Ετικέτα: Μνημόνιο συνεννόησης

Είναι η κοινωνία μας «μπλοκαρισμένη»; Η θετική όψη των πραγμάτων και οι κίνδυνοι αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων

BooksJournal, τεύχος 63 Φεβρ. 2016

Οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους «θεσμούς» (πρώην τρόικα, νυν τετραμερή) εισήλθαν σε μια κρίσιμη φάση. Από εδώ και πέρα θα πρέπει να συμφωνηθούν οι «λεπτομέρειες» εφαρμογής του νέου Μνημονίου[1]  σε ευαίσθητες περιοχές πολιτικής. Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων θα φέρει μεν επώδυνα μέτρα, αλλά είναι προτιμότερη από την αποτυχία τους, την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και τη χρεοκοπία. Αν οι πολιτικές δυνάμεις ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου Μνημονίου, θα γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις – δημοσιονομική εξυγίανση, σταθερό φορολογικό σύστημα, βιώσιμο ασφαλιστικό, αποκομματικοποιημένη Δημόσια Διοίκηση, σύγχρονο ρυθμιστικό σύστημα  κλπ. Τότε η χώρα  θα λειτουργεί με τρόπο συμβατό προς το ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον και τα δεδομένα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η οικονομία θα ανακάμψει.

Το ερώτημα είναι βέβαια τι πιθανότητες έχει αυτό το αισιόδοξο σενάριο. Θα τα καταφέρουμε ή είναι η πολιτική και η κοινωνία  «μπλοκαρισμένες» (βλ. πιο κάτω) και αδυνατούν να λύσουν θεσμικά και δομικά προβλήματα; Κινδυνεύουμε τότε να μείνουμε για πολλά χρόνια ακόμα σε μια κατάσταση προϊούσης παρακμής, που θα χαρακτηρίζεται από πτώση της παραγωγής και των εισοδημάτων, μόνιμα μεγάλη ανεργία, έξοδο των νέων, ανασφάλεια και διάτρητα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας, πολιτική αστάθεια.  Αυτό ουσιαστικά δεν συνέβη από το 2009 μέχρι σήμερα; Έχουμε λόγους να ελπίζουμε ότι η τάση θα ανατραπεί; Υπενθυμίζω ότι το πρώτο (2010) και το δεύτερο (2012) πρόγραμμα προσαρμογής απέτυχαν. Δείχνει η εμπειρία εκείνη ότι, ανεξαρτήτως προθέσεων,  η αποτυχία είναι πάλι πιθανή;

Η θετική όψη των πραγμάτων.

Διαπιστώνω μερικούς σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν το αισιόδοξο σενάριο. Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση (μετά την αποφασιστική κατ’ αρχάς αλλαγή πλεύσης του πρωθυπουργού) και οι περισσότερες δυνάμεις της αντιπολίτευσης (στην τελευταία ιδίως μετά την εκλογή του Κ. Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ.)  έχουν πλέον, μετά την αλλαγή πλεύσης  του πρωθυπουργού, μια κοινή βάση – το νέο Μνημόνιο που υπερψήφισαν στη Βουλή. Την κοινή βάση συσκοτίζει βέβαια η ρητορική της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρά ταύτα η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ του νέου (τρίτου κατά σειρά) Μνημονίου θα μπορούσε να συνιστά λόγο αισιοδοξίας.  Θεωρώ ότι ήταν ένα πρώτο βήμα για να αναιρεθεί ο διχασμός της πολιτικής και των πολιτών σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και, το σπουδαιότερο, για να δημιουργηθεί ελάχιστη συναίνεση για τους «κανόνες του παιγνιδιού» σε οικονομία, κοινωνία και πολιτική. Θα δούμε αν θα αντέξει και έχει  συνέχεια.

Επίσης, η  κοινή γνώμη, παρά την ύφεση και την αποτυχία των προγραμμάτων, εξακολουθεί να υποστηρίζει το Ευρώ. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας[2] το 60,5% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι επιλέγουν την παραμονή της χώρας στο ευρώ, έστω και αν αυτό σημαίνει την εφαρμογή ενός νέου μνημονίου (με άλλα λόγια αν η κυβέρνηση αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τις λεγόμενες «κόκκινες γραμμές» της). Αντίθετα, μόνο το 28% των ερωτηθέντων προτιμά έξοδο από την ευρωζώνη και επιστροφή στη δραχμή.

