Συν Αθηνά και χείρα κίνει – μετά την επιδημία.

Εφημερίδα τα νέα, 18.05.2020

Η επιδημία του κορονοϊού βρήκε τη χώρα με  παραγωγική  βάση  ευάλωτη  σε  εξωτερικές διαταραχές. Κατά συνέπεια η ύφεση θα είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με άλλες χώρες.  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μόλις πρόβλεψε ότι το ΑΕΠ θα υποχωρήσει το 2020 σε 9,6% ενώ μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα περίμενε ασθενική μεγέθυνση. Εκεί που η αγορά εργασίας βελτιωνόταν αργά αλλά σταθερά το 2019, με την απότομη καραντίνα της οικονομίας χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας . Η ανεργία το 2020 θα ανέλθει πάλι στο απαράδεκτο 20% και οι επενδύσεις θα καταρρεύσουν.

Πρόκειται αναμφίβολα για μια ψυχρολουσία της ελληνικής κοινωνίας που μόλις φαινόταν να συνέρχεται από την βαθιά κρίση της περασμένης δεκαετίας. Αλλά, τη φορά τούτη η δραματική χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης που θύμισε το 2010-11 δεν προκάλεσε κοινωνική αναταραχή και ακραία πόλωση, ούτε έξαρση του λαϊκισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θεώρησε ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί ήταν σωστοί και, παρά τις γνωστές εξαιρέσεις,  κατανόησε το πρόβλημα. Στην αποδοχή συνέβαλε και ο επαγγελματισμός με τον οποίο ο κυβερνητικός πυρήνας χειρίσθηκε τα προβλήματα.

Καθώς έχει αρχίσει η χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, η δημόσια συζήτηση εστιάζει στην επόμενη μέρα. Αρωγός στην προσπάθεια είναι  η ΕΕ, με την αποδοχή τίτλων ως ενέχυρων από την ΕΚΤ, το πρόγραμμα SURE για τη στήριξη θέσεων εργασίας, ενίσχυση της δανειοδοτικής ικανότητας της ΕΤΕπ  κ.α. Φυσικά, η συζήτηση συνεχίζεται για την ίδρυση ενός επαρκούς Ταμείου Ανάκαμψης που όμως δεν θα καταλήγει σε αύξηση του χρέους των κρατών μελών.

Πράγματι η στήριξη χωρών όπως η Ελλάδα με τρόπο που δεν θα δημιουργεί νέα χρέη φαίνεται ότι πλησιάζει. Μπορεί φερ΄ ειπείν να είναι διαχειρίσιμο ένα χρέος που ανέρχεται σε περίπου 200% του ΑΕΠ της χώρας;  Ο δανεισμός  δεν αρκεί γιατί χειροτερεύει τις αυριανές συνθήκες.

Όμως, η εξωτερική βοήθεια δεν αρκεί και, άλλωστε, ουδέποτε άρκεσε.  Συν Αθηνά και χείρα κίνει λοιπόν. Στην Ελλάδα  πρέπει να επιταχυνθούν  μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν από καιρό και να λυθούν «δομικά» προβλήματα της οικονομίας. Ήδη στους μήνες της κρίσης δρομολογήθηκαν αλλαγές που προλειαίνουν το έδαφος για αυτές όπως η ενίσχυση του ΕΣΥ, οι ψηφιακές αλλαγές στο Δημόσιο και στην παιδεία, η απεμπλοκή εμβληματικών ιδιωτικοποιήσεων, ο νέος περιβαλλοντικός νόμος κ.α.

Ωστόσο η επόμενη μέρα εμπεριέχει κινδύνους ως προς τις μεταρρυθμίσεις. Η πολιτικο-οικονομική ανάλυση τους εντοπίζει στους συνήθεις υπόπτους- μυωπική συμπεριφορά πολιτικών εθισμένων σε πελατειακές διευθετήσεις, συντεχνιακό διεκδικητισμό,  ιδεολογικές ακαμψίες, ευφάνταστους μπαταχτσήδες του επιχειρηματικού κόσμου. Οι δυνάμεις του status quo είναι πράγματι ισχυρές και παρούσες.

Αναμφίβολα, κάθε νέο βήμα που πρέπει να γίνει θέτει ζητήματα ήθους, παιδείας και αντιλήψεων για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των πολιτών.  Έτσι εξηγούνται και οι ηθικές εκκλήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων και του πρωθυπουργού προς τους πολίτες να δείξουν υψηλό αίσθημα ευθύνης και έμπρακτη αλληλεγγύη, να αναλογισθούν τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους σε τρίτους, να μη συμπεριφέρονται ως λαθρεπιβάτες (free rider) να μη παραβιάζουν  τους κανόνες που υποδεικνύει η επιστήμη. Την ίδια ρητορική υιοθέτησε ο Γιώργος Παπανδρέου, όταν   το 2011 διεκτραγωδούσε τη διαστροφή των εννοιών και ηθικών επιταγών: «Φθάσαμε πολλές φορές να ονομάζουμε ‘δικαιοσύνη’ τη σκανδαλώδη εύνοια. Κεκτημένα τα προνόμια λίγων  και των συντεχνιών […] Υγιή επιχείρηση, το κυνήγι του εύκολου πλουτισμού…» (ομιλία 2 Μαρτίου 2010). Ήταν φωνή βοώντος εν τη κομματική ερήμω.

Ελπίζω ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Και μέχρι στιγμής είναι.

Advertisement

Μεταβαλλόμενη ταυτότητα και κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Books’ Journal, 2019

Για το βιβλίο του  Γιώργου Σιακαντάρη Το Πρωτείο της Δημοκρατίας- η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019.

Το βιβλίο του Γιώργου Σιακαντάρη Το Πρωτείο της Δημοκρατίας- η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία δημοσιεύεται σε μια δύσκολη εποχή για την (ευρωπαϊκή) σοσιαλδημοκρατία (και, γενικά για την πολιτική). Δεν είναι μια ακόμα ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά μάλλον ένας προσωπικός αναστοχασμός σε ζητήματα θεωρίας και πολιτικής  που την απασχόλησαν. Ο σ.  πιστεύει ότι οι ιδέες μετρούν. Διαπιστώνει, επίσης, ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε κρίση και προβλέπει, έμμεσα, σκοτεινό το μέλλον της αν δεν ανανεωθεί.

Η σοσιαλδημοκρατία δεν εδραιώθηκε στην Ευρώπη ως ένα κλειστό και άκαμπτο σύστημα. Εξαρχής σημαδεύθηκε από εσωτερικές εντάσεις  που κρατούν ως τις μέρες μας. Ο εσωτερικός κριτικός λόγος είναι εντυπωσιακός. Ορισμένοι εμβληματικοί εκπρόσωποί της τόνιζαν περισσότερο τις δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ άλλοι, στην αρχή ιδίως και περίπου ως τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ΠΠ, το σοσιαλιστικό στόχο σε διάφορες εκδοχές του. Διαφορές υπήρχαν και για τις σχέσεις με τη μαρξιστική θεωρία και για την αξιολόγηση του συγκεντρωτικού μοντέλου που επικράτησε στην ΕΣΣΔ. Οι σχετικές αντιπαραθέσεις δεν εκτυλίσσονταν μόνο σε ένα στενό κύκλο διανοουμένων, αλλά διαπερνούσαν τους κομματικούς μηχανισμούς και έδειχναν δρόμους στην πολιτική.

Αναμφίβολα, η σοσιαλδημοκρατία ήταν μια από τις μεγάλες και ελκυστικότερες  ιδέες της νεότερης ιστορίας.

