Ετικέτα: Μνημόνιο

Από τον λαϊκισμό στο νέο Μνημόνιο. Μια σύντομη δημηγορία υπέρ των μεταρρυθμίσεων ενόψει εκλογών.

Δημοσιεύτηκε στο Books Journal, 15.09.2015

Όσο προχωρούμε,
Τόσο ο δρόμος μακραίνει.

            Ζυράννα Ζατέλη

Η προκήρυξη των εκλογών προκαλεί πολλά και δύσκολα ερωτήματα. Εδώ με απασχολεί το εξής: Ποιο είναι το μείζον διακύβευμα των εκλογών με κριτήριο τη γενική ευημερία;   Προκαταλαμβάνοντας συνοπτικά την απάντηση που εκθέτω πιο κάτω: Το διακύβευμα είναι η τιθάσευση του νεοελληνικού κρατισμού με την εφαρμογή (με κάποιες διορθώσεις) του νέου μνημονίου (= μεσοπρόθεσμου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής)[1].

Αν εφαρμοσθεί ( επαναλαμβάνω: Αν…) η χώρα θα επωφεληθεί από τους πόρους του ΕΣΠΑ, τη χρηματοδότηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, τη δραματική μείωση της γενικής αβεβαιότητας, την ανακεφαλαίωση των τραπεζών ώστε να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν την οικονομία και την οργανωμένη ελάφρυνση του χρέους (αντί της χαοτικής πτώχευσης). Το πιθανότερο είναι να  απογειωθεί γιατί διαθέτει (ακόμα) το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό και «ρικαρντιανά»  συγκριτικά πλεονεκτήματα.[2] Αυτά ως προς τα απτά αποτελέσματα. Μακροπρόθεσμα, το οικονομικό κυρίως όφελος θα επέλθει γιατί το μνημόνιο

  • σηματοδοτεί δραματική αλλαγή του παραδείγματος οικονομικής πολιτικής καθώς οικοδομεί πάνω σε ένα φιλελεύθερο υπόβαθρο,
  • εχθρεύεται τον λαϊκισμό και
  • (μπορεί να) κάνει τους θεσμούς μας να ταιριάζουν με τα διεθνή και ευρωπαϊκά δεδομένα.

Αν το μνημόνιο δεν εφαρμοσθεί η χώρα θα εισέλθει σε μια μακρά περίοδο θεσμικής αστάθειας, οικονομικής παρακμής, περαιτέρω αποδιάρθρωσης κρατικών μηχανισμών και κοινωνικών και κοινωνικής διάβρωσης με τη μετανάστευση των δυναμικότερων τμημάτων της.

Ο αντικρατισμός του μνημονίου….

Όσον αφορά στο παράδειγμα οικονομικής πολιτικής, υποστηρίζω, ότι το νέο μνημόνιο (όπως και τα προηγούμενα δύο)  βασίζεται σε μια σαφή αντικρατικιστική (ή εκσυγχρονιστική- φιλελεύθερη για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) αντίληψη την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Πηγάζει από αντιλήψεις για τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τον άναρχο κρατικό παρεμβατισμό στην Ελλάδα και τη λαϊκιστική εκτροπή του: Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται καθαρά σε όλες τις εισαγωγικές προτάσεις του μνημονίου.  Ενδεικτικά, σταχυολογώ τα εξής:

«για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές[…] Η Ελλάδα Θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων  στις αγορές εργασίας και τις αγορές προϊόντων (συμπεριλαμβανομένης και της ενέργειας) […] Οι περισσότερο ανοιχτές αγορές είναι ουσιώδους σημασίας για να δημιουργηθούν οικονομικές ευκαιρίες και να ενισχυθεί η κοινωνική δικαιοσύνη με περιορισμό της προσοδοθηρίας και της μονοπωλιακής συμπεριφοράς […] Θα καταρτιστεί φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων καθώς και πολιτικές για τη στήριξη των επενδύσεων [….]Η ιδιωτικοποίηση μπορεί να συμβάλει στο να καταστεί αποδοτικότερη η οικονομία […] Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην ενίσχυση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα κατά την παροχή ουσιωδών δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών…».