Ας προσθέσουμε ότι, αντικειμενικά, μια χώρα εσωστρεφής, υπερχρεωμένη, με ανεπίτρεπτα υψηλή ανεργία, αναποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση, κάποιες διεφθαρμένες υπηρεσίες, αναξιόπιστους θεσμούς και δυσλειτουργικές αγορές  δεν έχει άλλη επιλογή. Το πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου στηρίζεται στην οικονομική λογική και εν πολλοίς έχουν αναπτυξιακή και κοινωνική διάσταση. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ισορροπημένα εφαρμοζόμενες και με τις απαραίτητες διορθώσεις θα προετοιμάσουν το έδαφος για την επιστροφή σε συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει για τη δημοσιονομική «πειθαρχία».  Γενικά και για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα οικονομολόγων, επιζητούν λύσεις στις «αποτυχίες του κράτους». Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό ότι, από τεχνική άποψη, το πρόγραμμα «δεν βγαίνει».

Αυτά, ως προς τη θετική όψη των πραγμάτων. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν η υποστήριξη του ευρώ θα αντέξει κατά την εφαρμογή της πολιτικής οικονομικής προσαρμογής και αν και σε ποιο βαθμό η τελευταία θα ολοκληρωθεί έστω με διορθώσεις.   Δεν πρέπει να υποτιμάται ο πολιτικός κίνδυνος, δηλαδή  το πρόγραμμα να μη βγει πολιτικά. Γεγονός είναι ότι πολλοί παράγοντες θολώνουν τις προοπτικές του.

Το πρόγραμμα μπορεί να μη βγει «πολιτικά».

Πρώτον λοιπόν και παρά τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων,  μεγάλα τμήματα της κοινωνίας μας, μετά από έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης (με ένα μικρό διάλειμμα το 2014) δεν έχουν πεισθεί ότι είναι ορθή η επιλογή της εφαρμογής των Μνημονίων και της παραμονής στην Ευρωζώνη ή και στην ΕΕ. Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ότι αυτή η επιλογή συμφέρει σε όρους σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας ή ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση θα έφερνε χειρότερη δυσπραγία. Η διάχυτη δυσπιστία αποτυπώθηκε στις 5 Ιουλίου 2015  στο 61% υπέρ του ΌXI στο Δημοψήφισμα. Και βέβαια είχε τροφοδοτηθεί από τη ρητορική της απόρριψης που είχαν καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και, νωρίτερα , μέχρι το 2012 η ΝΔ.

Την ίδια διάχυτη αμφισβήτηση τρέφουν διάφορες κινήσεις της κυβέρνησης – ο ανταρτοπόλεμος  σε ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων (βλ. ΟΛΠ), η «σκληρή» πάλι διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό, η συστηματική υποβάθμιση θεσμών που είχαν συσταθεί είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια των Μνημονίων (ΓΓ Δημοσίων Εσόδων, ΕΣΡ), οι περιστασιακές ρητορικές εκρήξεις αξιωματούχων κατά του ΔΝΤ, οι δηλώσεις αποστασιοποίησης από το πρόγραμμα.

Πιθανόν, κάποιες από τις κινήσεις αυτές θα μπορούσαν καλοπροαίρετα να ερμηνευθούν ως επικοινωνιακά τεχνάσματα που τελικά μειώνουν τις αντιστάσεις στις αλλαγές που έγιναν ή θα γίνουν. Όμως, έχουν βαθύτερες ρίζες:  Πηγάζουν από την βαριά ιδεολογική κληρονομιά της ελληνικής Αριστεράς (π.χ. εξιδανίκευση του μεγάλου κράτους, προτεραιότητα στις κρατικοποιήσεις, αγνόηση οικονομικών περιορισμών με υποσχέσεις προς όλους, ακατέργαστη αντιευρωπαϊκή ρητορική κ.λ.π.). Το χάσμα που τη χωρίζει από τη φιλοσοφία του Μνημονίου είναι μεγάλο και εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Το βάρος της ιδεολογικής κληρονομιάς μεγαλώνει καθώς συμμαχεί με τις πελατειακές και συντεχνιακές παραδόσεις της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο μεγάλα τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας του τόπου (και της κυβέρνησης) εφαρμόζουν το πρόγραμμα χωρίς να το πιστεύουν – στη διατύπωση του Μνημονίου (και του Ομήρου!): δεν το ενστερνίζονται- όπως δείχνουν διάφορες ιδέες για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, «ισοδύναμα» ή «παράλληλο πρόγραμμα» κλπ. Ειδικά, η εντελώς νεφελώδης ως προς τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις συζήτηση για πάσης φύσης «ισοδύναμα» που θα αντικαθιστούσαν διάφορες δεσμεύσεις του Μνημονίου αποκαλύπτει μάλλον πολιτική αμηχανία παρά αποφασιστικότητα καθώς και τη δύναμη των συσχετισμών και αναδιανεμητικών συμμαχιών! Και συνυφαίνεται με ιδεολογικές εμμονές και κομματικές συμμαχίες που δοκιμάσθηκαν στο παρελθόν και απέτυχαν.