Είναι αδύνατο να αποδώσουμε εδώ την tour d’ horizon του Γιώργου Σιακαντάρη στον κόσμο της – τις διαφορετικές πολιτικούς δρόμους της στις χώρες που άνθισε (Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία, Ενωμένο Βασίλειο, Ιταλία), τις εμβληματικές προσωπικότητες του πνεύματος και της πολιτικής που καθόρισαν τον χαρακτήρα της, τις φιλοσοφικές πηγές της, τα σημερινά της προβλήματα και τις αναζητήσεις λύσεων.  Αυτά όλα τα εκθέτει ο Γ.Σ. στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» που απευθύνεται στους μυημένους. Περιορίζομαι στη συνέχεια να εξετάσω επιλεγμένες απόψεις για τον ρόλο του διαφωτισμού ως φιλοσοφικής πηγής της, τη μεγάλη αναθεωρητική συζήτηση που τη διαχώρισε από το κομμουνιστικό κίνημα και την ριζοσπαστική αριστερά, τις μεταγενέστερες αναζητήσεις στίγματος σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο και τις αιτίες της σοσιαλδημοκρατικής κρίσης (που όμως είναι και κρίση της πολιτικής εν γένει).

Βέβαια αυτά και πολλά άλλα είναι ξένα στην ελληνική συζήτηση που κινήθηκε σε ένα ιδιαίτερο πολιτικό κλίμα. Εδώ επικράτησε στην «αριστερά»  μετά τον πόλεμο η κομμουνιστική και σταλινική εκδοχή της. Οι έλληνες διανοούμενοι της αριστεράς είχαν μαγευτεί από το κομμουνιστικό μοντέλο. Υπήρξαν βέβαια και μεγάλες εξαιρέσεις  και μία από αυτές ήταν ο Νίκος Πουλαντζάς. Πάντως, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές κινήσεις είχαν μάλλον τον χαρακτήρα περιθωριακών λεσχών ή ήταν ψευδεπίγραφες (όπως το θνησιγενές σοσιαλιστικό κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου!) και, οπωσδήποτε, δεν είχαν σοβαρές προσβάσεις σε συνδικάτα και εργατική τάξη.

Αργότερα, στη μεταπολίτευση, ο πολιτικός ανταγωνισμός στους χώρους αυτούς ήταν μεταξύ ενός ΠΑΣΟΚ (του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος) που κατήγγειλε τους συμβιβασμούς της σοσιαλδημοκρατίας (και του ευρωκομμουνισμού) με πρωταγωνιστή τον Ανδρέα Παπανδρέου[1] και ενός δογματικού ΚΚΕ που έδωσε και κέρδισε μεν τη μάχη για τη «σφραγίδα» εναντίον των «αναθεωρητών» του ΚΚΕ Εσωτερικού, αλλά καθηλώθηκε σε χαμηλά εκλογικά ποσοστά. Το ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε τη σοσιαλδημοκρατία σε ανάθεμα. Το ίδιο ήταν ένα λαϊκιστικό κόμμα με έντονα τριτοκοσμικά χαρακτηριτικά και όχι σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δυτικοευρωπαϊκού τύπου.

Πρόσφατα βέβαια η ιδέα της σοσιαλδημοκρατίας φάνηκε να ανακάμπτει στην Ελλάδα. Οι σχετικές αναφορές είναι είτε ρητές, όπως στο βιβλίο του Γ.Σ. και μερικών ακόμα διανοουμένων,[2]  είτε έμμεσες και ντροπαλές με τη βοήθεια όρων όπως «προοδευτική συμμαχία» ή «δημοκρατική συμπαράταξη» και με την επιδίωξη αντίστοιχων φορέων να είναι μέλη της ευρύτερης οικογένειας της σοσιαλδημοκρατίας στην ΕΕ. Προς τα εκεί συγκλίνει ρητορικά και ο ΣΥΡΙΖΑ (ή τμήματά του) από την ώρα που εγκατέλειψε τον αριστερό ριζοσπαστισμό του. Βρίσκεται όμως σε σύγχυση και παραμένει εκτός της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας για πολλούς λόγους: Απέκτησε ιδίως την περίοδο της ελληνικής κρίσης έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, διολίσθησε σε πρακτικές ανελευθερίας (με τις γνωστές απόπειρες ελέγχου των ΜΜΕ, της Δικαιοσύνης της ΤτΕ κλπ) σε συνδυασμό με την χωρίς αιδώ προσφυγή σε παλαιοκομματικές πρακτικές, υιοθέτησε ξεπερασμένες αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους παρόλο που υπέγραψε τρία προγράμματα προσαρμογής («μνημόνια»), ενώ δεν κρύβει τριτοκοσμικές συμπάθειες και διασυνδέσεις (π.χ. με την ηγεσία της Βενεζουέλας). Η ηγετική ομάδας και η αυλή της δεν είναι αξιόπιστος εταίρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη, ούτε μάλιστα της ριζοσπαστικής αριστεράς!

Όταν λοιπόν στη συνέχεια  μιλάμε για τη σοσιαλδημοκρατία μιλάμε περί ευρωπαϊκών πραγμάτων, όχι ελληνικών. Και εκεί θα μείνουμε στη συνέχεια.

  1. Ο διαφωτισμός ως φιλοσοφική πηγή.

Ο Γ.Σ. αφιερώνει ένα κεφάλαιο στις φιλοσοφικές πηγές της σοσιαλδημοκρατίας. Ξεχωρίζω εδώ την κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερη – τον διαφωτισμό.[3] Αφετηρία είναι η διαπίστωσή του ότι είναι αδύνατο να κατανοηθεί η σοσιαλδημοκρατία  αν δεν αποσαφηνισθούν οι σχέσεις της με τον διαφωτισμό.

Ο σ. είναι σαφής: Όχι όλη η αριστερά, αλλά η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί απότοκο του διαφωτισμού. Και υπενθυμίζει ότι ο διαφωτισμός ανέδειξε τη λογική (και την εμπειρία) ως αποτελεσματικά όπλα κατά της άγνοιας και των προκαταλήψεων, αμφισβήτησε το ρόλο της αυθεντίας.  Ο σ. απορρίπτει την υπόθεση άλλων ότι ο διαφωτισμός  οδήγησε απευθείας στον ολοκληρωτισμό! Ορθώς υποστηρίζει ότι ο διαφωτισμός ενέπνευσε και θεμελίωσε θεωρητικά προσπάθειες για την ελευθεροτυπία, την παιδεία για όλους, την ανεκτικότητα απέναντι στις μειονότητες, την ελάφρυνση των ποινών κλπ. Οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού έδωσαν αγώνα κατά του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.

Η σοσιαλδημοκρατία, γράφει ο Γ.Σ. είναι ένα ζωντανό πολιτικό παράδειγμα του διαφωτισμού.[4] Αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι το μόνο. Ο φιλελευθερισμός και  ο ρεπουμπλικανισμός  επίσης αντλούν  από τον διαφωτισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον εθνικισμό του 19ου αιώνα που συνυφάνθηκε με τον φιλελευθερισμό. Ούτε η συντήρηση έμεινε τελικά αν και ετεροχρονισμένα ανεπηρέαστη από τον διαφωτισμό (και τα ιστορικά παθήματα), όπως μπορεί κανείς εύκολα να δείξει με παράδειγμα τη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία. Όλα αυτά τα ρεύματα αλληλοτροφοδοτήθηκαν, διατηρώντας πάντως μια σχετική αυτοτέλεια. Η κοινή πηγή και οι αλληλεπιδράσεις εξηγούν τη σημερινή ευρεία συναίνεση των δυνάμεων αυτών για το πρωτείο της φιλελεύθερης Δημοκρατίας (όχι απλά της Δημοκρατίας) και την κοινή απόρριψη του αριστερού ριζοσπαστισμού και του ακροδεξιού λαϊκισμού.