Το πρόγραμμα, αν εφαρμοσθεί, και σε συνδυασμό με τη συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα αντικαταστήσει μυωπικές αποφάσεις χωρίς πυξίδα στην οικονομική πολιτική που ανταποκρίνονται ευκαιριακά σε ειδικά συμφέροντα σε μια λογική πελατειακών δοσοληψιών. Στο ιδεολογικό επίπεδο θα αποτελεί ανάχωμα κατά των  διαφόρων εκδοχών ήπιου ή σκληρού λαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας τόλμησε τη ρήξη με τη φιλοσοφία αυτή επιστρέφοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπογράφοντας το νέο μνημόνιο και εκπληρώνοντας σειρά προαπαιτούμενων. Αυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί. Αλλά, δεν είναι ακόμα βέβαιο αν πρόκειται για έναν αναπροσανατολισμό διαρκείας ή αν θα αντέξει η πολιτική του βάση και ο κομματικός μηχανισμός που τον ακολουθεί μεν αλλά δείχνει ότι έχει άλλες στοχεύσεις.

Περιδιαβάζοντας στην πρόσφατη ιστορία εντοπίζω παρόμοιες περιπτώσεις προγραμματικής αλλαγής στην ευρωπαϊκή δημοκρατική αριστερά: Στην Ιταλία με την οργανωμένη μεταμόρφωση του παλαιού ΚΚΙ σε Δημοκρατικό Κόμμα, στην Αγγλία με τον τρίτο δρόμο του Τόνυ Μπλερ, στη Γερμανία με το «νέο κέντρο» του Γκέρχαρτ Σρέντερ και νωρίτερα στη δεκαετία του 80 με τον Φρανσουά Μιττεράν. Στην Ελλάδα καταγράφηκε το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.[3]

Ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, ακόμα και μετά την αποχώρηση της αριστερής πλατφόρμας διαφέρει εν πολλοίς από τα ευρωπαϊκά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, τα οποία σπάνια υπέκυπταν στον λαϊκιστικό πειρασμό. Αυτό το παρελθόν παράγει αβεβαιότητες. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, έχοντας ως κοινωνική βάση τη βιομηχανική εργασία, άντλησαν έγκαιρα μαθήματα από την εμπειρία και τελική  κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων ως χάρτινων πύργων, αναγνώρισαν νωρίς την πολυπλοκότητα των σημερινών κοινωνιών και είχαν από καιρό αποδεχθεί τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, υπόβαθρο της οποίας είναι η οικονομία της αγοράς (η «κότα που παράγει αυγά»)και το κοινωνικό κράτος (διανομή των αυγών).  Επομένως, είχε προηγηθεί ένα είδος ιδεολογικής ωρίμανσης.

Δεν συνέβη το ίδιο στον ΣΥΡΙΖΑ που μέχρι το βράδυ του δημοψηφίσματος  αυτοπροσδιοριζόταν ως αντιευρωπαϊκό και αντισυστημικό κόμμα, ταύτιζε την αριστερά με την απόρριψη της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού, καλλιεργούσε λαϊκιστικό λόγο (βλ. πιο κάτω) και, συναφώς, όπως παρατήρησε ο Γ. Σιακαντάρης, ήταν έκφραση μιας «κινηματικής» αριστεράς που αμφισβητούσε τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έβλεπε ως πρότυπα τους Τσάβες και  Κάστρο.  Αυτό το κόμμα και ο ηγέτης δεν ήταν σοσιαλδημοκράτες.[4] Θα γίνουν τώρα και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης και χωρίς να προηγηθεί κριτική επεξεργασία του λαϊκιστικού παρελθόντος; Θα έχουμε σύντομα την απάντηση.

… και η υπέρβαση του λαϊκισμού.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού  (στην «αριστερή» εκδοχή του που μας απασχολεί εδώ, γιατί η δεξιά των ΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής είναι απλά πρωτόγονη) υπηρετούσε έναν ασαφή φαντασιακό στόχο που αν επιτυγχανόταν θα ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών. Απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Ο «ξένος παράγοντας» ήταν ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός στην ικανοποίηση των λαϊκών αιτημάτων και προσδοκιών.

Από οικονομική άποψη όλα αυτά μεταφράζονταν σε μια αντίληψη για την οικονομική πολιτική χωρίς εσωτερική συνοχή που καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» καλοπροαίρετα προσφερόμενων δώρων. Η αντίληψη αυτή συνδέεται με τη βαθιά πεποίθηση ότι η κυβέρνηση μπορεί να κατευθύνει κατά το δοκούν την οικονομία τόσο σε μακρο- όσο και σε μικροεπίπεδο. Συνδέεται επίσης με την εμπιστοσύνη στις απέραντες αναδιανεμητικές ικανότητες μιας «καλοκάγαθης» κυβέρνησης. Ένα ενδιαφέρον πρότυπο τέτοιου οικονομικού λαϊκισμού εφαρμόσθηκε στην Αργεντινή του Περόν με το γνωστό αποτέλεσμα της μακροχρόνιας παρακμής.

Συναφώς, ο λαϊκισμός παραγνώριζε την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και το πώς λειτουργεί η οικονομία γενικά. Κάθε επίκληση στην ρεαλισμό ήταν μάταιη και, στα μάτια του,  ύποπτη ότι εξυπηρετούσε «κάποια» συμφέροντα του εσωτερικού ή του εξωτερικού. Οι εκπρόσωποί του παρανοούσαν συστηματικά προειδοποιήσεις ή έστω αμφιβολίες από ανθρώπους της γνώσης.

Ας προσθέσουμε ότι τα στελέχη της ελληνικής αριστεράς δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τι συνέβαινε στην Ευρώπη, πως εξελισσόταν εκεί το σύστημα συνεργασίας -οι θεσμοί και οι πολιτικές του-, τι επιπτώσεις είχαν για τους στόχους και τα μέσα της  εθνικής πολιτικής . Απλά  απέρριπταν την ΕΕ ως νεοφιλελεύθερη, μολονότι επιθυμούσαν να διαχειρισθούν τα προγράμματα βοήθειας τύπου ΕΣΠΑ!  Πίστευαν ότι θα άλλαζαν την ΕΕ ή, σιωπηρά, ότι οι εταίροι θα ανέχονταν τη  λογική του «λαθρεπιβάτη» (free rider) που δεν εφαρμόζει τους κοινούς κανόνες, ενώ απαιτεί βοήθεια.

Όλα αυτά συνυφαίνονταν φυσικά με ισχυρή δόση ανεδαφικότητας ως προς τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας: Το δήλωσε καθαρά ο Γιάννης Δραγασάκης:  «Πιστεύαμε ότι αν απειλούσαμε με έξοδο θα υποχωρούσαν. Και εκπλαγήκαμε όταν οι εταίροι μας προσφέρθηκαν να μας διευκολύνουν για την έξοδο από το Ευρώ». Το αποτέλεσμα ήταν να διαπραγματευθούν στη συνέχεια από πολύ χειρότερη θέση καθώς η οικονομία είχε υποστεί υφεσιακή υποτροπή.  Ακολούθησαν οι επόμενες εκπλήξεις- το νέο μνημόνιο και οι όροι της δανειακής σύμβασης.

Η οικονομική και θεσμική προσαρμογή  επιβάλλεται από τα πράγματα.

Τώρα, η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες προσαρμογής στον κόσμο που ζούμε (1990, 1996, 2012) και ελπίζω να μη αποδειχθεί προσωρινή τη φορά τούτη. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αποχώρηση της αριστερής πλατφόρμας  δείχνει αποφασισμένη να εφαρμόσει τη νέα συμφωνία με τους θεσμούς. Οι ηχηρές καταγγελίες ότι εγκατέλειψε αρχές και υποσχέσεις του παρελθόντος είναι εκτός θέματος.  Ως κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία επιτάχυνε στον κατήφορο, ήταν μια σαφής προειδοποίηση. Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.