Οι κοινωνικές αντοχές.

Δεύτερον, οι εγχώριες συνθήκες είναι δυσμενέστερες από εκείνες του 2010 ή του 2011-12. Τότε η χώρα είχε περισσότερες αντοχές, και λιγότερη απογοήτευση,  φτώχεια και αβεβαιότητα.

Από το 2008/9 μέχρι σήμερα το ΑΕΠ μειώθηκε περίπου κατά 30% και η ανεργία διατηρείται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα. Πιθανόν, αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που εκτιμούν ότι «δεν έχουν να χάσουν τίποτε» και εκείνων που κάνουν θυσίες χωρίς να διακρίνουν κάποια αξιόπιστη προοπτική. Ταυτόχρονα νέες προκλήσεις, όπως οι μαζικές εισροές οικονομικών μεταναστών και προσφύγων  δοκιμάζουν την ικανότητα των αρχών να τις διαχειριστούν, προκαλώντας πρόσθετες αβεβαιότητες. Τις αντοχές πολιτών και πολιτικών δοκιμάζουν και τα νέα μέτρα που εφαρμόζονται.  Επομένως, οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης τα επόμενα χρόνια δεν είναι προβλέψιμες, ούτε η ανταπόκριση των κομμάτων στις διαθέσεις της. Και σημαντικά τμήματα του πληθυσμού αξιοποιούν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη «διαφωνία» τους «αποχωρώντας» είτε από την επίσημη οικονομία είτε από τη χώρα![3]

Συναφώς, στην τρέχουσα συζήτηση διαπιστώνουμε μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα σε ευρεία υποστήριξη γενικά υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη και στις συνεχείς δυσκολίες εφαρμογής των προβλεπόμενων σε αυτή μέτρων. Η αμφισημία των κομματικών δυνάμεων και οι ηχηρές αντιδράσεις των κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων που θίγονται κάθε φορά από τα μέτρα προσαρμογής (επαναλαμβανόμενες απεργίες, γενικές απεργίες, πορείες) είναι ανησυχητικά συμπτώματα μιας «μπλοκαρισμένης κοινωνίας», όπως χαρακτηρίζει ο Anthony Giddens κοινωνίες όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές.[4] Και, δεν υπάρχει μια τόσο  ισχυρή παραγωγική βάση σφυρηλατημένη στον διεθνή ανταγωνισμό που να είναι ικανή λόγω μεγέθους να στηρίζει αποτελεσματικά τις μεταρρυθμίσεις.

Γεγονός είναι ότι πολλά μέτρα του Μνημονίου συνεπάγονται μειώσεις εισοδημάτων, ενώ άλλα φέρνουν στην επιφάνεια ζητήματα κατανομής των βαρών της προσαρμογής.  Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο συνταξιοδοτικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ διαφορετικών αρχών (δικαιοσύνη έναντι οικονομικής αποτελεσματικότητας). Πρέπει επίσης να αιτιολογείται πειστικά: Γιατί πρέπει να προστατευθούν οι σημερινοί συνταξιούχοι και όσοι έχουν «ώριμα» συνταξιοδοτικά δικαιώματα (π.χ. μέσω της «προσωπικής διαφοράς»)  σε βάρος των σημερινών εργαζομένων που τα χρηματοδοτούν;  Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και σε άλλους τομείς: Φορολογία, ιδιωτικοποιήσεις κλπ.  Σε όλα αυτά η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα τείχος – τη διάχυτη δυσπιστία για τις προθέσεις της που εμποδίζει κάθε ορθολογική συζήτηση.

