Ετικέτα: μεταρρυθμίσεις

Μια σύντομη υπεράσπιση των μεταρρυθμίσεων για υποψιασμένους

Δημοσιεύτηκε στο liberlal.gr Δευτέρα 03 Απριλίου 2017

Οι «μεταρρυθμίσεις» που προβλέπουν τα προγράμματα προσαρμογής τείνει να απαξιωθεί ως όρος στη δημόσια συζήτηση. Στόχος τους όμως είναι να βελτιώσουν την οικονομική αποτελεσματικότητα σε κράτος και οικονομία με καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και αποτέλεσμα την υπέρβαση της κρίσης. Δεν αποτελούν «τεχνικό» ζήτημα, αλλά συνυφαίνονται με ευρύτερα, θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το μέγεθος και την ποιότητα του κράτους, την κατανομή βαρών μεταξύ των γενεών, την ατομική ευθύνη και λογοδοσία κλπ. Επομένως έρχονται σε πλήρη αντίθεση με διάχυτες «βολικές πεποιθήσεις» του παρελθόντος που συνοψίζαμε στον όρο «κρατισμός».

Τα επιμέρους σημεία του τελευταίου προγράμματος (Μνημόνιου ΙΙΙ) όπως επικαιροποιήθηκε τον Ιούνιο 2016 και έκτοτε έχει ουσιαστικά παγώσει επιδέχονται μεν βελτιώσεις μέσω διαπραγματεύσεων και ορθολογικότερης εφαρμογής, συνολικά όμως οι μεταρρυθμίσεις του αγγίζουν τις πηγές των «αποτυχιών του κράτους» μας: Διαφθορά και κακοδιαχείριση, διαπλοκή, εύθραυστη παραγωγική βάση, μη τήρηση του νόμου, όπου τα Εξάρχεια είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου της διαχεόμενης ανομίας κ.α. Αν αποτύχει και αυτό το Μνημόνιο η κατάληξη θα είναι η ανοιχτή χρεοκοπία, ένα χαοτικό καθεστώς δραχμής, νέα πτώση του βιοτικού επιπέδου και πολιτική αστάθεια.

Ειδικότερα (και για να άρουμε το ιδεολογικό πέπλο που επικρατεί) ο όρος «μεταρρυθμίσεις» υποδηλώνει σήμερα γενικά μέτρα που, μεταξύ άλλων,

(α) ανοίγουν τις αγορές στον ανταγωνισμό, καταργώντας μονοπώλια και άλλες μορφές προστασίας ευνοούμενων ομάδων,

(β) κάνουν αποτελεσματικότερη τη λειτουργία του κράτους (π.χ. με αξιολόγηση δομών και στελεχών),

(γ) στον δημοσιονομικό τομέα, περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης να δαπανά και φορολογεί ή να δημιουργεί ελλείμματα και χρέη (deficit bias) για να δώσει δώρα σε ευνοούμενους, και

(δ) εκλογικεύουν την κοινωνική πολιτική (π.χ. με την αντικατάσταση πάσης φύσης επιδομάτων με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ή Εισόδημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης). Μεταρρύθμιση δεν σημαίνει κοινωνική αναλγησία, αλλά υπέρβαση του πελατειακού και αναποτελεσματικού «κράτους-παροχών».

Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται θεμελιωδώς η κρατική παρέμβαση στο πλαίσιό μιας γενναίας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Στο κράτος (σε διάφορα επίπεδα) αναγνωρίζεται ουσιαστικός ρόλος αρκεί να τον εκπληρώνει σωστά π.χ. να αξιοποιεί πραγματικά τις δυνατότητες για παραγωγή δημοσίων αγαθών (π.χ. «παιδεία»), να πετυχαίνει τους βασικούς του στόχους στην κοινωνική πολιτική και να ρυθμίζει τις οικονομικές δραστηριότητες ώστε να μειώνονται ή αποφεύγονται αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις (externalities).

Στην πράξη, η πραγματικά εναλλακτική αλλά μη ρεαλιστική πρόταση είναι η προάσπιση του status quo, ή και η ακόμα λιγότερο ρεαλιστική επιστροφή στο παρελθόν – σε δομές και συμπεριφορές που μας οδήγησαν στην κρίση.

Τώρα, απλοποιώντας κάπως, θεωρώ ότι υπάρχει ευρεία επιστημονική συναίνεση για τις θετικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων σε όρους γενικής ευημερίας. Ουσιαστικά αποτελούν το κλειδί για υπέρβαση της κρίσης και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο υπολογισμός του γενικού οφέλους είναι σχεδόν παιδική άσκηση (Fraport, Ελληνικό κλπ) σε άλλες περιπτώσεις το γενικό όφελος είναι δυσδιάκριτο αλλά εξίσου υπαρκτό π.χ. αν εμπεδώνονται θεσμοί που λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς για να προσφύγω σε έναν όρο των Robinson και Acemoglou.