  1. Ρεβιζιονισμός έναντι μπολσεβικισμού και αριστερού ριζοσπαστισμού.

Όμως, την ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας χαρακτηρίζουν ίσως εντονότερα από άλλα ρεύματα σκέψης και πολιτικής  βασανιστικές θεωρητικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που είχαν ως αφετηρία κοσμογονικές αλλαγές σε οικονομία και πολιτική.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τυπικές ήταν οι διαφορετικές αντιλήψεις που μπορούν να συνοψισθούν στον όρο «διένεξη για τον αναθεωρητισμό» (Revisionismusstreit). Ένα θέμα της ήταν η αποσαφήνιση της ιδέας της σοσιαλδημοκρατίας (της κατεύθυνσης που έπρεπε να ακολουθήσει ) και, κατά προέκταση, η οριοθέτησή της έναντι άλλων ρευμάτων σκέψης και πολιτικής που αναδύθηκαν στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς  και κυρίως έναντι του μπολσεβικισμού, που αντλούσε από το 1917 από τις αντιλήψεις του Λένιν και τις (αρχικές) θέσεις του Τρότσκι, αλλά και έναντι του ριζοσπαστισμού που εκπροσωπούσε η Ρίζα Λούξεμπουργκ.

Ο μπολσεβικισμός εδραιώθηκε τελικά και επικράτησε με πραξικόπημα στην ημιφεουδαρχική τσαρική Ρωσία, όπου ο βιομηχανικός τομέας ήταν μικρός και η συντριπτική πλειοψηφία αμόρφωτες αγροτικές μάζες.

Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατία εξελίχθηκε στο περιβάλλον του εξελισσόμενου καπιταλισμού και των συνθηκών δημοκρατίας που βαθμιαία επιβάλλονταν ιδίως προς το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός), όπως αποκλήθηκε η αμφισβήτηση βασικών στοιχείων του μαρξισμού, επικράτησε. Ο αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός) επεξεργαζόταν θεωρητικά και  πρότεινε λύσεις σε πρακτικά προβλήματα σε αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες που υπήρχαν εργατικά συνδικάτα, ελεύθερες εκλογές για το κοινοβούλιο, νόμιμα κόμματα, δυνατότητα ανάπτυξης συνεταιρισμών. Στην αρχή δεν εγκατέλειψε τη σοσιαλιστική προοπτική. Οι αναθεωρητές πίστευαν ότι μέσα από αυτούς τους θεσμούς όχι μόνο θα εκπαιδευόταν η εργατική τάξη και θα βελτιώνονταν οι συνθήκες εργασίας και ζωής αλλά και θα άνοιγε ο δρόμος για το βαθμιαίο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Υποστήριζαν τη μόρφωση των εργαζομένων ώστε να κατανοήσουν τον ιστορικό τους ρόλο και τη συνδικαλιστική δράση ως ενεργό αλληλεγγύη. Επομένως, η  σοσιαλδημοκρατία ήταν μια απάντηση στο ερώτημα πως θα γίνει η μετάβαση στον σοσιαλισμό  σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες με κοινοβουλευτικούς θεσμούς! Και, πράγματι προς τα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκαν μαζικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδέθηκαν με ισχυρά εργατικά συνδικάτα σε Αγγλία,  Γερμανία, Γαλλία (λιγότερο) κ.α. [5] Τελικά ο αναθεωρητισμός καθόρισε τον χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας. Προβεβλημένος εκπρόσωπός του στη Γερμανία ήταν ο Eduard Bernstein, στη Γαλλία ο Jean Jaures και στην Ιταλία ο Carlo Rosselli με τις ιδέες για ένα φιλελεύθερο σοσιαλισμό.[6]

Η διένεξη εκείνη οδήγησε τελικά σε μια διαφορετική θεώρηση του μαρξισμού, που παρέμεινε πάντως για μεγάλο χρονικό διάστημα βασικό στοιχείο του ιδεολογικού εξοπλισμού της σοσιαλδημοκρατίας. Συνοψίσθηκε στην πυκνή διατύπωση του Bernstein: «για μένα αυτό που ονομάζει κανείς τελικό σκοπό του σοσιαλισμού είναι τίποτα. Η κίνηση είναι το παν».

Στο πλαίσιο της διένεξης μεταξύ  (κομμουνιστών) και σοσιαλδημοκρατών γίνεται κατανοητή η άποψη του Γ.Σ. ότι το πρωτείο της Δημοκρατίας είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σοσιαλδημοκρατία η οποία σε αυτό κατέληξε μέσα από διαδοχικές θεωρητικές και προγραμματικές επεξεργασίες. «Η δημοκρατία είναι η εγκάρσια γραμμή που διασχίζει όλες τις αξίες και αρχές της σοσιαλδημοκρατίας».[7]

Πρέπει όμως να τονίσω, ότι η έμφαση στο «πρωτείο της δημοκρατίας»  διαχωρίζει μεν τη σοσιαλδημοκρατία από πάσης φύσης ολοκληρωτισμούς, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει δρόμους για συνεννοήσεις και συνεργασίες με φιλελεύθερους ακόμα και συντηρητικούς χώρους.  Κάνοντας ένα άλμα στην εποχή μας, σημειώνω ότι ήταν ο αστικός κόσμος κυρίως που αμέσως μετά τον πόλεμο έδωσε την ιδεολογική και πολιτική μάχη κατά των κομμουνιστικών κομμάτων που εμπνέονταν από τον σταλινισμό. Και σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία, μαζί με την Χριστιανοδημοκρατία, τους φιλελεύθερους και άλλες μικρότερες πολιτικές ομάδες, συγκροτούν ένα συστημικό μπλοκ που, παρά τα κουσούρια του, αντιστέκεται στην άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη-μέλη της.  Συγκλίσεις υπήρξαν και γύρω από ένα πυρήνα αξιών. Σε αυτές (και στην ανάπτυξη που ακολούθησε) οφείλεται η σταθερότητα της μεταπολεμικής Ευρώπης και οι ενοποιητικές διαδικασίες της.  Ας σημειωθεί ότι ο όρος «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που πρωτοπαρουσίασε η Χριστιανοδημοκρατία, πέρασε και στη Συνθήκη της Λισαβόνας με τη συμφωνία των φιλελευθέρων και των σοσιαλδημοκρατών.[8]

Όμως, τα προηγούμενα δεν αναιρούν τις ιδιαίτερες ταυτότητες των ιδεολογικών ρευμάτων που  προκύπτουν σε ένα γενικό επίπεδο από τη διαφορετική στάθμιση των αξιών που παντρεύουν, φερ΄ ειπείν της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας των ευκαιριών, των ανοιχτών αγορών και της ρύθμισής τους όπως φαίνεται καθαρά  σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος. Οι συμβιβασμοί αναζητούνται τότε λιγότερο σε επίπεδο αρχών και περισσότερο στη συγκεκριμένη πολιτική πράξη, όπου σταθμίζονται οφέλη και κόστη – όταν η διαδικασία κινείται ορθολογικά.

Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η σοσιαλιστική στόχευση, αντικαταστάθηκε βαθμιαία από τα σοσιαλδημοκρατικά μοντέλα κοινωνικού κράτους (Σουηδία, Ενωμένο Βασίλειο) που ανταγωνίζονταν, σύμφωνα με  την κατηγοριοποίηση του  Esping-Andersen τα «συντηρητικά» μοντέλα κοινωνικού κράτους («κοινωνικής οικονομίας της αγοράς») και τα φιλελεύθερα του αγγλοσαξωνικού χώρου. Τις διαφορές αναλύει ο Γ.Σ. [9]

  1. Ο τρίτος δρόμος.