Ας προσθέσουμε ότι τις δυσκολίες πολλαπλασιάζουν η φύση και η  κλίμακα των αλλαγών που θίγουν  πολυάριθμες πηγές προσόδων (=εισοδημάτων χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα) και θεσπίζουν θυσίες  κεκτημένων, ενώ διαταράσσουν ιστορικές ισορροπίες και συμπαιγνίες. Δεν συνιστούν παρέμβαση σε ένα μόνον ή λίγους τομείς της οικονομίας ή της πολιτικής π.χ. στην υγεία.

Τον Ιανουάριο 2016 διογκώθηκαν οι κοινωνικές αντιδράσεις με αφετηρία το ασφαλιστικό. Θα δούμε αν τελικά η εξέλιξη θα διαψεύσει (πάλι) ή θα επιβεβαιώσει την αισιόδοξη υπόθεση ότι μια κρίση μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στα συστήματα αξιών  δημιουργώντας μια νέα ηθική σε πολίτες και πολιτικούς.[5] Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, σε μια κατάσταση κρίσης μπορεί να αναγνωριστεί η πίστη στη συλλογική δράση, η σημασία της λιτότητας (όπως περίπου την όριζε διορατικά ο Enrico Berlinguer τη δεκαετία του ’70),[6] της αλληλεγγύης και της θυσίας, και να ενδυναμωθεί το αίτημα για πολιτική που δρα για το σύνολο και όχι για να ικανοποιεί άναρχα, εγωιστικά και μυωπικά επιμέρους αιτήματα.

[1] To «Μνημόνιο συνεννόησης» περιλαμβάνεται στο νόμο 4336/14.8.2015.

[2] Την έρευνα διεξήγαγε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο- Μονάδα Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας  υπό την επιστημονική ευθύνη του Ν. Μαρατζίδη. Τα πορίσματά της δημοσιεύθηκαν στις 20.7.2015. Σε παρόμοια αποτελέσματα κατέληξαν και άλλες έρευνες όπως της MRB το 2014 και της Alco.

[3] Δανείζομαι τους όρους «διαφωνία» και «αποχώρηση» από το  Albert O. Hirschman, Αποχώρηση, Διαφωνία και Αφοσίωση- Αντιδράσεις στην παρακμή επιχειρήσεων, οργανώσεων και κρατών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2002, σελ. 31. Ο Hirschman εισήγαγε τις έννοιες της «διαφωνίας» (voice) και της «αποχώρησης» (exit) ως τις βασικές κατηγορίες εκδήλωσης δυσαρέσκειας πολιτών και καταναλωτών στην παρακμή οργανισμών και επιχειρήσεων. Αυτού του τύπου η αντίδραση δεν αλλάζει τα πράγματα.

[4] Βλ. Anthony Giddens, Europe in the Global Age, Polity Press, 2007.

[5] Federico Rampini Le dieci cosec he non sarano piu le stesse, Milano 2009.

[6] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων την πρόσφατη μελέτη του  Γιάννη Μπαλαμπανίδη Ευρωκομμουνισμός : Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015.

Advertisements

Από τον λαϊκισμό στο νέο Μνημόνιο. Μια σύντομη δημηγορία υπέρ των μεταρρυθμίσεων ενόψει εκλογών.

Δημοσιεύτηκε στο Books Journal, 15.09.2015

Όσο προχωρούμε,
Τόσο ο δρόμος μακραίνει.

            Ζυράννα Ζατέλη

Η προκήρυξη των εκλογών προκαλεί πολλά και δύσκολα ερωτήματα. Εδώ με απασχολεί το εξής: Ποιο είναι το μείζον διακύβευμα των εκλογών με κριτήριο τη γενική ευημερία;   Προκαταλαμβάνοντας συνοπτικά την απάντηση που εκθέτω πιο κάτω: Το διακύβευμα είναι η τιθάσευση του νεοελληνικού κρατισμού με την εφαρμογή (με κάποιες διορθώσεις) του νέου μνημονίου (= μεσοπρόθεσμου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής)[1].