Δεύτερον, η στροφή ήταν αναγκαία όχι μόνο επειδή απέτρεψε μια χαοτική χρεοκοπία και θα επιτρέψει την εισροή νέας βοήθειας αλλά και για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους που μακροπρόθεσμα έχουν μεγαλύτερη σημασία αν το κριτήριο είναι η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς δεκανίκια. Οι εξωτερικοί περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Οι αγορές  επεκτείνονται και διαφοροποιούνται, η τεχνολογική εξέλιξη σε πληροφορική και επικοινωνίες κάνουν τον κόσμο διαφανέστερο και αυτό σημαίνει ότι οι οικονομικές πληροφορίες διαχέονται σήμερα ταχύτατα γύρω από τιμές, φόρους, υποδομές, μεταφορές, ποιότητα δημοσίων υπηρεσιών, εφαρμογή του νόμου και επηρεάζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις και παρά τις εισοδηματικές ανισότητες (που μπορούν να διορθωθούν), οι αγορές και ο ανταγωνισμός είναι σπουδαίοι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: Πρέπει να αλλάξουν όλα όσα στο δεδομένο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον,  οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015).[5]  Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι αυτό ήταν κληρονομιά εν μέρει του λαϊκισμού της δεκαετίας του ’80 και εν μέρει της παραδοσιακής πρακτικής πελατειακών και συντεχνιακών διευθετήσεων – και της ιστορίας!  Το αποτέλεσμα συνοπτικά και συγκεκριμένα:  Διαρκής παραγωγή ελλειμμάτων και συσσώρευση χρεών, χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αναποτελεσματική παροχή βασικών κρατικών υπηρεσιών, μια εσωστρεφής επιχειρηματικότητα που επιβίωνε όχι μέσω της καινοτομίας αλλά μέσω της διαπλοκής με το κράτος.

Τα προηγούμενα μπορούσαν να συμβαίνουν χάρη στον θηριώδη εξωτερικό δανεισμό και την σχεδόν απρόσκοπτη εισροή βοήθειας από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Όταν στέρευσε ο πακτωλός, η κρίση πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και αναδείχθηκαν ευκρινώς όλες οι παθογένειες του μοντέλου μας. Η λύση όμως δεν ήταν, όπως σημειώσαμε,  ο αντιπολιτευτικός  λαϊκισμός που είχε στο μεταξύ θεριεύσει, αλλά ευρείας κλίμακας μεταρρυθμίσεις.

Συνοψίζω: Ο ΣΥΡΙΖΑ ως  κυβέρνηση έπρεπε να εγκαταλείψει τις λαϊκιστικές εκτροπές και να υπογράψει το νέο μνημόνιο, πρώτον, για να αποφύγει τα χειρότερα (τη χρεοκοπία και μια απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου) και, δεύτερον,  για να ανοίξει πάλι, μετά τις εκλογές είτε μόνος είτε σε συνασπισμό  με άλλους, τον δρόμο της προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ίσως ο αναπροσανατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ αποδειχθεί πως ήταν ο μόνος τρόπος για να αποδεχθεί ο κόσμος τις αλλαγές του μνημονίου.

Θα δούμε αν  εσφαλμένα νόμιζα ότι ο δρόμος αυτός είχε κλείσει στις 25 Ιανουαρίου 2015.

[1] Βλ. Η σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) επικυρώθηκε με τον νόμο 4336 από 14. 8 . 2015 που ψηφίσθηκε από τη Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία αλλά και με σοβαρές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Το μνημόνιο περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και  χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

[2] Άλλωστε, όπως αισιόδοξα μας υπενθύμισε ο Στάθης Καλύβας  η Ελλάδα έχει επιδείξει ικανότητα να ανακάμπτει θεαματικά μετά από κρίσεις. Βλ. Στάθης Καλύβας Καταστροφές και θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μετάφραση από την αγγλική  Νίκου Ρούσσου, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015.

[3] Βλ. ανάμεσα σε πολλά άλλα κριτική του  Κώστα Σημίτη στο Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, Γνώση, Αθήνα 1992, σελ. 38. Βλ. επίσης ανάλυση του Τάκη Παππά στο Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2015 και  «τεχνοκρατική» προσέγγιση, που αποφεύγει πάντως τη λέξη λαϊκισμός αλλά αναδεικνύει και γενικότερες αποτυχίες των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης στο Τάσος Γιαννίτσης Η Ελλάδα στην κρίση, Πόλις, Αθήνα 2013.  Για τη δεκαετία του ’80 βλ. Πάνος Καζάκος Ανάμεσα σε κράτος και αγορά, οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα 1944-2000, Πατάκης, Αθήνα 2001.

