Ετικέτα: κόκκινες γραμμές

Η «δυσδιάκριτη» κληρονομιά της δικτατορίας

Δημοσιεύτηκε Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017 στο liberal 

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Advertisements

Η αργόσυρτη υπέρβαση του κρατισμού στην Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 25.7.2016

Στην εποχή του 3ου Μνημονίου και μετά από ένα τραυματικό διάλειμμα συνεχίζεται η δύσκολη πορεία προσαρμογής θεσμών και πολιτικών της χώρας. Το τρίτο Μνημόνιο και το «συμπληρωματικό Μνημόνιο» ισοδυναμούν με δύο νέες προσπάθειες για εισαγωγή και σταθεροποίηση ενός νέου «παραδείγματος»οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που άρχισε με το πρώτο Μνημόνιο το 2010. Οι προβλεπόμενες αλλαγές προκαλούν αναταράξεις αλλά, αν ολοκληρωθούν, θα επιφέρουν θεμελιώδεις μεταβολές του περιεχομένου και των θεσμών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η οικονομική και θεσμική φιλοσοφία των Μνημονίων, επομένως του τρίτου Μνημονίου και του συμπληρώματός του, διαφέρει ουσιωδώς από τις πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος που στρέβλωναν τυπικούς κανόνες και κατέληγαν σε ένα αντιπαραγωγικό εν τέλει αλισβερίσι. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με την αδιαφοροποίητη δυσπιστία έναντι του μηχανισμού της αγοράς που καλλιεργήθηκε στην ευρύτερη κεντροαριστεράμε βάση παραδοχές που έχουν ιστορικά διαψευσθεί.

Αυτές οι διαφορές  αναδεικνύονται κάθε φορά που τίθεται θέμα ανάπτυξης, δηλαδή μιας ικανοποιητικής και διατηρήσιμης ανόδου του ΑΕΠ.

Το «παράδειγμα», που είναι ενσωματωμένο στο Μνημόνιο, έχει ως βασικά χαρακτηριστικά τη  δημοσιονομική ισορροπία, τον υγιή ανταγωνισμό στις αγορές και τη μείωση του μεγέθους του κράτους με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέτρα. Ο στόχος είναι να επιστρέψει η χώρα σε διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί και ένα καλύτερο κράτος που αντιμετωπίζει τις περιβαλλοντικές απειλές (βλ. ανακύκλωση απορριμμάτων, δασικούς χάρτες, χωροταξία), εκλογικεύει την κοινωνική πολιτική με αποτελεσματικούς θεσμούς αλληλεγγύης, καθιστά λειτουργικότερη τη δικαιοσύνη και αποτελεσματικότερη τη Δημόσια Διοίκηση, βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών του (υγεία!)  κλπ.  Πρόκειται εν πολλοίς  για στοιχειώδη μέτρα που λογικά αποτελούν συστατικά στοιχεία κάθε συνετής πολιτικής- αριστερής ή δεξιάς. Για να επιτύχει τους στόχους αυτούς το Μνημόνιο συνδέεται με σημαντικές ροές πόρων (διαρθρωτικά ταμεία κ.α.). Επιζητεί δηλαδή να συμβιβάσει τον οικονομικό στόχο της ανάπτυξης μέσω των ανοιχτών αγορών  με κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους  που προϋποθέτουν εν τέλει ένα ενεργό μεν αλλά αποτελεσματικό κράτος, ισχυρό έναντι μεμονωμένων  συμφερόντων.

Στο ζήτημα των στρεβλώσεων των αγορών  σημειώνεται «ατμοσφαιρική» πρόοδος. Στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών φαίνεται ότι γίνεται πλέον ευρύτερα κατανοητό ότι υπάρχει θέμα στρεβλώσεων του ανταγωνισμού λόγω κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων που προστατεύουν συγκεκριμένες ομάδες ή λόγω ανοχής μονοπωλιακών πρακτικών (καρτέλ).

