συναλλαγών και πτώση της ανάπτυξης.

Λόγω αυτής της θεμελιώδους στάσης, δεν τίθετο καν  θέμα μεταρρυθμίσεων για προσαρμογή στο μεταβαλλόμενο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, ούτε κοινωνικών συμμαχιών με αστικές δυνάμεις και λειτουργικών συμβιβασμών στο εσωτερικό. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, οι σοβαρές θεωρητικές παρεμβάσεις όπως του Ευκλείδη Τσακαλώτου[6] και του Γιώργου Σταθάκη[7] εστίαζαν στην κριτική της πολιτικής προσαρμογής που επιδίωκε η .… κεντροαριστερά και του εκσυγχρονισμού επί πρωθυπουργίας  Κώστα Σημίτη. Έχοντας έτσι ορθώσει τείχος έναντι των πιθανών συμμάχων της κεντροαριστεράς και με δεδομένο το αμετακίνητο αντικαπιταλιστικό τείχος του ΚΚΕ δεν έμενε παρά να αναζητηθούν  αντικρουόμενες «αυθεντικές» ερμηνείες του όρου Αριστερά.

 Όμως η πνευματική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είχε αντλήσει  (κριτικά βεβαίως)  ιδέες από τις ιστορικές της εμπειρίες της ελληνικής κεντροαριστεράς και, οπωσδήποτε, από τον πλούτο ιδεών που είχε γεννήσει η ευρωπαϊκή δημοκρατική Αριστερά. Ειδικά οι θέσεις των κομμάτων της για  κεντρικά στοιχεία του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τη δογματική κληρονομιά  είχαν απασχολήσει φερ΄ ειπείν το Ιταλικό ΚΚ την εποχή του Berlinguer όταν υιοθέτησε τον πασίγνωστο ιστορικό συμβιβασμό (compromesso historico),[8] το Εργατικό κόμμα στο Ενωμένο Βασίλειο με το πρόγραμμα του τρίτου δρόμου (third way), και απασχολούν σήμερα όλα τα κόμματα της δημοκρατικής  Αριστεράς  στην Ευρώπη όπως δείχνουν οι συζητήσεις για αποσαφήνιση της προοδευτικής πολιτικής.[9]

Κατά τη γνώμη μου, τα προηγούμενα  θεωρητικά-ιδεολογικά και πολιτικά ελλείμματα συνυφαίνονται με την διφορούμενη στάση έναντι της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι  απόψεις των στελεχών για τη διάκριση των εξουσιών, την έννομη τάξη, τις ανεξάρτητες αρχές, ακόμα και για τις ατομικές ελευθερίες ήταν στην καλύτερη περίπτωση διφορούμενες όπως φάνηκε την περίοδο διακυβέρνησής τους 2015-2019.

Πρέπει όμως να τονισθεί ότι  η ηγεσία του  ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε  ότι υπήρχε ένα  ρήγμα μεταξύ του προτύπου της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ελλάδα (όπως ορίζεται στο Σύνταγμα)  και της πραγματικότητάς της. Συναφώς,  τόνιζε ακατάπαυστα ότι

  • οι κυβερνήσεις  επιχειρούσαν να ελέγξουν τη Δικαιοσύνη με μια απέραντη ποικιλία μέσων, καθιερώνοντας μεταξύ άλλων την επιλογή της ηγεσίας της από το υπουργικό συμβούλιο,
  • οι  ανεξάρτητες αρχές ήταν εκτεθειμένες σε κομματικές επιρροές της εκάστοτε κυβέρνησης,
  • οι πελατειακές συναλλαγές στα δημόσια έργα και ΔΕΚΟ κατέληγαν σε λαθεμένες προτεραιότητες, εύθραυστες υποδομές, σπατάλη πόρων και διαφθορά,
  • η Δημόσια Διοίκηση  ήταν κομματικοποιημένη κλπ.

 Ως ένα βαθμό η κατά βάση ορθή αυτή κριτική αποδείχθηκε υποκριτική όταν κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και υιοθέτησε παρόμοιες μεθόδους. Εκτός τούτου, όπως σημειώσαμε,   στο πνευματικό κλίμα της Αριστεράς ασκούσαν γοητεία απωθητικά θεσμικά πρότυπα τύπου Βενεζουέλας.  Τέλος, ουδέποτε ξεκαθαρίσθηκε  αν η  κριτική της αφορούσε στις στρεβλώσεις και όχι τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο πολιτικός της λόγος παρέμεινε με την έννοια αυτή αντισυστημικός και μάλιστα σε μία εποχή που οι διαθέσεις της κοινής γνώμης άλλαζαν. Και έγινε λιγότερο πειστικός όταν ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση και βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θεσμική  πραγματικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος (και του παγκόσμιου καπιταλισμού) με όλα τους τα κουσούρια.

Η αυλαία του δράματος δεν θα πέσει σύντομα.


[1] Βλ. Κώστας Μποτόπουλος  « Από την αυτοοργάνωση στην αυτοδιάλυση», εφημερίδα τα Νέα, 18-19. 11. 2023.

[2] Όπως το διατύπωσε ο Δημήτρης Σεβαστάκης στο κείμενό του «Στερεά εξαέρωση», εφημερίδα τα Νέα 18-19.11.2023.

[3] Βλ. Πάνος Καζάκος  Τέλος των ψευδαισθήσεων; Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2019, Παπαζήσης, 2020.

[4] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Νάντια Βαλαβάνη Η αρπαγή της Ελλάδας, Νέα Σύνορα, 2015, Γιάνης Βαρουφάκης  Ανίκητοι ηττημένοι, Πατάκης, 2017, Κώστας Λαπαβίτσας Η Ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών, εκδόσεις Λιβάνη, 2910, Γιάννης Μηλιός Από την κρίση στην κυβέρνηση της αριστεράς. Η στρατηγική των αναγκών, Πεδίο, 2014, Κώστας Λαπαβίτσας κ.α. Οικονομική πολιτική για την ανάκαμψη της Ελλάδας, Λιβάνης, 2018,

[5] Ακόμα και ο μετριοπαθής Γιάννης Δραγασάκης έθετε μεν τα σωστά ερωτήματα  αλλά κρατούσε ανοιχτές «όλες τις επιλογές» σε περίπτωση επιθετικής στάσης των δανειστών μας στο ζήτημα του χρέους. Βλ. Γιάννης Δραγασάκης Ποια έξοδος; Από ποια κρίση; Με ποιες δυνάμεις; Ταξιδευτής 2012, σελ. 63.

[6] Ευκλείδης Τσακαλώτος  Οι αξίες και η αξία της αριστεράς- Ένα αντι-εκσυγχρονιστικό δοκίμιο, Κριτική  2005. 

[7] Γιώργος Σταθάκης  Ατελέσφορος εκσυγχρονισμός, Βιβλιόραμα, 2007.

[8] Βλ. διεξοδική εξέταση στο Γιάννης Μπαλαμπανίδης  Ευρωκομμουισμός, Πόλις 2015.

[9] Βλ. ενδεικτικά  το εγχειρίδιο ιδεών Making progressive politicς work, Policy Network, London 2014 με άρθρα ηγετικών πολιτικών, διανοουμένων, ακαδημαϊκών  κ.α. Είναι προϊόν συνδιάσκεψης με το ίδιο θέμα που πραγματοποιήθηκε στην Ολλανδία. Στην Ελλάδα στο ίδιο πνεύμα κινείται το Δίκτυο για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη της Άννας Διαμαντοπούλου.

1982 – το πρώτο έτος μιας αντιφατικής διακυβέρνησης.

Καθημερινή της Κυριακής, 3.3.2024

Το οργανωτική πλαίσιο του κειμένου αυτού είναι ένα έτος- το πρώτο έτος κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Αυτό περιορίζει το οπτικό πεδίο καθώς αφήνει λίγο χώρο για τις δομικές αλλαγές που συμπληρώθηκαν τα επόμενα χρόνια μέχρι την πρώτη κρίση του 1985. Όμως ήδη το 1982 έχουμε τις απαρχές αμφισημιών και αντιφατικών ρευμάτων σκέψης και πολιτικής που σημάδεψαν τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης.  

Η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και ο σχηματισμός κυβέρνησης τον Νοέμβριο του 1981 σήμαινε διαφορετικά πράγματα για διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας. Για πολλούς συνυφάνθηκε με αντιφατικές προσδοκίες για αποτελεσματικότερη διαχείριση της οικονομίας, που είχε περιέλθει σέ κατάσταση στασιμοπληθωρισμού, ληξιπρόθεσμο κοινωνικό εκσυγχρονισμό αλλά και προάσπιση «κεκτημένων» τα οποία θεωρούσαν ότι απειλούσε η ένταξη στην ΕΕ. Στο σύνθημα της «αλλαγής» ο καθένας  έδινε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά το τρόπον τινά επίσημο ιδεολογικό στίγμα που καθόριζε ο χαρισματικός Ανδρέας Παπανδρέου ήταν σαφώς αντιδυτικό και ασαφώς «σοσιαλιστικό» και τοποθετούσε την Ελλάδα στον χώρο της παγκόσμιας περιφέρειας την οποία εκμεταλλεύονται οι μητροπόλεις.

               Μακροοικονομικός λαϊκισμός.

Το πλέον πολυσυζητημένο χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80 ήταν η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική που οδήγησε σε ελλείμματα και δύσκολα διαχειρίσιμη συσσώρευση δυσβάστακτων χρεών. Ανταποκρινόταν στο πρότυπο του μακροοικονομικού λαϊκισμού. Οι κριτικοί επεσήμαναν ότι μια χώρα με συνεχή τεράστια ελλείμματα συσσωρεύει χρέη και θα αντιμετωπίσει αργά ή γρήγορα προβλήματα δανεισμού.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ μόλις σχηματίσθηκε επέτεινε την πολιτική ελλειμμάτων που ήδη είχε αρχίσει από την προκάτοχό της το 1981 αυξάνοντας  τις δαπάνες για μισθούς και συντάξεις στο δημόσιο, την απασχόληση στο Δημόσιο και καλύπτοντας τα  διευρυμένα ελλείμματα της κοινωνικής ασφάλισης, των δημοσίων επιχειρήσεων και τις νέες υποχρεώσεις για την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ τα φορολογικά έσοδα υστερούσαν σε σχέση με αυτές. Ο ελάχιστος μισθός αυξήθηκε κατά 40%! Οι δαπάνες άμβλυναν τις κοινωνικές ανισότητες- προσωρινά.  Η  πολιτική αυτή στηριζόταν, μεταξύ άλλων,  στην υπόθεση ότι   οι νέες δαπάνες θα παρέσυραν προς τα επάνω  την παραγωγή σε συνδυασμό πάντως με μία πολιτική  προγραμματισμένης αντιμετώπισης των «διαρθρωτικών προβλημάτων» της ελληνικής οικονομίας μέσω επεκτεινόμενης κρατικής παρέμβασης.  Έτσι μεσο- ή μακροπρόθεσμα η ανάπτυξη θα επέτρεπε την επιστροφή στη δημοσιονομική ισορροπία.

Όμως, η πολιτική εκείνη  παράβλεπε τις αρνητικές επιπτώσεις στις ιδιωτικές επενδύσεις, την αναποτελεσματικότητα του Δημοσίου και των κομματικών στελεχών, το γεγονός ότι η Ελλάδα μόλις είχε ενταχθεί στην ΕΕ (το 1981) και, επομένως, άνοιγε την αγορά της στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Αναπόφευκτα, οι εισοδηματικές αυξήσεις οδήγησαν σε αύξηση των εισαγωγών καταναλωτικών αγαθών αντί της εγχώριας παραγωγής. Γενικά, ακόμα και προβεβλημένα στελέχη της κυβέρνησης όπως ο Απόστολος Λάζαρης  αναγνώρισαν αργότερα ότι οι πάσης φύσης εισοδηματικές αυξήσεις  ήταν  συνολικά λαθεμένη επιλογή (Βλ. Γιάννης Βούλγαρης  Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης 1974-1990, θεμέλιο 2001, 173-4).

Το 1983 η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να υποτιμήσει τη δραχμή και το 1985 να εφαρμόσει ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα έναντι έκτακτης βοήθειας από την ΕΕ.

Ένα  ενδιαφέρον μέτρο   γενικής οικονομικής πολιτικής του 1982 ήταν  η αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή (ΑΤΑ). Όπως είχε αναγγείλει στις προγραμματικές δηλώσεις της η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου «η προσαρμογή θα ήταν πλήρης για εισοδήματα  μέχρις ενός επιπέδου ανεκτής διαβίωσης», πέρα από το οποίο θα κλιμακωνόταν σε χαμηλότερα επίπεδα (βλ. Πρακτικά της Βουλής, 22 Νοεμβρίου 1981).  Ο κύριος στόχος της ήταν να αποκαθιστά συνεχώς την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων που χανόταν λόγω του πληθωρισμού.  Η αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή επικρίθηκε έντονα με το σκεπτικό ότι θα επιτάχυνε τον πληθωρισμό γιατί θα προκαλούσε ένα σπιράλ μισθών- τιμών και θα δημιουργούσε προβλήματα ανταγωνιστικότητας στην παραγωγική βάση της χώρας.  Η αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή θα διορθωθεί δύο χρόνια αργότερα με κάποιους ντροπαλούς ετεροχρονισμούς  των μισθολογικών αυξήσεων μεταθέτοντας την καταβολή τους κατά ένα τετράμηνο.

               Οι σχέσεις με την ΕΕ.

Συμβατή με τη γενικότερη κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής ήταν και η αναζήτηση νέας ισορροπίας ανάμεσα σε προεκλογικές διακηρύξεις για αποχώρηση από την ΕΟΚ και στη νέα κυβερνητική πλέον θέση για αναδιαπραγμάτευση των όρων της ένταξης. Η λύση βρέθηκε με το περιβόητο «Μνημόνιο» που υπέβαλε η κυβέρνηση τον Φεβρουάριο του 1982. Κατά την άποψη της κυβέρνησης οι κανόνες της κοινής αγοράς  είχαν αρνητικές επιπτώσεις στις χώρες της ευρωπαϊκή περιφέρειας.  Τις επιπτώσεις αυτές δεν αντιστάθμίζαν οι μεταφορές πόρων μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού.  Για τους λόγους αυτούς το «Μνημόνιο» ζητούσε  εξαίρεση από τους κανόνες της «κοινής αγοράς» και περισσότερη βοήθεια. (βλ. Πάνος Καζάκος Ανάμεσα σε κράτος και αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα,  Πατάκης, 2001, σελ. 366 και μετά).  

Για την πολιτική αξιολόγηση του Μνημονίου εκείνου  έχει σημασία να λάβουμε υπόψη ότι το θεμέλιο της της ΕΕ ήταν και παραμένουν οι κανόνες της κοινής αγοράς (σήμερα: της εσωτερικής αγοράς) που ρυθμίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, εργασίας και κεφαλαίου. Δεν άπρεπε να αναμένεται ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να πετύχει εν λευκώ εξουσιοδότηση για να αποκλίνει μονίμως από ο πλαίσιό τους, Συναφώς, η επιδίωξη της εξαίρεσης υποβάθμιζε την ανάγκη για προσαρμογή στο νέο οικονομικό περιβάλλον.

               Αμφίσημος θεσμικός εκσυγχρονισμός.  

Τέλος σειρά ολόκληρη μέτρων εξέφραζαν διάθεση θεσμικού εκσυγχρονισμού. Επομένως είναι άδικο να τη θεωρήσουμε συνολικά και αποκλειστικά την πολιτική εκείνη  λαϊκιστική. Εδώ εντάσσεται ο νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ  1268/1982 (συν προεδρικά διατάγματα) που επέφερε σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία των Πανεπιστημίων. Ωστόσο, οι νέες τυπικές ρυθμίσεις δεν άργησαν να νοθευθούν ως ένα βαθμό στην πράξη από την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα του κομματισμού και της πελατειακής συναλλαγής.

Σημαντικότερη ήταν ίσως η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου. Ο νόμος 1250/82 καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο παράλληλα με τον θρησκευτικό. Ο επόμενος νόμος 1329/1983 είχε ριζοσπαστικό χαρακτήρα και ήταν ίσως η σπουδαιότερη έκφραση του θεσμικού εκσυγχρονισμού  που προώθησε το κίνημα. Ο νόμος εκείνος στηρίχθηκε στις πρόνοιες του Συντάγματος του 1975 (άρθρα 2 και 116), πρόβλεψε μεταξύ άλλων την κατάργηση της προίκας που έδινε στον γάμο χαρακτήρα αγοραίας συναλλαγής, αποποινικοποίησε τη μοιχεία, κατοχύρωσε τον πολιτικό γάμο, αφαίρεσε από το διαζύγιο τον θρησκευτικό του χαρακτήρα, αποδέσμευσε  τη διατροφή από την αναζήτηση του υπαιτίου για το διαζύγιο, άλλαξε τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς. Συνολικά, όπως πυκνά εκτίμησε η Χριστίνα Ακριβοπούλου  «ο νόμος αναίρεσε τον μοντέλο της πατριαρχικής οικογένειας» (βλ. πυκνογραμμένο λήμμα της στο Β. Βαμβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος (επιμέλεια) Η Ελλάδα στη δεκαετία του ΄80, Πέρασμα, 2010).  

Τέλος, μέρος της ευρύτερης αλλαγής του θεσμικού πλαισίου  ήταν και ο νόμος 1264/1982 για τον συνδικαλισμό  που σηματοδότησε μια νέα φάση στην οποία η ευρύτερη συμμετοχή (ο εκδημοκρατισμός) συνδέθηκε με διαφορετικό κομματικό έλεγχο των οργανώσεων. Συνολικά αποτιμώντας τα γεγονότα, το 1982 δόθηκε το έναυσμα για μια υπερβολικά επεκτατική (μακρο)οικονομική πολιτική και πολλές θεσμικές αλλαγές που ανταποκρίθηκαν εν πολλοίς σε διάχυτα αιτήματα για εκσυγχρονισμό. Όμως περαιτέρω μέτρα τη δεκαετία που ακολούθησε (ευρείας κλίμακας κρατικοποιήσεις, ψευδοδημοκρατικός προγραμματισμός, «κοινωνικοποίηση» των «κρατικών» επιχειρήσεων, «εποπτικά συμβούλια» σε επιλεγμένους κλάδους  κ.α. ) προκάλεσαν νέες αβεβαιότητες και επέτειναν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.