[4] Βλ. παρέμβαση του Γ. Σιακαντάρη στοhttp://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=731059   22.8.2015

[5] Είχαν προηγηθεί οι κρίσεις που προκάλεσε η  λαϊκιστική πολιτική το 1985 και το 1989.

Το στοίχημα των εκλογών.

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post, 01.09.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι τυπικά μεν η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία, ουσιαστικά όμως, με κριτήριο τη γενική ευημερία η τιθάσευση του νεοελληνικού κρατισμού. Με άλλα λόγια αλλάζει  πολιτικές προτεραιότητες, δομές, θεσμούς και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό και μας οδήγησαν στην κρίση – και την παρατείνουν. Οι λύσεις που προβλέπει ανταποκρίνονται στην αδήριτη ανάγκη για βαθιές θεσμικές αλλαγές στη χώρα και για επιστροφή στην ανάπτυξη.

Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κλπ. Ακόμα και στις «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: Κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κλπ.

Αν εφαρμοσθεί ( επαναλαμβάνω: Αν…) η χώρα θα επωφεληθεί από τους πόρους του ΕΣΠΑ, τη χρηματοδότηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, τη δραματική μείωση της γενικής αβεβαιότητας, την ανακεφαλαίωση των τραπεζών ώστε να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν την οικονομία και την οργανωμένη ελάφρυνση του χρέους (αντί της χαοτικής πτώχευσης). Το πιθανότερο είναι να  απογειωθεί γιατί διαθέτει (ακόμα) το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό και «ρικαρντιανά»  συγκριτικά πλεονεκτήματα. Αυτά ως προς τα απτά αποτελέσματα.

Όμως το κείμενο που υπογράψαμε προειδοποιεί ότι «για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές». Και εδώ αρχίζουν τα ερωτηματικά:   Θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο κίνδυνος να μη συμβεί αυτό είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.

Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη. Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα και η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών αποτελούν κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα  θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!

Επίσης, η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και εν μέρει δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει κυρίως η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα ούτε μετακόμισαν απλά στη ΛΑΕ μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά ταύτα, καλοπροαίρετα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία δημιουργίας ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, δηλαδή μετακίνησης προς το κέντρο, που όμως δεν ομολογείται δημοσία.  Πολλοί από όσους  έμειναν στο κόμμα έχουν πάρει το μάθημά τους από την επτάμηνη διακυβέρνηση της χώρας.

Θετικό είναι επίσης ότι η Νέα Δημοκρατία σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές  συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί) και ανιχνεύει  συνεργασίες με άλλα κόμματα για να εφαρμοσθεί η νέα συμφωνία με τους θεσμούς.  Όλα αυτά είναι θετικά.  Αλλά θα δούμε σε ποιο βαθμό το κόμμα θα μπορέσει να ξεπεράσει τα πελατειακά αναχώματα σε κρίσιμα θέματα, φερ’ ειπείν ανανεώνοντας τους καταλόγους των υποψηφίων βουλευτών και, φυσικά, το πρόγραμμά του ώστε να σταθεροποιηθούν οι γέφυρες προς μικρότερα κόμματα.  Λογικά, αυτό θα πρέπει να κάνει ο κ. Μεϊμαράκης αφού δηλώνει ότι θα κινηθεί εντός του πλαισίου της νέας συμφωνίας με τους θεσμούς.

Όμως, ο υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες  αλλαγές χρειάζονται.  Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί – ψηφίζοντας οργισμένα.

Οι εκλογές και οι μεταρρυθμίσεις

Δημοσίευση στην εφημερίδα Τα Νέα, 31.08.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία.
Κατά τη γνώμη μου η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή από την εφαρμογή του (έστω με κάποιες βελτιώσεις), ακριβώς γιατί οι εσωτερικές μας πολιτικές επιλογές, δομές, θεσμοί και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό μας οδήγησαν στην κρίση και την παρατείνουν.
Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει το μνημόνιο, πέρα από διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κ.λπ.
Ακόμα και στις περισσότερες «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κ.λπ. Πρόκειται, ουσιαστικά, για αλλαγή του παραδείγματος πολιτικής με έμφαση στον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Αλλά θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο πολιτικός κίνδυνος είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.
Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών είναι ένα κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Ποιος θα συνεργασθεί με ποιον αν δεν υπάρξει σαφής εντολή των πολιτών;
Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!
Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη.
Η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και δείχνει ότι δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει π.χ. η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα.
Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη πλευρά σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει μεν ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί), αλλά σε μερικά συγκεκριμένα θέματα το κόμμα υποχωρεί σε παραδοσιακά αναχώματα.
Τέλος, οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες αλλαγές χρειάζονται.
Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί…

Προσαρμογή αντί ψευδαισθήσεων

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post, 20.08.2015

Καθώς η δημόσια συζήτηση εστιάζει στις τακτικές κινήσεις των πολιτικών ομάδων εν όψει εκλογών, τείνει να επικαλύψει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι σηματοδοτεί για το μοντέλο οικονομίας και οικονομικής πολιτικής της μεταπολίτευσης η επιλογή της κυβέρνησης να επικυρώσει τη σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) που περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

Υποστηρίζω ότι το νέο μνημόνιο, παρά την κριτική που μπορεί να γίνει σε διάφορα σημεία του βασίζεται, όπως και τα προηγούμενα, σε μια σαφή αντικρατικιστική αντίληψη (ή εκσυγχρονιστική για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Από άλλη σκοπιά, σηματοδοτεί μια δραματική ιδεολογική-προγραμματική στροφή -την απομάκρυνση από τις διάφορες εκδοχές ήπιου ή σκληρού εθνολαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης και, φυσικά, μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Περιδιαβάζοντας την πρόσφατη ελληνική ιστορία εντοπίζω μια παρόμοια περίπτωση – το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε προγραμματικά από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του εθνολαϊκισμού (στην «αριστερή» εκδοχή του, τη δεξιά δεν αξίζει να συζητούμε) ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών στο όνομα του λαού: Αυξήσεις συντάξεων σε δικαστικούς, παραμονή του ΟΛΠ στα χέρια του Δημοσίου (και επομένως των συντεχνιών και προμηθευτών συναλλασσόμενων με αυτόν), κλείσιμο των ορυχείων στη Χαλκιδική, ανάκληση ρυθμίσεων στο σύστημα υγείας που επιχειρούσαν να βάλουν τάξη σε αυτό, διατήρηση προνομίων σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, διορισμούς πελατών (με το αζημείωτο) στο Δημόσιο, κατάργηση των διστακτικών έστω μεταρρυθμίσεων στην Ανώτατη Παιδεία, ικανοποίηση δασκάλων που δεν θέλουν αξιολογήσεις κλπ.

Και ακόμα: Ο λαϊκιστικός λόγος απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Από οικονομική άποψη αυτά όλα μεταφράζονταν σε μια οικονομική πολιτική που εμπεριέχει στοιχεία χωρίς εσωτερική συνοχή και καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» δώρων.

Η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού, που ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες (1996, 2012) και ελπίζω να μη είναι προσωρινή τη φορά τούτη, ήταν αναγκαία για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους. Οι πρώτοι περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις), οι αγορές και ο ανταγωνισμός γίνονται ολοένα και σπουδαιότεροι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι που υποδεικνύουν τη γενική κατεύθυνση που πρέπει υιοθετεί η εθνική πολιτική συνειδητοποιήθηκαν με καθυστέρηση.Περιλαμβάνουν όλα τα φαινόμενα που, σε αυτό το πραγματικό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015). Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων αντιφιλελεύθερων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών (πελατειακό σύστημα).

Η κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν να υπογράψει το νέο μνημόνιο ως εργαλείο προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ας προσθέσουμε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία πήρε ακόμα μεγαλύτερη υφεσιακή κλίση, ήταν μια σαφής προειδοποίηση για όσα θα συνέβαιναν χωρίς συμφωνία με τους εταίρους.

Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.