Αν εφαρμοσθεί ( επαναλαμβάνω: Αν…) η χώρα θα επωφεληθεί από τους πόρους του ΕΣΠΑ, τη χρηματοδότηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, τη δραματική μείωση της γενικής αβεβαιότητας, την ανακεφαλαίωση των τραπεζών ώστε να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν την οικονομία και την οργανωμένη ελάφρυνση του χρέους (αντί της χαοτικής πτώχευσης). Το πιθανότερο είναι να  απογειωθεί γιατί διαθέτει (ακόμα) το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό και «ρικαρντιανά»  συγκριτικά πλεονεκτήματα.[2] Αυτά ως προς τα απτά αποτελέσματα. Μακροπρόθεσμα, το οικονομικό κυρίως όφελος θα επέλθει γιατί το μνημόνιο

  • σηματοδοτεί δραματική αλλαγή του παραδείγματος οικονομικής πολιτικής καθώς οικοδομεί πάνω σε ένα φιλελεύθερο υπόβαθρο,
  • εχθρεύεται τον λαϊκισμό και
  • (μπορεί να) κάνει τους θεσμούς μας να ταιριάζουν με τα διεθνή και ευρωπαϊκά δεδομένα.

Αν το μνημόνιο δεν εφαρμοσθεί η χώρα θα εισέλθει σε μια μακρά περίοδο θεσμικής αστάθειας, οικονομικής παρακμής, περαιτέρω αποδιάρθρωσης κρατικών μηχανισμών και κοινωνικών και κοινωνικής διάβρωσης με τη μετανάστευση των δυναμικότερων τμημάτων της.

Ο αντικρατισμός του μνημονίου….

Όσον αφορά στο παράδειγμα οικονομικής πολιτικής, υποστηρίζω, ότι το νέο μνημόνιο (όπως και τα προηγούμενα δύο)  βασίζεται σε μια σαφή αντικρατικιστική (ή εκσυγχρονιστική- φιλελεύθερη για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) αντίληψη την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Πηγάζει από αντιλήψεις για τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τον άναρχο κρατικό παρεμβατισμό στην Ελλάδα και τη λαϊκιστική εκτροπή του: Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται καθαρά σε όλες τις εισαγωγικές προτάσεις του μνημονίου.  Ενδεικτικά, σταχυολογώ τα εξής:

«για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές[…] Η Ελλάδα Θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων  στις αγορές εργασίας και τις αγορές προϊόντων (συμπεριλαμβανομένης και της ενέργειας) […] Οι περισσότερο ανοιχτές αγορές είναι ουσιώδους σημασίας για να δημιουργηθούν οικονομικές ευκαιρίες και να ενισχυθεί η κοινωνική δικαιοσύνη με περιορισμό της προσοδοθηρίας και της μονοπωλιακής συμπεριφοράς […] Θα καταρτιστεί φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων καθώς και πολιτικές για τη στήριξη των επενδύσεων [….]Η ιδιωτικοποίηση μπορεί να συμβάλει στο να καταστεί αποδοτικότερη η οικονομία […] Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην ενίσχυση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα κατά την παροχή ουσιωδών δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών…».

Το πρόγραμμα, αν εφαρμοσθεί, και σε συνδυασμό με τη συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα αντικαταστήσει μυωπικές αποφάσεις χωρίς πυξίδα στην οικονομική πολιτική που ανταποκρίνονται ευκαιριακά σε ειδικά συμφέροντα σε μια λογική πελατειακών δοσοληψιών. Στο ιδεολογικό επίπεδο θα αποτελεί ανάχωμα κατά των  διαφόρων εκδοχών ήπιου ή σκληρού λαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας τόλμησε τη ρήξη με τη φιλοσοφία αυτή επιστρέφοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπογράφοντας το νέο μνημόνιο και εκπληρώνοντας σειρά προαπαιτούμενων. Αυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί. Αλλά, δεν είναι ακόμα βέβαιο αν πρόκειται για έναν αναπροσανατολισμό διαρκείας ή αν θα αντέξει η πολιτική του βάση και ο κομματικός μηχανισμός που τον ακολουθεί μεν αλλά δείχνει ότι έχει άλλες στοχεύσεις.