Όμως διαπιστώνουμε ότι ανεξάρτητα από το τι λέγει η οικονομική-πολιτική ανάλυση, στην πράξη οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ή αλλοιώνονται. Έτσι φθάνουμε στο ερώτημα: Αν οι μεταρρυθμίσεις αποφέρουν καθαρά κέρδη ευημερίας για ολόκληρη την κοινωνία (όπως υποδεικνύει η επιστημονική έρευνα), τότε τι εμποδίζει πολλές από αυτές;

Παραθέτω επιλεκτικά έναν κατάλογο των εμποδίων: Ειδικά συμφέροντα που υπερασπίζονται το status quo και εμπλέκονται σε ένα πόλεμο φθοράς προκειμένου να αποφύγουν το κόστος ή να το μεταθέσουν σε άλλους, τον εκλογικό κύκλο (οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν κατά κανόνα μακροχρόνια, ενώ ο χρονικός ορίζοντας των πολιτικών δεν ξεπερνά τις επόμενες εκλογές), την αδιαφανή κατανομή βαρών, την ποιότητα της ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να πιστεύει σε αυτό που κάνει, τις επικρατούσες ιδέες για το κράτος και την αγορά κ.α. Φυσικά, ο κατάλογος των παραγόντων που εμποδίζουν τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες δεν εξαντλείται σε αυτούς.

Στη συνέχεια στέκομαι σε δύο που επηρεάζουν το γενικότερο κλίμα: Ο πρώτος είναι η χαμηλή εμπιστοσύνη. Έχουμε σοβαρές εμπειρικές ενδείξεις ότι ένας υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης σε θεσμούς και κυβέρνηση ευνοεί μεταρρυθμιστικά σχέδια και επηρεάζει θετικά τις οικονομικές επιδόσεις. Αυτό συμβαίνει διότι π.χ.

  • τα άτομα που εμπιστεύονται θεσμούς επενδύουν μακροπρόθεσμα,
  • δεν σπαταλούν χρόνο και πόρους για …προστασία ή βόλεμα και
  • είναι περισσότερο διατεθειμένα να δεχθούν μεταρρυθμίσεις, αν θέλετε, να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά.

Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι είμαστε μια χώρα χαμηλής εμπιστοσύνης (ΟΟΣΑ, 2017).

Δεύτερον, τα φανερά ειδικά συμφέροντα και οι αφανείς διαπλοκές στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας.

Απλοποιώντας κάπως και τελειώνοντας σημειώνω ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση γενικευμένης δυσπιστίας όπου κάθε μια κοινωνική ομάδα ή κάθε ένας από τους παίκτες στη δημόσια σφαίρα (με εξαιρέσεις πάντως) διαμορφώνουν χωριστά και ανεξάρτητα τη δική τους άποψη για το τι πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους δικούς τους ορισμούς συμφέροντος. Τότε, μας προειδοποιεί η θεωρία (βλ. δίλημμα των φυλακισμένων), θα καταλήξουν σε αποφάσεις που τελικά είναι χειρότερες για όλους (ή έστω για τους περισσότερους) από εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν αν συντονίζονταν και εκτιμούσαν σωστά και από κοινού τα οφέλη και κόστη των αλλαγών.

Ο ρόλος της ηγεσίας που εκπέμπει σαφή μηνύματα αλλαγής, αψηφά το βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος και διεκδικεί την ψήφο των πολιτών με αυτήν ακριβώς την εντολή, είναι τότε κρίσιμος για την υπέρβαση της χειρότερης «λύσης», δηλαδή της ασταθούς στασιμότητας ή και αργόσυρτης διαδικασίας οικονομικής και κοινωνικής παρακμής. Στην περίπτωσή μας πολλά εξαρτώνται συγκεκριμένα από αυτό που οι διεθνείς θεσμοί αποκαλούν «οικειοποίηση» των μεταρρυθμίσεων (ownership), ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις πρέπει να «ενστερνισθούν» και εφαρμόσουν αξιόπιστα ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.

Advertisements

Οι εκλογές και οι μεταρρυθμίσεις

Δημοσίευση στην εφημερίδα Τα Νέα, 31.08.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία.
Κατά τη γνώμη μου η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή από την εφαρμογή του (έστω με κάποιες βελτιώσεις), ακριβώς γιατί οι εσωτερικές μας πολιτικές επιλογές, δομές, θεσμοί και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό μας οδήγησαν στην κρίση και την παρατείνουν.
Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει το μνημόνιο, πέρα από διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κ.λπ.
Ακόμα και στις περισσότερες «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κ.λπ. Πρόκειται, ουσιαστικά, για αλλαγή του παραδείγματος πολιτικής με έμφαση στον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Αλλά θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο πολιτικός κίνδυνος είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.
Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών είναι ένα κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Ποιος θα συνεργασθεί με ποιον αν δεν υπάρξει σαφής εντολή των πολιτών;
Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!
Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη.
Η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και δείχνει ότι δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει π.χ. η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα.
Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη πλευρά σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει μεν ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί), αλλά σε μερικά συγκεκριμένα θέματα το κόμμα υποχωρεί σε παραδοσιακά αναχώματα.
Τέλος, οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες αλλαγές χρειάζονται.
Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί…