Ετικέτα: πρόγραμμα προσαρμογής

Η πολιτική της χρεοκοπίας

Πάνος Καζάκος και Δημήτρης Σκάλκος. Δημοσιεύτηκε 09/04/2017 στη Καθημερινή

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Advertisements

Προσδοκίες και κίνδυνοι για το 2017 και μετά: Μπορούμε να αισιοδοξούμε;

Δημοσιεύθηκε στό πρώτο θέμα –  reporter της 1 Ιανουαρίου 2017

Οι αβεβαιότητες για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας παραμένουν μεγάλες. Τα ερωτήματα είναι αν το τρίτο  με δανειακή στήριξη από τους θεσμούς θα εφαρμοσθεί και αν θα αποδώσει τα αναμενόμενα. Οι δυσκολίες εφαρμογής του είναι γνωστές, αλλά τι θα γίνει μετά; Θα διαπιστώσουμε την αποτυχία και της αριστεράς;

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι τα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που αν επιτευχθούν θα διευκολύνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Τότε θα αποφύγει την εφαρμογή του περιβόητου «κόφτη», τηn υποχρέωση δηλαδή να περικόψει πρωτογενείς δαπάνες (μισθούς και συντάξεις  κυρίως του Δημοσίου) αν υπάρξουν αποκλίσεις από τις προβλέψεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες της «ποσοτικής χαλάρωσης»  του κ. Ντράγκι, θα καταφέρει να εξέλθει στις αγορές και να δει το χρέος να διευθετείται σε σταθερές βάσεις. Με άλλα λόγια η βασική της θέση είναι ότι αν εφαρμοσθεί το πρόγραμμα  θα αποδώσει τα αναμενόμενα οφέλη.

Παρά ταύτα, είναι φανεροί οι εσωτερικοί και εξωτερικοί κίνδυνοι αποτυχίας του προγράμματος προσαρμογής.

Η ως τώρα εμπειρία δικαιολογεί επιφυλάξεις για την κατάληξη των προσπαθειών προσαρμογής και, κυρίως, των μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε τυπικές νομοθετικές ρυθμίσεις και πραγματικότητα  καθώς τυπικοί  νόμοι  δεν εφαρμόζονται αμέσως ή εφαρμόζονται με κενά, ενώ άλλοι προσκρούουν στην κουλτούρα των διαφόρων διαμερισμάτων του κράτους. Π.χ. εκκρεμούν υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ενώ η ίδια δεν φαίνεται να διασφάλισε τη διατηρησιμόιτητα του συστήματος που εξελίσσεται σε σισύφειο έργο, στις ιδιωτικοποιήσεις αντιδρούν κομματικοί, συνδικαλιστικοί, τοπικοί αξιωματούχοι, ενώ αντιτιθέμενα επιχειρηματικά συμφέροντα  προασπίζονται τα κεκτημένα της διαπλοκής  τραπεζών, επιχειρηματιών, οι τράπεζες έμειναν ολόκληρο το 2016 χωρίς διοικήσεις κ.α. Σε ευαίσθητους  τομείς που είχαν διαφύγει της εποπτείας των θεσμών διαπιστώνουμε καθαρή οπισθοδρόμηση, π.χ. στην εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση έχει εξελιχθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο αλλά χωρίς συνεκτικό σχέδιο και με τους μηχανικούς να διαφωνούν για τα πάντα.

Μέρος της μεταρρυθμιστικής δυστοκίας οφείλεται αναμφίβολα στην βαριά οικονομική κληρονομιά του παρελθόντος, στη θεσμική παράλυση που καλλιεργήθηκε σε συνθήκες πελατειακών διευθετήσεων και διαπλοκής και στις ισορροπίες συμφερόντων (= συσχετισμούς επιρροής)  που διαμορφώθηκαν τότε. Οι δυσκολίες οφείλονται όμως και στην τραγική από κάθε σκοπιά, και, πάντως, ανεδαφική «σκληρή διαπραγμάτευση» του α΄εξαμήνου 2025 που ανέκοψε την επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη και προκάλεσε τεράστιο κοινωνικό κόστος. Το δε «πολιτικό» όφελος αποδείχθηκε προσωρινό και εξαφανίσθηκε το 2016 καθώς η οικονομική κατάσταση χειροτέρευσε.