Περιδιαβάζοντας στην πρόσφατη ιστορία εντοπίζω παρόμοιες περιπτώσεις προγραμματικής αλλαγής στην ευρωπαϊκή δημοκρατική αριστερά: Στην Ιταλία με την οργανωμένη μεταμόρφωση του παλαιού ΚΚΙ σε Δημοκρατικό Κόμμα, στην Αγγλία με τον τρίτο δρόμο του Τόνυ Μπλερ, στη Γερμανία με το «νέο κέντρο» του Γκέρχαρτ Σρέντερ και νωρίτερα στη δεκαετία του 80 με τον Φρανσουά Μιττεράν. Στην Ελλάδα καταγράφηκε το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.[3]

Ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, ακόμα και μετά την αποχώρηση της αριστερής πλατφόρμας διαφέρει εν πολλοίς από τα ευρωπαϊκά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, τα οποία σπάνια υπέκυπταν στον λαϊκιστικό πειρασμό. Αυτό το παρελθόν παράγει αβεβαιότητες. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, έχοντας ως κοινωνική βάση τη βιομηχανική εργασία, άντλησαν έγκαιρα μαθήματα από την εμπειρία και τελική  κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων ως χάρτινων πύργων, αναγνώρισαν νωρίς την πολυπλοκότητα των σημερινών κοινωνιών και είχαν από καιρό αποδεχθεί τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, υπόβαθρο της οποίας είναι η οικονομία της αγοράς (η «κότα που παράγει αυγά»)και το κοινωνικό κράτος (διανομή των αυγών).  Επομένως, είχε προηγηθεί ένα είδος ιδεολογικής ωρίμανσης.

Δεν συνέβη το ίδιο στον ΣΥΡΙΖΑ που μέχρι το βράδυ του δημοψηφίσματος  αυτοπροσδιοριζόταν ως αντιευρωπαϊκό και αντισυστημικό κόμμα, ταύτιζε την αριστερά με την απόρριψη της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού, καλλιεργούσε λαϊκιστικό λόγο (βλ. πιο κάτω) και, συναφώς, όπως παρατήρησε ο Γ. Σιακαντάρης, ήταν έκφραση μιας «κινηματικής» αριστεράς που αμφισβητούσε τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έβλεπε ως πρότυπα τους Τσάβες και  Κάστρο.  Αυτό το κόμμα και ο ηγέτης δεν ήταν σοσιαλδημοκράτες.[4] Θα γίνουν τώρα και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης και χωρίς να προηγηθεί κριτική επεξεργασία του λαϊκιστικού παρελθόντος; Θα έχουμε σύντομα την απάντηση.

… και η υπέρβαση του λαϊκισμού.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού  (στην «αριστερή» εκδοχή του που μας απασχολεί εδώ, γιατί η δεξιά των ΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής είναι απλά πρωτόγονη) υπηρετούσε έναν ασαφή φαντασιακό στόχο που αν επιτυγχανόταν θα ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών. Απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Ο «ξένος παράγοντας» ήταν ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός στην ικανοποίηση των λαϊκών αιτημάτων και προσδοκιών.

Από οικονομική άποψη όλα αυτά μεταφράζονταν σε μια αντίληψη για την οικονομική πολιτική χωρίς εσωτερική συνοχή που καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» καλοπροαίρετα προσφερόμενων δώρων. Η αντίληψη αυτή συνδέεται με τη βαθιά πεποίθηση ότι η κυβέρνηση μπορεί να κατευθύνει κατά το δοκούν την οικονομία τόσο σε μακρο- όσο και σε μικροεπίπεδο. Συνδέεται επίσης με την εμπιστοσύνη στις απέραντες αναδιανεμητικές ικανότητες μιας «καλοκάγαθης» κυβέρνησης. Ένα ενδιαφέρον πρότυπο τέτοιου οικονομικού λαϊκισμού εφαρμόσθηκε στην Αργεντινή του Περόν με το γνωστό αποτέλεσμα της μακροχρόνιας παρακμής.

Συναφώς, ο λαϊκισμός παραγνώριζε την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και το πώς λειτουργεί η οικονομία γενικά. Κάθε επίκληση στην ρεαλισμό ήταν μάταιη και, στα μάτια του,  ύποπτη ότι εξυπηρετούσε «κάποια» συμφέροντα του εσωτερικού ή του εξωτερικού. Οι εκπρόσωποί του παρανοούσαν συστηματικά προειδοποιήσεις ή έστω αμφιβολίες από ανθρώπους της γνώσης.