Ο Γ.Σ.  αναγνωρίζει ότι σήμερα η σοσιαλδημοκρατία «οφείλει να καταθέσει νέες προτάσεις πολιτικής» λαβαίνοντας υπόψη τις τεκτονικές αλλαγές που έχουν στο μεταξύ συμβεί – την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης, τη συνυφασμένη με αυτή δύναμη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την αλλαγή στα συστήματα παραγωγής μέσω των νέων τεχνολογιών και του ανταγωνισμού κλπ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ακριβώς επιχείρησε ο λεγόμενος «τρίτος δρόμος» και επιχειρούν σήμερα σοσιαλδημοκρατικοί φορείς προτάσσοντας έννοιες όπως προοδευτική πολιτική και «καλή κοινωνία».[10] Επιχειρούν δηλαδή να προσαρμόσουν την σοσιαλδημοκρατική θεωρία και πολιτική στις νέες συνθήκες.

Ειδικά ο τρίτος δρόμος ήταν μια από τις πιθανές απαντήσεις στο ίδιο πρόβλημα, το οποίο  ειρήσθω εν παρόδω αντιμετωπίζουν και οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι. Σε γενικές γραμμές ο τρίτος δρόμος  αποκρυσταλλώθηκε στις θεωρητικές  επεξεργασίες του Antony Giddens [11]και μετουσιώθηκε σε συγκεκριμένη πολιτική στο Ενωμένο Βασίλειο από τους εργατικούς του Tony Blair και στη Γερμανία από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υπό τον Gerhard Schröder με την ετικέτα «νέο κέντρο».  Υπενθυμίζω ότι αφετηρία του τρίτου δρόμου  ήταν η παραδοχή ότι η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία είχε ξεπερασθεί από τις παγκόσμιες εξελίξεις- τις ανοιχτές αγορές, την τεχνολογία, τα μέσα επικοινωνίας, τις πολυεθνικές εταιρείες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πολιτική του τρίτου δρόμου συνολικά ευνόησε ή έστω δεν απέτρεψε εξοργιστικές στρεβλώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, που εξελίχθηκε σε ένα «καπιταλισμό των μυημένων» στα χρηματοπιστωτικά.

Ο Γ.Σ. δεν παραβλέπει  φυσικά τον τρίτο δρόμο, αλλά  τελικά δεν του αποδίδει τη σημασία που νομίζω ότι είχε τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο. Οι  αναφορές του σε αυτόν δεν αρκούν για να αναδείξουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που ανέδειξε και εξακολουθούν να απασχολούν τη σοσιαλδημοκρατία (και τις σημερινές κοινωνίες).

  1. Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Γ.Σ. μοιράζεται την ίδια θέση με πολλούς άλλους αναλυτές ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι σε κρίση. Πράγματι, η εκλογική της δύναμη μειώθηκε ακόμα και στη Γερμανία. Σε άλλες χώρες, μπορεί να συγκράτησε τις δυνάμεις της, αλλά δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμα κυβέρνηση.

Πως εξηγείται αυτή η κρίση;

Οι απαντήσεις που δίνονται διαφέρουν. Πολλοί αποδίδουν την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας στις αυξανόμενες ανισότητες – εισοδηματικές και προοπτικών ανέλιξης.  Οι ανισότητες υπονόμευσαν κατά την άποψη αυτή την  εμπιστοσύνη στη σοσιαλδημοκρατία που (συν)κυβερνούσε ότι ήταν σε θέση να ικανοποιήσει προσδοκίες που πάντοτε τη συνόδευαν για μια δικαιότερη κοινωνία.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι η σοσιαλδημοκρατία υποτίμησε τις ανισότητες φύλου, φυλής, εθνότητας, μειονοτήτων,  και σεξουαλικότητας, δηλαδή στην ουσία τα ιδιαίτερα προβλήματα ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Την άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζεται και ο σ. όταν  υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να ερμηνεύσει τα νέα κοινωνικά φαινόμενα  όπως είναι η ανασύνθεση των ταξικών και επαγγελματικών ταυτοτήτων, είναι ανίκανη να προωθήσει πολιτικές προάσπισης του γενικού καλού, όπως αυτό προβάλλεται στις νέες συνθήκες, τις οποίες δεν κατανοεί,   δείχνει αδιάφορη απέναντι στις προκλήσεις της κοινωνίας της γνώσης, αναδιπλώνεται σε ξεπερασμένες συνταγές! [12]

Η ανάλυση αυτή κατά τη γνώμη μου  δεν αποδίδει την πρέπουσα σημασία στα συγκεκριμένα διλήμματα της σοσιαλδημοκρατίας:  Πως να συνταιριάξει τις  προσδοκίες της βιομηχανικής εργασίας (κυρίως) που ήταν και η κοινωνική βάση της, με νέα, ας πούμε ταυτοτικά κινήματα; Στρεφόμενη προς τα τελευταία κινδυνεύει να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο από τη βιομηχανική της βάση.  Στρεφόμενη προς τη βιομηχανική εργασία  που συρρικνώνεται περιορίζει την εκλογική της βάση.

Σπεύδω να προσθέσω ότι παρόμοια διλήμματα απασχολούν και τους των σύγχρονους συντηρητικούς: Αυτοί κινδυνεύουν επίσης να χάσουν τη στήριξη, ας πούμε, του αστικού κορμού τους – των νοικοκυραίων – αναθεωρώντας παραδοσιακές αντιλήψεις για την οικογένεια, το έθνος, το φύλλο, τις εθνοτικές μειονότητες  ή στρεφόμενοι απότομα στα δυναμικά και καινοτόμα τμήματα της κοινωνίας δίνοντας ταυτόχρονα την εντύπωση ότι εγκαταλείπουν  τα άλλα που διατηρούν τις παραδόσεις τους ή και επιζητούν την κρατική προστασία μπροστά στις δραματικές αλλαγές που τα απειλούν. Οι φιλελεύθεροι, βέβαια, δεν έχουν τέτοια προβλήματα και για αυτό έχουν πιο περιορισμένη επιρροή.

Κλείνοντας επαναλαμβάνω ότι το βιβλίο του Γ.Σ είναι μια φρέσκη κριτική αναδρομή σε φιλοσοφικές πηγές, ιδέες και  πολιτική πράξη της σοσιαλδημοκρατίας. Μας υπενθυμίζει μια ιστορία με πλούσια ερεθίσματα και μας αναγκάζει να σκεφτόμαστε με άλλους όρους τις τρέχουσες θεωρητικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ευρώπη, να βλέπουμε δηλαδή τη μεγάλη εικόνα και να μη χανόμαστε στον τακτικισμό της καθημερινής πολιτικής. Τέλος το βιβλίο δείχνει με τον τρόπο του πόσο ρηχή είναι η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα για το περιεχόμενο της «προοδευτικότητας».

—————– // —————

[1] Βλ. Ανδρέας Παπανδρέου Μετάβαση στον σοσιαλισμό. Προβλήματα και στρατηγική για το ελληνικό κίνημα, εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα 1977.

[2] Από τις πρόσφατες παρεμβάσεις για το θέμα ξεχωρίζω το βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη  Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017. Βλ. επίσης την παλαιότερη δημοσίευση  Ανδρέας Πανταζόπουλος Ο μαρασμός της σοσιαλδημοκρατίας, εκδόσεις το Πέρασμα, Αθήνα 2009. Ουσιαστικά την ίδια προβληματική αναπτύσσει ο Γιάννης  Μπαλαμπανίδης  Ευρωκομμουνισμός, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016. Ειδικά το ιταλικό ΚΚ βρέθηκε σε μια επίπονη διαδικασία μετασχηματισμού του σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Σε ανύποπτο για τα ελληνικά πράγματα χρόνο συζήτησαν το ειδικό ζήτημα της σχέσης φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας ο Δημήτρης Σκάλκος και ο Τάκης Μίχας στο Φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Ελάτη, Αθήνα 2005.