Στις  εργασιακές σχέσεις έχουν επίσης τεθεί ευαίσθητα θέματα. Η επανάληψη από την ελληνική πλευρά ασαφών και εν μέρει παραπλανητικών δηλώσεων για «κόκκινες»γραμμές δεν απαντά  σε ερωτήματα που προκύπτουν από την κατάσταση της χώρας: Πως μπορούν οι επιχειρήσεις να επιβιώνουν σε αντίξοες συνθήκες; Τι ακριβώς πετυχαίνουν υπουργικές απαγορεύσεις απολύσεων; Ως ποιο βαθμό οι ισχύοντες συνδικαλιστικοί κανόνες (π.χ. για λήψη αποφάσεων απεργίας) είναι δυσλειτουργικοί; Πως επηρέασαν την τύχη μεγάλων επιχειρήσεων; Ποιες είναι οι δικές μας εμπειρίες; Ποιο σύστημα εργασιακών σχέσεων θα ενθάρρυνε ξένες παραγωγικές επενδύσεις που τόσο χρειάζεται η χώρα; Ποιους αφορά το ζήτημα των «μαζικών» απολύσεων; Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έκλεισαν μαζικά χωρίς μαζικές απολύσεις! Ποιες ακριβώς «βέλτιστες πρακτικές» εννοούμε εμείς που έχουμε δεσμευθεί να τις αναζητήσουμε; Ή είναι οι «βέλτιστες πρακτικές» συνώνυμο του statusquo; Τι πρέπει να συμβεί ακόμα για να καταλάβουμε ότι το κράτος δεν παρέχει περισσότερη ασφάλεια στους εργαζόμενους εμποδίζοντας την ευελιξία των επιχειρήσεων γιατί τότε τις ωθεί προς το κλείσιμο. Η ευελιξία των επιχειρήσεων είναι προϋπόθεση για την επιβίωση ή ανάπτυξή τους και, οπωσδήποτε, για την είσοδο νέων στην παραγωγή. Το κράτος  όμως μπορεί να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό δίκτυ ασφαλείας για τους εργαζόμενους. Η προάσπιση του statusquo είναι αδιέξοδη πολιτική.

Ας προσθέσουμε ότι οι θεσμοί δεν ζητούν ευελιξία χωρίς ασφάλεια. Το αντίθετο μάλιστα. Το Μνημόνιο υποδεικνύει την ανάγκη για καλύτερες ενεργές πολιτικές απασχόλησης  με την αναμόρφωση του ΟΑΕΔ, αποτελεσματικότερους θεσμούς επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης κ.α.

Τέλος,  μια μάλλον υποτιμημένη πτυχή του νέου Μνημόνιο  είναι ότι διαμορφώνει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την οικονομική και ειδικότερα τη δημοσιονομική πολιτική (Δημοσιονομικό Συμβούλιο, Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε» («υπερταμείο»), Μηχανισμός Δημοσιονομικής Προσαρμογής  («κόφτης»), Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή Δημοσίων Εσόδων  κ.α. Οι αλλαγές αυτές, που εν μέρει συμπληρώνουν αδρανοποιημένα μέτρα προηγούμενων κυβερνήσεων (π.χ. το δημοσιονομικό συμβούλιο) τείνουν να μειώσουν το βαρύ χέρι της πολιτικής στη δημόσια οικονομία και περιουσία. Πελατειακές πρακτικές και άλλες adhoc παρεμβάσεις ήταν άλλωστε υπεύθυνες για την αναποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης. Το νέο θεσμικό πλαίσιο, τείνει να «πειθαρχήσει» το πελατειακό σύστημα.

Γενικότερα, η κυβέρνηση θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη «θεσμική φιλοσοφία» της. Αυτό αφορά γενικά μεν στο πεδίο «νόμος και τάξη», ειδικά δε στις ανεξάρτητες αρχές. Ανάπτυξη με  αποκλεισμούς δεν γίνεται. Αλλά ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς – για να προσφύγουμε στην ορολογία πρόσφατης μελέτης – σημαίνει σταθερούς κανόνες που ισχύουν για όλους, είναι δηλαδή inclusive,  είτε μιλάμε για διορισμούς, είτε για ρυθμίσεις των αγορών προϊόντων, είτε για αναθέσεις έργων, προστασία της κοινής περιουσίας (του περιβάλλοντος), φορο- και εισφοροδιαφυγή, λογοδοσία. Σημαίνει ακόμα  θεσμούς που εμποδίζουν την ιδιοτελή οικειοποίηση πόρων (διαφθορά και σπατάλη). Και συνυφαίνονται με ένα λειτουργικό νομικό σύστημα. Το αντίθετο είναι οι «εξορυκτικοί» (extractive) θεσμοί που διανέμουν αυθαίρετα εύνοιες σε άτομα και ομάδες ενώ  αποκλείουν άλλα και άλλες και οδηγούν στην οικονομική παρακμή.[1]

Όλα αυτά (άνοιγμα των αγορών, δημοσιονομικοί θεσμοί που πειθαρχούν τους πολιτικούς, συμμετοχικοί θεσμοί) και πολλά άλλα προσκρούουν σε αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας της ελληνικής πολιτικής οικονομίας. Οι πολύμορφες αντιδράσεις στις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη αποφασισθεί  συνεχίζονται, μερικές φορές με επιδέξια χρήση νομικών εργαλείων και πολιτικών τεχνασμάτων για αποφυγή μεταρρυθμίσεων που ανατρέπουν κεντρικές πολιτικές επιλογές (βλ. υπόθεση Cosco).

Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει,εκτός της προγραμματικής-ιδεολογικής κληρονομιάς της, τους προσοδοθηρικούς θεσμούς και τους γύρω από αυτούς διαμορφωμένους συσχετισμούς επιρροής που είχαν εμπεδωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι διαπλοκές κορυφής ήταν μόνον η κορυφή του παγόβουνου.  Το προσοδοθηρικό σύστημα υποκρύπτεται σε σειρά «διαρθρωτικών δεικτών» στους οποίους αντικατοπτρίζονται οι σημαντικότερες υστερήσεις της χώρας που λειτουργούν ως φρένο για την ανάπτυξη. Συνολικά, το θεσμικό μας πλαίσιο δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί και αυτό,  σε συνδυασμό με την αμφιθυμία τμημάτων της κυβέρνησης, τη σκληρή στάση πάσης φύσης ομάδων συμφερόντων και τη διάχυτη απογοήτευση των πολιτών, εμποδίζει την ανάκαμψη. Και αυτά συμβαίνουν την ώρα που το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον τείνει να πάρει χαρακτηριστικά κινούμενης άμμου.

[1] Acemoglou, Daron and Robinson, James  Why nations fail. The origins of power, prosperity and poverty, Crown Press, New York 2012.

Είναι η κοινωνία μας «μπλοκαρισμένη»; Η θετική όψη των πραγμάτων και οι κίνδυνοι αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων

BooksJournal, τεύχος 63 Φεβρ. 2016

Οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους «θεσμούς» (πρώην τρόικα, νυν τετραμερή) εισήλθαν σε μια κρίσιμη φάση. Από εδώ και πέρα θα πρέπει να συμφωνηθούν οι «λεπτομέρειες» εφαρμογής του νέου Μνημονίου[1]  σε ευαίσθητες περιοχές πολιτικής. Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων θα φέρει μεν επώδυνα μέτρα, αλλά είναι προτιμότερη από την αποτυχία τους, την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και τη χρεοκοπία. Αν οι πολιτικές δυνάμεις ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου Μνημονίου, θα γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις – δημοσιονομική εξυγίανση, σταθερό φορολογικό σύστημα, βιώσιμο ασφαλιστικό, αποκομματικοποιημένη Δημόσια Διοίκηση, σύγχρονο ρυθμιστικό σύστημα  κλπ. Τότε η χώρα  θα λειτουργεί με τρόπο συμβατό προς το ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον και τα δεδομένα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η οικονομία θα ανακάμψει.

Το ερώτημα είναι βέβαια τι πιθανότητες έχει αυτό το αισιόδοξο σενάριο. Θα τα καταφέρουμε ή είναι η πολιτική και η κοινωνία  «μπλοκαρισμένες» (βλ. πιο κάτω) και αδυνατούν να λύσουν θεσμικά και δομικά προβλήματα; Κινδυνεύουμε τότε να μείνουμε για πολλά χρόνια ακόμα σε μια κατάσταση προϊούσης παρακμής, που θα χαρακτηρίζεται από πτώση της παραγωγής και των εισοδημάτων, μόνιμα μεγάλη ανεργία, έξοδο των νέων, ανασφάλεια και διάτρητα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας, πολιτική αστάθεια.  Αυτό ουσιαστικά δεν συνέβη από το 2009 μέχρι σήμερα; Έχουμε λόγους να ελπίζουμε ότι η τάση θα ανατραπεί; Υπενθυμίζω ότι το πρώτο (2010) και το δεύτερο (2012) πρόγραμμα προσαρμογής απέτυχαν. Δείχνει η εμπειρία εκείνη ότι, ανεξαρτήτως προθέσεων,  η αποτυχία είναι πάλι πιθανή;

Η θετική όψη των πραγμάτων.

Διαπιστώνω μερικούς σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν το αισιόδοξο σενάριο. Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση (μετά την αποφασιστική κατ’ αρχάς αλλαγή πλεύσης του πρωθυπουργού) και οι περισσότερες δυνάμεις της αντιπολίτευσης (στην τελευταία ιδίως μετά την εκλογή του Κ. Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ.)  έχουν πλέον, μετά την αλλαγή πλεύσης  του πρωθυπουργού, μια κοινή βάση – το νέο Μνημόνιο που υπερψήφισαν στη Βουλή. Την κοινή βάση συσκοτίζει βέβαια η ρητορική της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρά ταύτα η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ του νέου (τρίτου κατά σειρά) Μνημονίου θα μπορούσε να συνιστά λόγο αισιοδοξίας.  Θεωρώ ότι ήταν ένα πρώτο βήμα για να αναιρεθεί ο διχασμός της πολιτικής και των πολιτών σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και, το σπουδαιότερο, για να δημιουργηθεί ελάχιστη συναίνεση για τους «κανόνες του παιγνιδιού» σε οικονομία, κοινωνία και πολιτική. Θα δούμε αν θα αντέξει και έχει  συνέχεια.

Επίσης, η  κοινή γνώμη, παρά την ύφεση και την αποτυχία των προγραμμάτων, εξακολουθεί να υποστηρίζει το Ευρώ. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας[2] το 60,5% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι επιλέγουν την παραμονή της χώρας στο ευρώ, έστω και αν αυτό σημαίνει την εφαρμογή ενός νέου μνημονίου (με άλλα λόγια αν η κυβέρνηση αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τις λεγόμενες «κόκκινες γραμμές» της). Αντίθετα, μόνο το 28% των ερωτηθέντων προτιμά έξοδο από την ευρωζώνη και επιστροφή στη δραχμή.

Ας προσθέσουμε ότι, αντικειμενικά, μια χώρα εσωστρεφής, υπερχρεωμένη, με ανεπίτρεπτα υψηλή ανεργία, αναποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση, κάποιες διεφθαρμένες υπηρεσίες, αναξιόπιστους θεσμούς και δυσλειτουργικές αγορές  δεν έχει άλλη επιλογή. Το πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου στηρίζεται στην οικονομική λογική και εν πολλοίς έχουν αναπτυξιακή και κοινωνική διάσταση. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ισορροπημένα εφαρμοζόμενες και με τις απαραίτητες διορθώσεις θα προετοιμάσουν το έδαφος για την επιστροφή σε συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει για τη δημοσιονομική «πειθαρχία».  Γενικά και για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα οικονομολόγων, επιζητούν λύσεις στις «αποτυχίες του κράτους». Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό ότι, από τεχνική άποψη, το πρόγραμμα «δεν βγαίνει».

Αυτά, ως προς τη θετική όψη των πραγμάτων. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν η υποστήριξη του ευρώ θα αντέξει κατά την εφαρμογή της πολιτικής οικονομικής προσαρμογής και αν και σε ποιο βαθμό η τελευταία θα ολοκληρωθεί έστω με διορθώσεις.   Δεν πρέπει να υποτιμάται ο πολιτικός κίνδυνος, δηλαδή  το πρόγραμμα να μη βγει πολιτικά. Γεγονός είναι ότι πολλοί παράγοντες θολώνουν τις προοπτικές του.

Το πρόγραμμα μπορεί να μη βγει «πολιτικά».

Πρώτον λοιπόν και παρά τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων,  μεγάλα τμήματα της κοινωνίας μας, μετά από έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης (με ένα μικρό διάλειμμα το 2014) δεν έχουν πεισθεί ότι είναι ορθή η επιλογή της εφαρμογής των Μνημονίων και της παραμονής στην Ευρωζώνη ή και στην ΕΕ. Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ότι αυτή η επιλογή συμφέρει σε όρους σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας ή ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση θα έφερνε χειρότερη δυσπραγία. Η διάχυτη δυσπιστία αποτυπώθηκε στις 5 Ιουλίου 2015  στο 61% υπέρ του ΌXI στο Δημοψήφισμα. Και βέβαια είχε τροφοδοτηθεί από τη ρητορική της απόρριψης που είχαν καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και, νωρίτερα , μέχρι το 2012 η ΝΔ.

Την ίδια διάχυτη αμφισβήτηση τρέφουν διάφορες κινήσεις της κυβέρνησης – ο ανταρτοπόλεμος  σε ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων (βλ. ΟΛΠ), η «σκληρή» πάλι διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό, η συστηματική υποβάθμιση θεσμών που είχαν συσταθεί είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια των Μνημονίων (ΓΓ Δημοσίων Εσόδων, ΕΣΡ), οι περιστασιακές ρητορικές εκρήξεις αξιωματούχων κατά του ΔΝΤ, οι δηλώσεις αποστασιοποίησης από το πρόγραμμα.

Πιθανόν, κάποιες από τις κινήσεις αυτές θα μπορούσαν καλοπροαίρετα να ερμηνευθούν ως επικοινωνιακά τεχνάσματα που τελικά μειώνουν τις αντιστάσεις στις αλλαγές που έγιναν ή θα γίνουν. Όμως, έχουν βαθύτερες ρίζες:  Πηγάζουν από την βαριά ιδεολογική κληρονομιά της ελληνικής Αριστεράς (π.χ. εξιδανίκευση του μεγάλου κράτους, προτεραιότητα στις κρατικοποιήσεις, αγνόηση οικονομικών περιορισμών με υποσχέσεις προς όλους, ακατέργαστη αντιευρωπαϊκή ρητορική κ.λ.π.). Το χάσμα που τη χωρίζει από τη φιλοσοφία του Μνημονίου είναι μεγάλο και εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Το βάρος της ιδεολογικής κληρονομιάς μεγαλώνει καθώς συμμαχεί με τις πελατειακές και συντεχνιακές παραδόσεις της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο μεγάλα τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας του τόπου (και της κυβέρνησης) εφαρμόζουν το πρόγραμμα χωρίς να το πιστεύουν – στη διατύπωση του Μνημονίου (και του Ομήρου!): δεν το ενστερνίζονται- όπως δείχνουν διάφορες ιδέες για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, «ισοδύναμα» ή «παράλληλο πρόγραμμα» κλπ. Ειδικά, η εντελώς νεφελώδης ως προς τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις συζήτηση για πάσης φύσης «ισοδύναμα» που θα αντικαθιστούσαν διάφορες δεσμεύσεις του Μνημονίου αποκαλύπτει μάλλον πολιτική αμηχανία παρά αποφασιστικότητα καθώς και τη δύναμη των συσχετισμών και αναδιανεμητικών συμμαχιών! Και συνυφαίνεται με ιδεολογικές εμμονές και κομματικές συμμαχίες που δοκιμάσθηκαν στο παρελθόν και απέτυχαν.

Οι κοινωνικές αντοχές.

Δεύτερον, οι εγχώριες συνθήκες είναι δυσμενέστερες από εκείνες του 2010 ή του 2011-12. Τότε η χώρα είχε περισσότερες αντοχές, και λιγότερη απογοήτευση,  φτώχεια και αβεβαιότητα.

Από το 2008/9 μέχρι σήμερα το ΑΕΠ μειώθηκε περίπου κατά 30% και η ανεργία διατηρείται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα. Πιθανόν, αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που εκτιμούν ότι «δεν έχουν να χάσουν τίποτε» και εκείνων που κάνουν θυσίες χωρίς να διακρίνουν κάποια αξιόπιστη προοπτική. Ταυτόχρονα νέες προκλήσεις, όπως οι μαζικές εισροές οικονομικών μεταναστών και προσφύγων  δοκιμάζουν την ικανότητα των αρχών να τις διαχειριστούν, προκαλώντας πρόσθετες αβεβαιότητες. Τις αντοχές πολιτών και πολιτικών δοκιμάζουν και τα νέα μέτρα που εφαρμόζονται.  Επομένως, οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης τα επόμενα χρόνια δεν είναι προβλέψιμες, ούτε η ανταπόκριση των κομμάτων στις διαθέσεις της. Και σημαντικά τμήματα του πληθυσμού αξιοποιούν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη «διαφωνία» τους «αποχωρώντας» είτε από την επίσημη οικονομία είτε από τη χώρα![3]

Συναφώς, στην τρέχουσα συζήτηση διαπιστώνουμε μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα σε ευρεία υποστήριξη γενικά υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη και στις συνεχείς δυσκολίες εφαρμογής των προβλεπόμενων σε αυτή μέτρων. Η αμφισημία των κομματικών δυνάμεων και οι ηχηρές αντιδράσεις των κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων που θίγονται κάθε φορά από τα μέτρα προσαρμογής (επαναλαμβανόμενες απεργίες, γενικές απεργίες, πορείες) είναι ανησυχητικά συμπτώματα μιας «μπλοκαρισμένης κοινωνίας», όπως χαρακτηρίζει ο Anthony Giddens κοινωνίες όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές.[4] Και, δεν υπάρχει μια τόσο  ισχυρή παραγωγική βάση σφυρηλατημένη στον διεθνή ανταγωνισμό που να είναι ικανή λόγω μεγέθους να στηρίζει αποτελεσματικά τις μεταρρυθμίσεις.

Γεγονός είναι ότι πολλά μέτρα του Μνημονίου συνεπάγονται μειώσεις εισοδημάτων, ενώ άλλα φέρνουν στην επιφάνεια ζητήματα κατανομής των βαρών της προσαρμογής.  Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο συνταξιοδοτικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ διαφορετικών αρχών (δικαιοσύνη έναντι οικονομικής αποτελεσματικότητας). Πρέπει επίσης να αιτιολογείται πειστικά: Γιατί πρέπει να προστατευθούν οι σημερινοί συνταξιούχοι και όσοι έχουν «ώριμα» συνταξιοδοτικά δικαιώματα (π.χ. μέσω της «προσωπικής διαφοράς»)  σε βάρος των σημερινών εργαζομένων που τα χρηματοδοτούν;  Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και σε άλλους τομείς: Φορολογία, ιδιωτικοποιήσεις κλπ.  Σε όλα αυτά η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα τείχος – τη διάχυτη δυσπιστία για τις προθέσεις της που εμποδίζει κάθε ορθολογική συζήτηση.

Ας προσθέσουμε ότι τις δυσκολίες πολλαπλασιάζουν η φύση και η  κλίμακα των αλλαγών που θίγουν  πολυάριθμες πηγές προσόδων (=εισοδημάτων χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα) και θεσπίζουν θυσίες  κεκτημένων, ενώ διαταράσσουν ιστορικές ισορροπίες και συμπαιγνίες. Δεν συνιστούν παρέμβαση σε ένα μόνον ή λίγους τομείς της οικονομίας ή της πολιτικής π.χ. στην υγεία.

Τον Ιανουάριο 2016 διογκώθηκαν οι κοινωνικές αντιδράσεις με αφετηρία το ασφαλιστικό. Θα δούμε αν τελικά η εξέλιξη θα διαψεύσει (πάλι) ή θα επιβεβαιώσει την αισιόδοξη υπόθεση ότι μια κρίση μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στα συστήματα αξιών  δημιουργώντας μια νέα ηθική σε πολίτες και πολιτικούς.[5] Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, σε μια κατάσταση κρίσης μπορεί να αναγνωριστεί η πίστη στη συλλογική δράση, η σημασία της λιτότητας (όπως περίπου την όριζε διορατικά ο Enrico Berlinguer τη δεκαετία του ’70),[6] της αλληλεγγύης και της θυσίας, και να ενδυναμωθεί το αίτημα για πολιτική που δρα για το σύνολο και όχι για να ικανοποιεί άναρχα, εγωιστικά και μυωπικά επιμέρους αιτήματα.

[1] To «Μνημόνιο συνεννόησης» περιλαμβάνεται στο νόμο 4336/14.8.2015.

[2] Την έρευνα διεξήγαγε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο- Μονάδα Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας  υπό την επιστημονική ευθύνη του Ν. Μαρατζίδη. Τα πορίσματά της δημοσιεύθηκαν στις 20.7.2015. Σε παρόμοια αποτελέσματα κατέληξαν και άλλες έρευνες όπως της MRB το 2014 και της Alco.

[3] Δανείζομαι τους όρους «διαφωνία» και «αποχώρηση» από το  Albert O. Hirschman, Αποχώρηση, Διαφωνία και Αφοσίωση- Αντιδράσεις στην παρακμή επιχειρήσεων, οργανώσεων και κρατών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2002, σελ. 31. Ο Hirschman εισήγαγε τις έννοιες της «διαφωνίας» (voice) και της «αποχώρησης» (exit) ως τις βασικές κατηγορίες εκδήλωσης δυσαρέσκειας πολιτών και καταναλωτών στην παρακμή οργανισμών και επιχειρήσεων. Αυτού του τύπου η αντίδραση δεν αλλάζει τα πράγματα.

[4] Βλ. Anthony Giddens, Europe in the Global Age, Polity Press, 2007.

[5] Federico Rampini Le dieci cosec he non sarano piu le stesse, Milano 2009.

[6] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων την πρόσφατη μελέτη του  Γιάννη Μπαλαμπανίδη Ευρωκομμουνισμός : Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015.