Ας προσθέσουμε ότι τα στελέχη της ελληνικής αριστεράς δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τι συνέβαινε στην Ευρώπη, πως εξελισσόταν εκεί το σύστημα συνεργασίας -οι θεσμοί και οι πολιτικές του-, τι επιπτώσεις είχαν για τους στόχους και τα μέσα της  εθνικής πολιτικής . Απλά  απέρριπταν την ΕΕ ως νεοφιλελεύθερη, μολονότι επιθυμούσαν να διαχειρισθούν τα προγράμματα βοήθειας τύπου ΕΣΠΑ!  Πίστευαν ότι θα άλλαζαν την ΕΕ ή, σιωπηρά, ότι οι εταίροι θα ανέχονταν τη  λογική του «λαθρεπιβάτη» (free rider) που δεν εφαρμόζει τους κοινούς κανόνες, ενώ απαιτεί βοήθεια.

Όλα αυτά συνυφαίνονταν φυσικά με ισχυρή δόση ανεδαφικότητας ως προς τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας: Το δήλωσε καθαρά ο Γιάννης Δραγασάκης:  «Πιστεύαμε ότι αν απειλούσαμε με έξοδο θα υποχωρούσαν. Και εκπλαγήκαμε όταν οι εταίροι μας προσφέρθηκαν να μας διευκολύνουν για την έξοδο από το Ευρώ». Το αποτέλεσμα ήταν να διαπραγματευθούν στη συνέχεια από πολύ χειρότερη θέση καθώς η οικονομία είχε υποστεί υφεσιακή υποτροπή.  Ακολούθησαν οι επόμενες εκπλήξεις- το νέο μνημόνιο και οι όροι της δανειακής σύμβασης.

Η οικονομική και θεσμική προσαρμογή  επιβάλλεται από τα πράγματα.

Τώρα, η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες προσαρμογής στον κόσμο που ζούμε (1990, 1996, 2012) και ελπίζω να μη αποδειχθεί προσωρινή τη φορά τούτη. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αποχώρηση της αριστερής πλατφόρμας  δείχνει αποφασισμένη να εφαρμόσει τη νέα συμφωνία με τους θεσμούς. Οι ηχηρές καταγγελίες ότι εγκατέλειψε αρχές και υποσχέσεις του παρελθόντος είναι εκτός θέματος.  Ως κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία επιτάχυνε στον κατήφορο, ήταν μια σαφής προειδοποίηση. Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.

Δεύτερον, η στροφή ήταν αναγκαία όχι μόνο επειδή απέτρεψε μια χαοτική χρεοκοπία και θα επιτρέψει την εισροή νέας βοήθειας αλλά και για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους που μακροπρόθεσμα έχουν μεγαλύτερη σημασία αν το κριτήριο είναι η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς δεκανίκια. Οι εξωτερικοί περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Οι αγορές  επεκτείνονται και διαφοροποιούνται, η τεχνολογική εξέλιξη σε πληροφορική και επικοινωνίες κάνουν τον κόσμο διαφανέστερο και αυτό σημαίνει ότι οι οικονομικές πληροφορίες διαχέονται σήμερα ταχύτατα γύρω από τιμές, φόρους, υποδομές, μεταφορές, ποιότητα δημοσίων υπηρεσιών, εφαρμογή του νόμου και επηρεάζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις και παρά τις εισοδηματικές ανισότητες (που μπορούν να διορθωθούν), οι αγορές και ο ανταγωνισμός είναι σπουδαίοι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: Πρέπει να αλλάξουν όλα όσα στο δεδομένο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον,  οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015).[5]  Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι αυτό ήταν κληρονομιά εν μέρει του λαϊκισμού της δεκαετίας του ’80 και εν μέρει της παραδοσιακής πρακτικής πελατειακών και συντεχνιακών διευθετήσεων – και της ιστορίας!  Το αποτέλεσμα συνοπτικά και συγκεκριμένα:  Διαρκής παραγωγή ελλειμμάτων και συσσώρευση χρεών, χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αναποτελεσματική παροχή βασικών κρατικών υπηρεσιών, μια εσωστρεφής επιχειρηματικότητα που επιβίωνε όχι μέσω της καινοτομίας αλλά μέσω της διαπλοκής με το κράτος.