[3] Βλ. Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Αλεξένδρεια, Αθήνα 2019, σελ. 37 και μετά.

[4] Όπως πριν, σελ. 44.

[5] Βλ. Όπως πριν, σελ. 77- 163.

[6] Όπως πριν, 110 και μετά.

[7] Όπως πριν, σελ. 15.

[8] Βλ. Πάνος Καζάκος  Έτοιμη για το μέλλον; Η Ευρώπη μετά την αναθεώρηση των Συνθηκών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2008, σελ. 47-48. Οι σοσιαλδημοκράτες προτιμούσαν πάντως νωρίτερα τον όρο «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση» την οποία δεν θεωρούσαν συνώνυμο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς».

[9] Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, όπως αλλού,  κεφάλαιο 6, σελ. 243-265.

[10] Βλ. ενδεικτικά Making progressive policies work. A handbook of ideas. Policy Network, London 2014.

[11] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Antony Giddens Ο τρίτος δρόμος , μετάφραση Ανδρέα Τάκη και Κατερίνας Γεωργοπούλου, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 1998.

[12] Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, όπως αλλού, σελ. 19-22.

Γιατί η  ΝΔ άντεξε στην κρίση; 

Δημοσιεύθηκε στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 07.07.2019

Πάνος Καζάκος και Πάνος Κολιαστάσης (*)

Από το 2012 (δεύτερες εκλογές του Ιουνίου) γνωρίζουμε ότι η ΝΔ άντεξε και στο μεταξύ ανέκαμψε εκλογικά. Οι επόμενες εκλογές επιβεβαίωσαν τη ΝΔ ως ανθεκτικό πόλο του πολιτικού μας συστήματος. Σήμερα ιδίως μετά τις Ευρωεκλογές για το  διεκδικεί με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας την αυτοδυναμία στη Βουλή.

Το ερώτημα που θέτουμε δεν είναι τι ακριβώς αναμένουμε να κάνει ως κυβέρνηση, αλλά γιατί η ΝΔ άντεξε διαχρονικά παρά την πίεση του λαϊκισμού και το γεγονός ότι ήταν συνυπεύθυνη για την ελεγχόμενη χρεοκοπία του 2009-10 και την κρίση στην οποία περιήλθε η χώρα.

Πολλές απαντήσεις παραπέμπουν στην απογοήτευση από τη συγκεκριμένη αριστερά  που μας κυβέρνησε, την απαξίωση του πολιτικού της λόγου, τα  salti in banco  του ΣΥΡΙΖΑ με αποκορύφωμα φυσικά το τρίτο μνημόνιο του 2015 αφού είχε ζητήσει από τον λαό να απορρίψει το προηγούμενο που ήταν συνολικά ηπιότερο και την  αναπόφευκτη πολιτική φθορά μετά από 4 χρόνια διακυβέρνησης ουσιαστικά χωρίς αναπτυξιακή πυξίδα. Αλλά, όλες αυτές δεν εξηγούν γιατί ήταν τελικά η ΝΔ που ωφελήθηκε και όχι το ΠΑΣΟΚ (τώρα ΚΙΝΑΛ) , που μαζί κράτησαν τη χώρα στην ΕΕ (και Ευρωζώνη) το 2012-2014, μείωσαν δραματικά τα δημοσιονομικά ελλείμματα  και επανάφεραν  την οικονομία μας σε τροχιά ανάπτυξης.

Σίγουρα κάθε γενίκευση είναι συζητήσιμη. Όμως νομίζουμε ότι ρόλο στην ανάκαμψη της ΝΔ έπαιξαν η προγραμματική της ανανέωσή με το κατά βάση φιλελεύθερο άνοιγμα που ανταποκρίθηκε στις ανάγκες κοινωνικών ομάδων εκτός της παραδοσιακής δεξιάς και η αλλαγή ηγεσίας με την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η προγραμματική ανανέωση ανταποκρίθηκε στην επιθυμία πολλών (ιδίως των μεσαίων στρωμάτων) για προβλέψιμη  και σταθερή οικονομική πολιτική.  Ταυτόχρονα έφερε ένα καθαρότερο μήνυμα με έμφαση στη μείωση των φόρων, την εσωτερική ασφάλεια, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την άνοδο μέσω καλής παιδείας και τις επενδύσεις. Τέλος, δεν περιφρόνησε τους ιστορικούς μύθους του έθνους (χωρίς τους οποίους κανένα έθνος δεν έχει συνοχή). Ίσως εδώ έχουμε την καλύτερη εξήγηση για την ανάκαμψη της κεντροδεξιάς στην Ελλάδα.

Βέβαια, δεν έχουν όλοι τις ίδιες προσδοκίες. Η ΝΔ κατάφερε να συγκεράσει τις ανησυχίες εκείνων που είναι εκτεθειμένοι σε δραματικές οικονομικές αλλαγές, ή είναι λιγότερο προετοιμασμένοι για αυτές, υπέφεραν ήδη στην κρίση μαζί με τις οικογένειες και τα παιδιά τους  και επιζητούν την προστασία του κράτους μέσω των ιστορικών πελατειακών δικτύων, με τις προσδοκίες νέων κοινωνικών ομάδων που θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους χωρίς αδικαιολόγητα εμπόδια, με στοιχειώδη ασφάλεια και ανταπόδοση των φόρων με καλές κρατικές υπηρεσίες.

Ίσως η προγραμματική της ΝΔ  ευνοεί περισσότερο νέα δυναμικά στρώματα της κοινωνίας που έχουν επαφή με τις νέες τεχνολογίες και αξιοποιούν τη γνώση. Αλλά δεν τρόμαξε τα άλλα. Είναι άθλος το ότι κατάφερε να αποφύγει μέχρι σήμερα  τις παγίδες των αντιφατικών προσδοκιών. Αυτές πάντως παραμονεύουν και θα φανούν στην πράξη όταν γενικές κατευθύνσεις και μηνύματα θα πρέπει να μεταφρασθούν σε συγκεκριμένη πολιτική.

Από άλλη σκοπιά, η πολιτική στρατηγική της ΝΔ ήταν πραγματιστική. Επέμεινε σε συγκεκριμένες ρεαλιστικές λύσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ύφος και το ήθος της πολιτικής άλλαξε. Και αυτό θα την ωφελήσει μετά τις εκλογές γιατί δεν θα χρειάζεται  να ισορροπεί κάθε φορά πάνω από το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοίγεται μεταξύ μεγάλων ψευδαισθήσεων και πραγματικών δυνατοτήτων με την κοινωνία να την παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα.

Τέλος, η ΝΔ ωφελήθηκε από ένα  ας πούμε ιστορικό μπόνους: Αναγνωρίσθηκε  ως ο κύριος εκφραστής της επιθυμίας του μέσου Έλληνα να μην αποκοπεί από την Ευρώπη.   Οι έρευνες γνώμης δείχνουν ότι οι πολίτες  προτιμούν ακόμα το ευρώ από τη δραχμή. Το ευρωπαϊκό “bonus” της ΝΔ αδικεί βέβαια το ΠΑΣΟΚ που όντως συνέβαλε τα χρόνια της κρίσης στη διάσωση της θέσης της χώρας στο ευρωπαϊκό σύστημα. Ίσως γιατί η συνεισφορά αυτή επισκιάσθηκε από την αρχική ευρωσκεπτικιστική ιδεολογική κληρονομιά του.

(*) Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London και μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αυξήσεις χωρίς μέλλον;

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, 1.2.2019

Η κυβέρνηση αποφάσισε να επισπεύσει την εφαρμογή των διαδικασιών για  την αύξηση του κατώτατου μισθού την οποία η ίδια είχε καθυστερήσει. Τυπικά όμως διατήρησε τη διαδικασία για τον προσδιορισμό του όπως ίσχυε με τον νόμο 4172/2013. Ο νόμος εκείνος είχε ορίσει ότι οποιασδήποτε υπουργικής απόφασης θα έπρεπε προηγηθεί διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, κατάθεση γνώμης από ανεξάρτητους φορείς και να ληφθούν υπόψη η κατάσταση της οικονομίας, οι προοπτικές ανάπτυξης, η πορεία της παραγωγικότητας, η ανεργία κ.α.

Οι αποφάσεις  που ανακοινώθηκαν επίσημα στις 19 Φεβρουαρίου 2019 μετέτρεψαν τη διαδικασία διαβούλευσης σε τελετουργία χωρίς νόημα γιατί οι «κοινωνικοί  εταίροι» (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ) δεν συμφώνησαν. Οι αποφάσεις συνοψίζονται ως εξής (βλ. λεπτομέρειες στην εφημερίδα τα Νέα 29.1.2019 κ.α.): Αύξηση του κατώτατου μισθού στον οποίο προστίθενται  τα επιδόματα τριετιών. Οι αυξήσεις αυτές παρασύρουν περαιτέρω επιδόματα (γάμου κλπ) που υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό, ενώ επιβαρύνουν τους αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες μέσω των ασφαλιστικών εισφορών τους.  Για τις επιχειρήσεις οι δαπάνες εξαιτίας του νέου κατώτατου μισθού θα είναι μεγαλύτερες γιατί ανεβαίνει και το ύψος των εργοδοτικών εισφορών. Επίσης με την ίδια απόφαση καταργείται ο υποκατώτατος μισθός για νέους του νόμου 4093/2012, που θα δουν ως εκ τούτου  μεγαλύτερες αυξήσεις.

Τα άμεσα οφέλη για πολλούς εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι προφανή. Θα δουν άμεσα σημαντική αύξηση των εισοδημάτων τους. Γεγονός είναι ότι η στήριξη των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων είναι αναγκαία.  Αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να εξετάσουμε  τις μεσο- ή μακροχρόνιες επιπτώσεις. Υπάρχει κίνδυνος τα οφέλη να εξανεμισθούν; Μπορούσε ο ίδιος στόχος να επιτευχθεί με άλλα μέσα ή να ενταχθεί σε μια φιλόδοξη στρατηγική ανάπτυξης;

Κατά τη γνώμη μου η κυβέρνηση, πρώτον, δεν εκτιμά σωστά πως λειτουργεί η πραγματική οικονομία. Η τελευταία μπορεί να λάβει αποφάσεις που εξουδετερώνουν το συνολικό όφελος για τους εργαζόμενους.  Για να ανταπεξέλθουν στις νέες επιβαρύνσεις οι μικρές ιδίως επιχειρήσεις,  που βρίσκονται ήδη σε οριακή κατάσταση και επιβιώνουν δύσκολα λόγω της γενικότερης κατάστασης και των φορολογικών βαρών, θα αναζητήσουν τρόπους διαφυγής, π.χ. αποφεύγοντας νέες προσλήψεις, περιορίζοντας την απασχόληση, επεκτείνοντας τη μερική και εκ περιτροπής απασχόληση ή καταφεύγοντας στην αδήλωτη («μαύρη») εργασία.  Ο κίνδυνος είναι λοιπόν να αυξηθεί η ανεργία και να χειροτερεύσουν οι συνθήκες εργασίας.

Δεύτερον, δεν εξετάσθηκαν σοβαρά εναλλακτικές δυνατότητες για τη βελτίωση των εισοδημάτων των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα π.χ. η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και των φορολογικών συντελεστών που θα αύξαινε το καθαρό εισόδημα χωρίς να προκαλεί προβλήματα επιβίωσης σε πολλές επιχειρήσεις.  Τέλος, επαναλαμβάνεται η προτίμηση φαινομενικά κοινωνικών μέτρων έναντι της οικονομικής λογικής, όπως είχε συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Π.χ. αποσυνδέει αυξήσεις μισθών από την παραγωγικότητα. Αυτό υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ήδη χαμηλή εμπιστοσύνη στην ελληνική πολιτική και, επομένως, εξασθενίζει τις προοπτικές ανάπτυξης.

Η  απόφαση της κυβέρνησης (μαζί με άλλες) ήταν μάλλον προϊόν εκλογικών-πολιτικών εκτιμήσεων παρά σαφούς και τεκμηριωμένη ανάλυσης των πιθανών επιπτώσεών της στην απασχόληση των νέων, στο επίπεδο της ανεργίας και στις αντοχές της οικονομίας. Περιορίζει την ευελιξία των επιχειρήσεων. Εκ των πραγμάτων δίνει συνέχεια σε μια πολιτική που χειροτερεύει τις συνθήκες λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα και στερεώνει ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ρύθμισης όπου το κράτος έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο και απειλεί ουσιαστικά την ήδη ασθενική ανάκαμψη της οικονομίας.

Η κρίση στη διεθνή οικονομία – Η αποσύνδεση του δολλαρίου από τον χρυσό και η μετεξέλιξη του συστήματος του Bretton Woods

Δημοσιεύθηκε στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ , 21.01.2019

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι νικήτριες δυνάμεις απέφυγαν τα καταστροφικά λάθη της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που αποδιάρθρωσε την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οικοδόμησαν ένα σύστημα πολυμερούς οικονομικής συνεργασίας μεταξύ κρατών, που είχε τον διπλό στόχο να ανταπεξέλθει στην πρόκληση του σοσιαλισμού και να αποτρέψει εμπορικούς πολέμους και ανταγωνιστικές υποτιμήσεις που είχαν σημαδέψει την παγκόσμια οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930.

Η αρχή έγινε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, που ήταν οι δύο βασικοί θεσμοί τους οποίους διαπραγματεύθηκαν οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπειτα από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις (1943-1945) και συμφώνησαν τελικά στο Bretton Woods. Η συμφωνία εκείνη στηριζόταν αρχικά στην οικονομική δύναμη των ΗΠΑ και στο νόμισμά τους. Στους δύο θεσμούς προστέθηκε σύντομα και η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT, 1948, την οποία διαδέχθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου το 1994) που υπηρετούσε τη χαλάρωση των δασμών και την απαγόρευση εμπορικών διακρίσεων.

Σε συνδυασμό με περαιτέρω πρωτοβουλίες κυρίως των ΗΠΑ (σχέδιο Μάρσαλ, δημιουργία του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, που ήταν πρόδρομος του ΟΟΣΑ), την παραίτηση από αποζημιώσεις για τις καταστροφές του πολέμου κ.ά., η Ευρώπη και η Ιαπωνία εντάχθηκαν στο νέο σύστημα και εισήλθαν σε μια περίοδο αυξανόμενης ευημερίας, που με τη σειρά της άμβλυνε τους εσωτερικούς κοινωνικούς κλυδωνισμούς.

Η μεταπολεμική οικονομική φιλοσοφία

Οι νομισματικοί κανόνες ήταν μια χαρακτηριστική πτυχή του συστήματος και της οικονομικής φιλοσοφίας. Κύριος στόχος τους ήταν να αποτρέψουν επιθετικές υποτιμήσεις που είχαν αποδιοργανώσει την παγκόσμια οικονομία στον Μεσοπόλεμο και ευνοούσαν έναν άναρχο παρεμβατισμό του τύπου «κάνε επαίτη τον γείτονα». Για να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν σε μια σταθερή ισοτιμία του δολαρίου με τον χρυσό και, στη συνέχεια, των λοιπών εθνικών νομισμάτων ως προς το δολάριο. Οι ΗΠΑ, που εμφάνιζαν τότε μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, από τη μία πλευρά τα «ανακύκλωναν» με επενδύσεις και βοήθεια στο εξωτερικό (τη διαδικασία ανακύκλωσης περιγράφει με πυκνές πινελιές ο Γιάνης Βαρουφάκης στο «Παγκόσμιος Μινώταυρος», 2012) και, από την άλλη, δεσμεύθηκαν να ικανοποιούν κάθε αίτημα μετατροπής δολαρίων σε χρυσό. Αυτή ήταν η «αρχή της μετατρεψιμότητας».

Τι σήμαιναν όλα αυτά πρακτικά; Με απλά λόγια, ότι οι χώρες δεσμεύθηκαν να μην υποτιμούν τα νομίσματά τους και να συγκρατούν τις ισοτιμίες εντός των προκαθορισμένων περιθωρίων διακύμανσης. Αν όμως μια χώρα εμφάνιζε «θεμελιώδη ανισορροπία» στις εξωτερικές συναλλαγές της, τότε μπορούσε να υποτιμήσει το νόμισμά της ύστερα από έγκριση του ΔΝΤ.

Συμπληρωματικά, τα συμβαλλόμενα μέρη προίκισαν το ΔΝΤ με πόρους μέσω δικών τους συνεισφορών (quotas) ώστε να έχει τη δυνατότητα να παρέχει δάνεια στις χώρες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες, τα οποία όμως έπρεπε να αποπληρωθούν. Δεν ήταν βοήθεια με την κλασική σημασία του όρου. Τα δάνεια συνόδευαν όροι που έθετε το Ταμείο για την οικονομική πολιτική τους (αρχή της αιρεσιμότητας, conditionality). Οι αντιλήψεις γι’ αυτούς ήταν κατά βάση «ορθόδοξες» με την εξής έννοια: Επιδίωκαν να εξαλείψουν ή να μειώσουν τα εξωτερικά ελλείμματα μέσω περικοπών στην κατανάλωση και αύξησης των ξένων, κυρίως αμερικανικών τότε επενδύσεων! Γενικά, το βάρος της προσαρμογής έφεραν οι χώρες με ελλειμματικά ισοζύγια, πράγμα που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό τους.

Απόπειρες μετασχηματισμού

Σημάδια μιας επερχόμενης νομισματικής κρίσης εμφανίστηκαν ήδη προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, γιατί απλά τα δεδομένα άλλαζαν. Τον Αύγουστο του 1971, η αμερικανική κυβέρνηση διέκοψε την ελεύθερη μετατροπή του δολαρίου σε χρυσό και επέβαλε δασμούς στις εισαγωγές της. Ταυτόχρονα, ζήτησε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξαλείψουν ορισμένα εμπορικά εμπόδια που δυσκόλευαν τις εξαγωγές των ΗΠΑ, να συμμετάσχουν στις αμυντικές δαπάνες της Δύσης και να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους. Το ίδιο έτος έγινε απόπειρα διάσωσης των σταθερών ισοτιμιών με τη λεγόμενη Smithsonian Agreement για μια γενική αναθεώρηση των ισοτιμιών (που περιέλαβε και υποτίμηση του δολαρίου) και διεύρυνση των περιθωρίων διακύμανσης των εθνικών νομισμάτων. Ομως και αυτή η συμφωνία κατέρρευσε μέσα σε ένα χρόνο. Στις 12 Δεκεμβρίου 1972, η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποτίμησε εκ νέου το δολάριο ενώ η μία χώρα μετά την άλλη υιοθετούσε ένα σύστημα ελεγχόμενης διακύμανσης των ισοτιμιών (managed floating). Αυτό ήταν το τέλος των σταθερών ισοτιμιών, που κακώς ονομάστηκε τέλος του Bretton Woods.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί άλλαξε το σύστημα των ισοτιμιών, πρέπει να λάβουμε κατ’ αρχάς υπόψη τις αποκλίνουσες οικονομικές εξελίξεις των μεγάλων χωρών στο εσωτερικό των μεγάλων δυνάμεων: Οι ΗΠΑ έχαναν έδαφος στο παγκόσμιο εμπόριο, το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν σε πορεία αποβιομηχάνισης και οικονομικής εξασθένησης, ενώ αντίθετα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ιαπωνία αναπτύσσονταν γρήγορα και συσσώρευαν πλεονάσματα. Ολες δίσταζαν και καθυστερούσαν να αποφασίσουν τις προσαρμογές που τους αναλογούσαν.

Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε τον ρόλο της κινητικότητας του κεφαλαίου και των πολυεθνικών εταιρειών στην εξασθένηση του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών: Καθώς χαλάρωναν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, τεράστια ποσά μπορούσαν να μετακινηθούν από ένα νόμισμα σε άλλο. Μόνη η υποψία ότι μια χώρα μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμά της προκαλούσε έξοδο κεφαλαίων από αυτή για κερδοσκοπικούς λόγους. Από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε υποψία ή πρόταση για ανατίμηση του νομίσματος μιας χώρας λειτουργούσε ως καταλύτης για μαζικές εισροές κεφαλαίων σε αυτήν. Το υπέδαφος όλων αυτών ήταν, βέβαια, η αυξανόμενη απόκλιση των οικονομικών συνθηκών στις σπουδαιότερες χώρες του συστήματος.

Η εγκατάλειψη των σταθερών ισοτιμιών αφορούσε πρωτίστως μια πτυχή του συστήματος Bretton Woods, τις σταθερές ισοτιμίες. Οι υπόλοιπες πτυχές, συμπεριλαμβανομένων του ΔΝΤ, της GATT και της Παγκόσμιας Τράπεζας, θα επιβιώσουν, μολονότι θα υποστούν διάφορες προσαρμογές. Ενδεικτικά μόνο σημειώνω ότι στο πλαίσιο της GATT οργανώθηκε σειρά διαπραγματευτικών γύρων («γύρος Κένεντι», «γύρος Τόκιο» 1973-79 κ.ά.) για τη μείωση των δασμών και άλλων εμπορικών εμποδίων, ενώ το ΔΝΤ αναπροσανατόλισε τις δραστηριότητές του προς τις αναπτυσσόμενες χώρες και οι δυτικές, που είχαν θεσμικά το πάνω χέρι στις αποφάσεις του, ενέκριναν διαδοχικές αυξήσεις των πόρων του (quotas) ήδη στη δεκαετία του ’70.

Αμφισβήτηση των «ορθόδοξων» κανόνων

Τη δεκαετία του ’70 σημειώθηκαν αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, που δοκίμασαν και το νέο σύστημα. Οι μεγάλες δυτικές οικονομίες περιήλθαν σε μια κατάσταση στασιμοπληθωρισμού, ενώ οι πετρελαϊκές κρίσεις και η ανάδυση των λεγόμενων νεο-εκβιομηχανιζομένων χωρών ανέτρεψαν προϋπάρχουσες ισορροπίες. Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες περιήλθαν σε κρίση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι επείθοντο ολοένα και λιγότερο ότι τα προβλήματά τους μπορούσαν να λυθούν με «ορθόδοξα» μέτρα και απαίτησαν αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής τάξης.

Ειδικά, ο ρόλος του ΔΝΤ έγινε αντικείμενο οξύτατης κριτικής τόσο στις αναπτυσσόμενες χώρες όσο και από την ευρωπαϊκή Αριστερά. Κύρια σημεία της κριτικής ήταν ότι ευνοούσε «ορθόδοξες» πολιτικές ανοιχτών αγορών, ενώ οι περιστάσεις απαιτούσαν διαρθρωτικές παρεμβάσεις, π.χ. υποκατάσταση εισαγωγών (που όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων απέτυχαν στις μικρού και μεσαίου μεγέθους χώρες) και εκβιομηχάνισης. Επίσης, σύμφωνα με τους επικριτές, το ΔΝΤ επέβαλε πολιτικές λιτότητας εκεί όπου θα έπρεπε να υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, μια παγκόσμια κεϊνσιανή πολιτική. Στην Ελλάδα την άποψη αυτή υποστήριξε ο Αγγελος Αγγελόπουλος («Ενα παγκόσμιο σχέδιο για την απασχόληση», 1983).

Η πρόκληση εκείνη για τους κυριότερους θεσμούς της παγκόσμιας διακυβέρνησης αποδείχθηκε πρόσκαιρη, μολονότι η κλίμακα των προβλημάτων επέβαλε τελικά σημαντικές προσαρμογές τους. Η συνέχεια αποδείχθηκε εξίσου απρόβλεπτη: Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 κατέρρευσαν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα. Το ιδεολογικό κλίμα που επικράτησε στη Δύση αντανακλάται καλά στην πρόβλεψη του Francis Fukuyama («Το τέλος της ιστορίας», 1992) ότι ο κόσμος θα βίωνε τον θρίαμβο της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Εντούτοις, η συζήτηση για αλλαγές στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση δεν σταμάτησε έκτοτε, γιατί άλλαξαν οι δομές της παγκόσμιας οικονομίας με την ιλιγγιώδη επέκταση των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες μεταξύ άλλων διεύρυναν τις ευκαιρίες για φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή, συμβάλλουν στη διόγκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, προκαλούν αστάθεια και φορτώνουν το κόστος των αποτυχιών τους στα κράτη.

Ένα βήμα μπρος και δύο πίσω

Δημοσιέυθηκε στην εφημερίδα τα Νέα 22-23. 12. 2018

Των ΠΑΝΟΥ ΚΑΖΑΚΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟΥ  

Η πορεία των κοινωνιών (και των οικονομιών) δεν είναι ποτέ γραμμική και φυσικά η ελληνική δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα αναπτυξιακά άλματα συχνά διαδέχονται επώδυνες επιβραδύνσεις αλλά και τραγικά πισωγυρίσματα που έχουν σημαδέψει τη νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, τα δύο πρώτα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ και, συναφώς, οι βαριές (αν και άνισες) θυσίες των Ελλήνων πολιτών στα προηγούμενα χρόνια εξανεμίστηκαν μπροστά στη θύελλα του πρωτόγνωρου πολιτικού τυχοδιωκτισμού που σάρωσε τη χώρα με χρονικό αποκορύφωμα το πρώτο μισό του 2015. Στη συνέχεια βέβαια, η συντριβή των αυταπατών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη σύγχρονη πραγματικότητα οδήγησε στην περίφημη «κωλοτούμπα» (όπως εγγράφηκε στο διεθνές πολιτικό λεξιλόγιο) και στην υπογραφή ενός τρίτου μνημονίου που απέτρεψε την επερχόμενη καταστροφή μίας άτακτης χρεοκοπίας. Υπό αυτό και μόνο το πρίσμα, ότι δηλαδή απετράπη μια χαοτική πτώχευση, μπορεί να θεωρηθεί  θετική επιλογή.  Η εφαρμογή  όμως  άφησε πολλές εκκρεμότητες για την επόμενη κυβέρνηση.

Αυτή η διαρκής κίνηση του εκκρεμούς μεταξύ προσαρμογής και χρεοκοπίας δείχνει να συνεχίζεται σήμερα, ενώ γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτός ο κίνδυνος ενός νέου πισωγυρίσματος. Άπό τη μια πλευρά, η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να πετύχει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και να εφαρμόσει σειρά ολόκληρη μεταρρυθμίσεων (βλ.  μεταξύ άλλων Statement on Greece της Ευρωομάδας τον Ιούνιο 2018). Από την άλλη πελυρά όμως  έχοντας πλέον εισέλθει στην προεκλογική περίοδο, φαίνεται ότι υποκύπτει στις βουλές του μακροοικονομικού λαϊκισμού  που απειλούν να συμπαρασύρουν τους οικονομικούς δείκτες, υποσκάπτοντας έτσι την, έστω αργή, ανάκαμψη της οικονομίας. Μιλάμε για ετερόκλητες παροχές – μονιμοποιήσεις, εξαιρέσεις, αναδρομικά σε νέες κατηγορίες του Δημοσίου, συνολικά τακτοποιήσεις ημετέρων, αναδρομική απαλλαγή πανεπιστημιακών από χρέη, έμμεση προστασία αυθαιρέτων, απευθείας αναθέσεις έργων σε ημέτερους κλπ.

Καταγράφυμε ταυτόχρονα αναχρονισμούς στην παιδεία, υπονόμευση της ανεξάρτητης δικαιοσύνης, καθυστερήσεις στην προώθηση άλλων αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, μείωση των δημόσιων επενδύσεων, αύξηση των λοιπών δαπανών του δημόσιου τομέα χωρίς προτεραιότητα στη βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών.  Φυσιολογικά επομένως, δεν έχουμε σχολεία, δεν έχουμε πυροσβεστικές υπηρεσίες, δεν έχουμε ικανοποιητικές υπηρεσίες υγείας, αλλά έχουμε αχρείαστα «υπερπλεονάσματα». Με τη σειρά τους τα τελευταία χτίζονται πάνω στη φορολογική αφαίμαξη κάθε οικονομικής αξίας, στραγγαλίζοντας τη διαθέσιμη ρευστότητα σε μία οικονομία που υπο-χρηματοδοτείται (σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, την περίοδο 2015-2017 η Ελλάδα κατέγραψε  τη μεγαλύτερη αύξηση φόρων ανάμεσα στα κράτη-μέλη του).

Η πρώτη Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2018) επισημαίνει ακόμα τις υψηλές αβεβαιότητες του εξωτερικού περιβάλλοντος (σε μια περίοδο που η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη επιβραδύνεται).

Ο βασικός όμως κίνδυνος υπονόμευσης της πορείας της οικονομίας πηγάζει από την απουσία οποιασδήποτε αναπτυξιακής στρατηγικής. Ο Ρωμαίος στωικός φιλόσοφος Σενέκας έλεγε ότι, όταν δεν γνωρίζεις σε ποιο λιμάνι θέλεις να πας, κανένας άνεμος δεν είναι ούριος. Πραγματικά, η κυβέρνηση πορεύεται δίχως πυξίδα, με τις αποφάσεις της να αφορούν αποκλειστικά τον βραχύ ορίζοντα των μικρο-πολιτικών επιλογών της.

Όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν με ένα γενναίο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που οι σοβαρές ακαδημαϊκές και πολιτικές αναλύσεις και η οικονομική-θεσμική λογική υποδεικνύουν από καιρό.  Η πορεία μιας οικονομίας σε καμία περίπτωση δεν είναι αναπόδραστη αλλά, αντίθετα, προκαθορίζεται από τις οικονομικές αποφάσεις που λαμβάνουμε σε κρίσιμες περιόδους. Όπως αυτές που σύντομα θα κληθούν να πάρουν οι Έλληνες ψηφοφόροι.