Οι αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας αποκαλύπτουν και ένα είδος «γνωσιακής αναντιστοιχίας” (cognitive dissonance): Μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού εμφορείται από ιδέες για τον κόσμο και την οικονομία που έχουν ιστορικά αποτύχει ή, έστω, έχουν ξεπερασθεί από την πραγματικότητα και πάντως έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς την οικονομική και κοινωνική φιλοσοφία της προσαρμογής.

Σε αυτά προσθέτουμε και τους εξωτερικούς κινδύνους ή πιθανές απότομες εκτός ελέγχου της κυβέρνησης: Η χώρα βρίσκεται χωρίς «μαξιλάρια» για την αντιμετώπιση αντίξοων συνθηκών.

Τι θα συμβεί αν αποτύχει το τρέχον πρόγραμμα;

Αν η Ελλάδα ως το 2018 χρειασθεί νέα δάνεια για τη μετέπειτα περίοδο και αν δεν έχει καταφέρει να βγει στις αγορές  τότε δύο τινά μπορεί να συμβούν: Ή θα ζητήσει νέο δάνειο από τον ESM  ή  θα  διακόψει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της πράγμα που σημαίνει πτώχευση και έξοδο από την Ευρωζώνη.

Τέταρτο δάνειο;

Ένα νέο αίτημα το 2018  για δάνειο από τον ESM θα συνοδευθεί σύμφωνα με τους κανόνες του από ένα νέο, το τέταρτο Μνημόνιο (=πρόγραμμα προσαρμογής). Αλλά θα είναι δύσκολο να εγκριθεί από τους εταίρους που θα διαπιστώνουν τότε ότι τα προηγούμενα δάνεια δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και ότι η Ελλάδα τείνει – σε αντίθεση με άλλες χώρες που στηρίχθηκαν- να μετατραπεί σε μόνιμο θαμώνα του ευρωπαϊκού «πρυτανείου». Ή θα εγκριθεί με σκληρότερους όρους.

Αλλά, δεν αποκλείω εκπλήξεις. Η  ιστορία μας διδάσκει ότι πολύπλοκα θεσμικά συστήματα που  εξελίσσονται όπως η ΕΕ, είναι ικανά να εφευρίσκουν διεξόδους, φερ’ ειπείν επανερμηνεύοντας τους κανόνες τους όπως συνέβη την περίοδο 2010-2014 όταν παρακάμφθηκαν ρητές απαγορεύσεις διάσωσης και νομισματικής στήριξης οικονομιών σε δυσπραγία, ή να υπερβαίνουν απογοητεύσεις και επιφυλάξεις.

Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η πτώχευση θα ήταν αναπόφευκτη. Σημειώνω ότι η «λύση» αυτή είχε προβεβλημένους  αντισυστημικούς αλεξιπτωτιστές. Αυτοί όμως έχασαν τη μάχη των επιχειρημάτων, το αργότερο τον Ιούλιο 2015. Εδώ δεν θα σταθώ στις πιθανές οικονομικές συνέπειες της πτώχευσης – νέα καταβύθιση της παραγωγής,  υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος, σπιράλ πληθωρισμού και υποτιμήσεων, τραπεζική κρίση, διακοπή των εισροών από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, αβεβαιότητα κλπ και με το δημόσιο χρέος να επικρέμαται  πάντοτε εκεί απειλητικό ως δαμόκλειος σπάθη.  Όπως υποστήριξα πρόσφατα (*) η καθαρά οικονομική ανάλυση υποκρύπτει το σπουδαιότερο ίσως, ότι μετά από πτώχευση και grexit  θα εκλείψει ο «εξωτερικός περιορισμός» του ευρωπαϊκού συστήματος  με τους κανόνες του (και τις ευκαιρίες). Η όποια κυβέρνηση τότε θα παραδέρνει στη θάλασσα του διεκδικητισμού κατακερματισμένων συμφερόντων και, μάλιστα, χωρίς ιδεολογική και πολιτική πυξίδα.

Επομένως, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τη συνεπή εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής χωρίς άλλες καθυστερήσεις, ασαφείς κόκκινες γραμμές, ανακολουθίες, μάχες οπισθοφυλακής και φόβο μπροστά στο πολιτικό κόστος των αποφάσεων.

—————-

(*)  Πάνος Καζάκος  Η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν είναι λύση. Οι οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις του grexit,  εκδόσεις Επίκεντρο 2016.