Τα προηγούμενα μπορούσαν να συμβαίνουν χάρη στον θηριώδη εξωτερικό δανεισμό και την σχεδόν απρόσκοπτη εισροή βοήθειας από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Όταν στέρευσε ο πακτωλός, η κρίση πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και αναδείχθηκαν ευκρινώς όλες οι παθογένειες του μοντέλου μας. Η λύση όμως δεν ήταν, όπως σημειώσαμε,  ο αντιπολιτευτικός  λαϊκισμός που είχε στο μεταξύ θεριεύσει, αλλά ευρείας κλίμακας μεταρρυθμίσεις.

Συνοψίζω: Ο ΣΥΡΙΖΑ ως  κυβέρνηση έπρεπε να εγκαταλείψει τις λαϊκιστικές εκτροπές και να υπογράψει το νέο μνημόνιο, πρώτον, για να αποφύγει τα χειρότερα (τη χρεοκοπία και μια απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου) και, δεύτερον,  για να ανοίξει πάλι, μετά τις εκλογές είτε μόνος είτε σε συνασπισμό  με άλλους, τον δρόμο της προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ίσως ο αναπροσανατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ αποδειχθεί πως ήταν ο μόνος τρόπος για να αποδεχθεί ο κόσμος τις αλλαγές του μνημονίου.

Θα δούμε αν  εσφαλμένα νόμιζα ότι ο δρόμος αυτός είχε κλείσει στις 25 Ιανουαρίου 2015.

[1] Βλ. Η σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) επικυρώθηκε με τον νόμο 4336 από 14. 8 . 2015 που ψηφίσθηκε από τη Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία αλλά και με σοβαρές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Το μνημόνιο περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και  χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

[2] Άλλωστε, όπως αισιόδοξα μας υπενθύμισε ο Στάθης Καλύβας  η Ελλάδα έχει επιδείξει ικανότητα να ανακάμπτει θεαματικά μετά από κρίσεις. Βλ. Στάθης Καλύβας Καταστροφές και θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μετάφραση από την αγγλική  Νίκου Ρούσσου, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015.

[3] Βλ. ανάμεσα σε πολλά άλλα κριτική του  Κώστα Σημίτη στο Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, Γνώση, Αθήνα 1992, σελ. 38. Βλ. επίσης ανάλυση του Τάκη Παππά στο Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2015 και  «τεχνοκρατική» προσέγγιση, που αποφεύγει πάντως τη λέξη λαϊκισμός αλλά αναδεικνύει και γενικότερες αποτυχίες των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης στο Τάσος Γιαννίτσης Η Ελλάδα στην κρίση, Πόλις, Αθήνα 2013.  Για τη δεκαετία του ’80 βλ. Πάνος Καζάκος Ανάμεσα σε κράτος και αγορά, οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα 1944-2000, Πατάκης, Αθήνα 2001.

[4] Βλ. παρέμβαση του Γ. Σιακαντάρη στοhttp://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=731059   22.8.2015

[5] Είχαν προηγηθεί οι κρίσεις που προκάλεσε η  λαϊκιστική πολιτική το 1985 και το 1989.

Οι εκλογές και οι μεταρρυθμίσεις

Δημοσίευση στην εφημερίδα Τα Νέα, 31.08.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία.
Κατά τη γνώμη μου η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή από την εφαρμογή του (έστω με κάποιες βελτιώσεις), ακριβώς γιατί οι εσωτερικές μας πολιτικές επιλογές, δομές, θεσμοί και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό μας οδήγησαν στην κρίση και την παρατείνουν.
Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει το μνημόνιο, πέρα από διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κ.λπ.
Ακόμα και στις περισσότερες «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κ.λπ. Πρόκειται, ουσιαστικά, για αλλαγή του παραδείγματος πολιτικής με έμφαση στον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Αλλά θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο πολιτικός κίνδυνος είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.
Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών είναι ένα κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Ποιος θα συνεργασθεί με ποιον αν δεν υπάρξει σαφής εντολή των πολιτών;
Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!
Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη.
Η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και δείχνει ότι δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει π.χ. η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα.
Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη πλευρά σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει μεν ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί), αλλά σε μερικά συγκεκριμένα θέματα το κόμμα υποχωρεί σε παραδοσιακά αναχώματα.
Τέλος, οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες αλλαγές χρειάζονται.
Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί…