Ετικέτα: αναδιάρθρωση

Από την αναδιάρθρωση της ΑΤΕ στο άδοξο τέλος της. Α case study πολιτικής οικονομίας.

Πρόλογος στο βιβλίο του Δ. Μηλιάκου  Η κοινωνικοοικονομική πορεία και το βίαιο τέλος της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεις Βασδέκης, Αθήνα 2021, σελ. 13-22.

  1. Ένα επίκαιρο και διδακτικό βιβλίο.

Το ανά χείρας βιβλίο του Δημήτρη Μηλιάκου έχει ως κύριο αντικείμενο τις τύχες της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ, αργότερα ΑΤΕ Bank). Παρακολουθεί τη διαδρομή της και αναζητά τις αιτίες  του άδοξου τέλους της το 2012  μετά από μια επιτυχημένη όπως φαίνεται περίοδο εκσυγχρονισμού της.  Το βιβλίο είναι επίκαιρο, γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις και λοιπές αναδιαρθρώσεις στον τραπεζικό τομέα με εξαγορές και συγχωνεύσεις συνεχίζονται. Είναι επίσης  διδακτικό, γιατί προσφέρει μια συναρπαστική περιγραφή  «αφανών συμπαιγνιών» (Mancur Olson) και αντιθέσεων συμφερόντων μεταξύ πολλών εμπλεκομένων στις οικονομικές διαδικασίες – πολιτικών, τράπεζας, ανταγωνιστών του ιδιωτικού τομέα, συνεταιρισμών, ανεξαρτήτων αρχών, τοπικών παραγόντων και συνδικαλιστών.  Φωτίζει μερικές από τι δυσλειτουργίες όχι μόνο του κράτους, αλλά και του ιδιωτικού τομέα και των ανεξαρτήτων αρχών.  Επομένως, το βιβλίο μπορεί να διαβασθεί από περισσότερες οπτικές γωνίες- ως ιστορικό μιας πορείας, ως συνεισφορά στην πολιτική οικονομία (δηλαδή στις σχέσεις οικονομίας και πολιτικής) της χώρας και ως προσπάθεια ενός πρωταγωνιστή  να εργασθεί εκσυγχρονιστικά μαζί με άλλα στελέχη  εντός του θεσμού (2002-2009) και με ούριο άνεμο από την τότε κυβέρνηση ΝΔ. 

Το βιβλίο συνδυάζει τεχνοκρατική ανάλυση με μια πολιτικοκοινωνικά ευαίσθητη ματιά. Ο συγγραφέας  ενδιαφέρεται μεν για την τράπεζα, καθώς τον διαπερνά η αγωνία του για την επιβίωσή της σε ένα μεταβαλλόμενο εθνικό, διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον,  αλλά ο ίδιος διαπνέεται και από μια   ισχυρή αίσθηση ευθύνης για το δημόσιο συμφέρον. Είναι μια ειλικρινής και θαρραλέα απόπειρα να εμβαθύνει με κριτική διάθεση στην πορεία που κατέληξε στο κλείσιμο της ΑΤΕ. Ο τίτλος του βιβλίου «Η κοινωνικοοικονομική πορεία και το βίαιο τέλος της Αγροτικής Τράπεζας (Ντοκουμέντα, Μυθεύματα και Αναπάντητα Ερωτηματικά), Αθήνα, 2021» έχει προγραμματικό χαρακτήρα.

Μπορεί κανείς να έχει ενστάσεις για ορισμένες θέσεις του ή για παραλείψεις, αλλά ο σκληρός πυρήνας των πληροφοριών που παρέχει δικαιώνουν πολλές από τις εξηγήσεις των γεγονότων που δίνει.

2. Μία μαρτυρία εκ των έσω.  

Ο Δημήτρης Μηλιάκος είναι παιδί της ΑΤΕ.  Εκεί άρχισε την επαγγελματική του πορεία ως οικονομολόγος  στη Διεύθυνση Μελετών και Προγραμματισμού για να ορισθεί υποδιοικητής το 1991-3 και στη συνέχεια διοικητής του ιδρύματος το 2004-2009. Συνέδεσε το όνομά του με τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της τράπεζας.

Η Τράπεζα ήταν σημαντικός βραχίονας της αγροτικής πολιτικής μας και διατήρησε τους δεσμούς της με τους αγρότες μετά τη μετατροπή της σε κανονική τράπεζα (ΑΤΕbank).  Εκτός άλλων, η μελέτη μας υπενθυμίζει ότι η αγροτική οικονομία αποτελούσε (και αποτελεί) σημαντικό τομέα της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας στο ΑΕΠ και στις εξαγωγές.

Γνωρίζοντας την επιστημονική επάρκεια μέσω των συγγραμμάτων που έχει δημοσιεύσει και, το σπουδαιότερο,  την ακεραιότητα χαρακτήρα του συγγραφέα, εκτιμώ  ότι φωτίζει ικανοποιητικά ένα από τα πολλά δράματα που εκτυλίχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αξιοποιεί προς τούτο τις δικές του εμπειρίες ως στελέχους της ΑΤΕ και αργότερα Διοικητή της ΑΤΕbank. Σε όλη την περίοδο μέχρι την κρίση του 2009-10 και τη ελεγχόμενη πτώχευση της χώρας έζησε εκ των έσω τη ροή των γεγονότων, τους πολιτικούς στροβιλισμούς που είχαν προηγηθεί – την άνοδο του λαϊκισμού τη δεκαετία του 80, την απόπειρα αλλαγής παραδείγματος οικονομικής πολιτικής από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που τελικά πρόσκρουσε σε ένα σκυροδερματικά θωρακισμένο κοινωνικό μέτωπο αποτροπής της,   τον διπρόσωπο εκσυγχρονισμό, την επαγγελία «επανίδρυσης του κράτους» που αποδείχθηκε ανέφικτη. Όλα αυτά τα χρόνια εναλλάσσονταν οι αντιλήψεις των κυβερνήσεων για τις κρατικές επιχειρήσεις.

Η μελέτη του Δημήτρη Μηλιάκου είναι μια case study που ξεκλειδώνει το εν πολλοίς «μαύρο κουτί» της νεοελληνικής πολιτικής οικονομίας και αναδείχνει τον κυρίαρχο ρόλο των πελατειακών πρακτικών στις οποίες οι ιστορικοί μας και οι κοινωνιολόγοι παραπέμπουν συνεχώς ως επιβίωση (και μετάλλαξη) προνεωτερικών θεσμών.

Δεν κατανοούμε πολλά από τα παράδοξα της ΑΤΕ αν δεν λάβουμε υπόψη αυτό το βασικό δομικό χαρακτηριστικό της χώρας. Επομένως είναι απαραίτητο, προτού αναφερθώ στο βιβλίο, να σταθώ για λίγο σε αυτό.

3. Το πελατειακό παίγνιο.

Στο πελατειακό σύστημα οι  κυβερνήσεις καθιδρύουν θεσμούς και εφαρμόζουν πολιτικές που αποκλείουν  άτομα και κοινωνικές ομάδες, ενώ ευνοούν  όσους νομίζουν ότι πρέπει να υποστηρίξουν. Εννοείται ότι αντλούν οφέλη από αυτούς. Δεν εφαρμόζουν γενικά ισχύοντες κανόνες χωρίς αποκλεισμούς.

Αντλώντας από μια εξαιρετική πρόσφατη μελέτη του Άρη Τραντίδη[1] δέχομαι συνοπτικά ότι  σε ένα δικομματικό σύστημα το πολιτικό παίγνιο βρίσκεται σε ισορροπία Nash, ή αν θέλετεσε  ισορροπία τρόμουΔηλαδή, οποιαδήποτε μονομερής κίνηση ενός κυβερνώντος κόμματος προς εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που μειώνουν το πεδίο των πελατειακών σχέσεων θα δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο κόμμα της αντιπολίτευσης.  

Στη δημόσια συζήτηση οι πελατειακές πρακτικές γίνονταν συχνά και μάλλον υποκριτικά αντιληπτές σαν ζήτημα ηθικής, όμως είχαν βαθιές επιπτώσεις σε οικονομία και κράτος. Ενδεικτικά μόνον σημειώνω εδώ ότι συσχετίζονται καλά με την  αναποτελεσματικότητα του κράτους (του συστήματος διακυβέρνησης) και τη διαφθορά. Το αποτέλεσμα είναι η κακή χρήση των διαθέσιμων πόρων  π.χ. για διορισμούς και ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους ημέτερους μάλλον παρά για την καλή παραγωγή δημοσίων αγαθών,  οικονομικές ανισορροπίες (ελλείμματα, χρέη), χαμηλή  εμπιστοσύνη στους τυπικούς θεσμούς (κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, Βουλή κ.α.),

Για να αποφύγω παρεξηγήσεις ξεκαθαρίζω εδώ το εξής: Δίπλα στην πελατειακή λογική λειτουργούσε στη χώρα και η   λογική (ή η αξία) του δημοσίου συμφέροντος. Αυτό εξηγεί και τις προόδους που επιτεύχθηκαν σε επίπεδο δημοκρατικών θεσμών, κράτους δικαίου, κοινωνικής πολιτικής (παρά τις αντιφάσεις της), εκπαίδευσης, υποδομών. Εξηγεί ακόμα και όσες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες αναλήφθηκαν κατά καιρούς. Επομένως η ισορροπία τρόμου που αναφέραμε δεν επικαλύπτει τα πάντα.

4. Η ΑΤΕ κρίκος της παρεμβατικής αλυσίδας στο περιβάλλον της ΕΕ.  

Η ΑΤΕ ήταν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος κρατικής παρέμβασης που είχε διαμορφωθεί πριν από την ένταξη στην ΕΕ. Περιλάμβανε μηχανισμούς στήριξης των τιμών των αγροτικών προϊόντων, άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις των αγροτικών εισροών, μέτρα προστασίας από τις εισαγωγές (δασμούς και ποσοτικούς περιορισμούς κυρίως) και ευνοϊκή πιστωτική πολιτική μέσω της ΑΤΕ και των συνεταιρισμών. Για τη στήριξη του αγροτικού τομέα είχαν λοιπόν καθιδρυθεί ποικίλες διαδικασίες και θεσμοί με ισχυρή ιδεολογική νομιμοποίηση. Η ΑΤΕ ήταν κρίσιμος κρίκος  στη θεσμική αλυσίδα στην οποία ανήκαν διάφοροι «αυτόνομοι» ή κρατικοί οργανισμοί

 Δημήτρης Μηλιάκος εκθέτει εν συντομία το ιστορικό της ΑΤΕ κατά τη μεταπολεμική περίοδο, από την ανασυγκρότηση (1945-1954) μέχρι την κρίση της περασμένης δεκαετίας. 

Οι επίσημοι στόχοι της παρεμβατικής πολιτικής φαίνονταν καλοί: Να σταθεροποιηθούν τα εισοδήματα των αγροτών  και να αναπτυχθεί η εγχώρια παραγωγή προς την κατεύθυνση προϊόντων με καλή εσωτερική και εγχώρια ζήτηση.  Όμως, όπως λένε οι Γερμανοί, ο δρόμος προς την κόλαση είναι γεμάτος καλές προθέσεις. Ολόκληρο το σύστημα ήταν προφανώς  εκτεθειμένο  στην πελατειακή  λογική. Το βιβλίο του Δημήτρη Μηλιάκου προσφέρει ικανή τεκμηρίωση σχετικά. Σε αυτό το σύστημα είχαν επενδυθεί ατομικά και οικογενειακά,  πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, προσδοκίες, ιδέες.

Έτσι, στην ιστορία της ΑΤΕ επαναλαμβάνονται γνώριμα μοτίβα: πολιτική εξουσία που ταλαντεύεται μεταξύ προσαρμογών στο διεθνές περιβάλλον και ιδιοτελών  κινήτρων, ιδέες που δικαιολογούν συστηματικές αντιστάσεις σε μέτρα εκλογίκευσης (εξορθολογισμού του θεσμού).  Η ΑΤΕ είχε  λοιπόν τα βαρίδια της, π.χ. κατά τον βαθμό που ήταν εργαλείο για πελατειακές χορηγήσεις δανείων ή για τη στελέχωσή της.

Από την άλλη πλευρά όμως δεν έλειψαν στο αντίξοο ιδεολογικό κλίμα της εποχής αξιοσημείωτες αποφάσεις εξορθολογισμού και μείωσης του εναγκαλισμού της με την πολιτική. Π.χ. το 1992 μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία, ενώ άλματα αναδιάρθρωσης και εξωστρέφειας έγιναν την περίοδο 2004-2009 (βλ. πιο κάτω).

Όμως, ολόκληρο το παρεμβατικό σύστημα στη γεωργία εκτέθηκε στη διαφορετική οικονομική λογική που υπηρετούσε η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ)  της ΕΕ (τότε ΕΚ). Η ΚΑΠ προστάτευε μεν τους κοινοτικούς παραγωγούς έναντι του ανταγωνισμού τρίτων χωρών ώστε φερ΄ ειπείν να κρατά σχετικά υψηλά τις τιμές των αγροτικών προϊόντων, ταυτόχρονα όμως άνοιγε τις εσωτερικές πόρτες στον ανταγωνισμό. Επίσης υποστήριζε ολοένα και περισσότερο διαρθρωτικές αλλαγές.[2]

Η ελληνική αγροτική πολιτική και οι βασικοί της θεσμοί (ΑΤΕ, Συνεταιρισμοί, Ασφαλιστικό σύστημα, λοιποί θεσμοί στήριξης του παραγωγού) όφειλαν να προσαρμοσθούν στα νέα θεσμικά δεδομένα της ΕΕ. Και φυσικά η ίδια η παραγωγή.

Η ένταξη επέφερε αλλαγές και στον τομέα της χρηματοδότησης. Τα επιτόκια των αγροτικών δανείων ήταν επιδοτούμενα  στην Ελλάδα. Με την ένταξη στην ΕΕ η βραχυχρόνια χρηματοδότηση δεν θα μπορούσε να ασκείται γενικά επιδοτούμενη με κεφάλαια της Τράπεζας της Ελλάδος.  Υπήρχαν πάντως φωνές που υποστήριζαν ότι αυτό ακριβώς δεν έπρεπε να συμβεί και ότι η ΑΤΕ θα έπρεπε να συνεχίσει τον κοινωνικό ρόλο που ασκούσε.

Συνολικά πρέπει να δούμε όσα συνέβησαν στην ΑΤΕ σε στενή σχέση τόσο με τις αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον που επέφερε η ένταξη στην ΕΕ, όσο και με τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας και, οπωσδήποτε της πολιτικής.  

Οι συνήθειες αναλύσεις στην περίπτωση της ΑΤΕ περιέχουν μεν αρκετές τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά δεν φωτίζουν τις επιπτώσεις της πελατειακής λογικής στην ίδια και στο ευρύτερο τραπεζικό σύστημα, ούτε συναφώς τις ανακολουθίες της επίσημης πολιτικής,  τα (ανταγωνιστικά) επιχειρηματικά συμφέροντα, τον ρόλο των οργανώσεων συμφερόντων εντός και εκτός της Τράπεζας και  των επίσημων θεσμών της χώρας (όπως η Τράπεζα της Ελλάδος) και των ευρωπαϊκών μηχανισμών. Γενικά, δεν φωτίζουν τις αφανείς συμπαιγνίες που επηρέαζαν τη λειτουργία της και σφράγισαν τελικά  τη μοίρα της. Τις φωτίζει όμως επαρκώς το ανά χείρας βιβλίο.

Στην περίπτωσή της ΑΤΕ παίχθηκε ένα δράμα, καθώς  της μεταβίβασης προηγήθηκε μια περίοδος (2004-2009) κατά τη διάρκεια της οποίας έγιναν σοβαρές προσπάθειες μέρους του στελεχιακού δυναμικού της Τράπεζας και του Διοικητή  της για την επιβίωσής της ως Ανώνυμης Εταιρείας με κύριο μέτοχο το κράτος, δηλαδή για τον εκσυγχρονισμό της.  Αυτές τις προσπάθειες και τα αποτελέσματά τους  περιγράφει γλαφυρά ο Δημήτρης Μηλιάκος.

5.  Αναδιάρθρωση και εξυγίανση. .

Τη σύντομη περίοδο της θητείας του ως υποδιοικητή  1992-1994 έγιναν μερικά  βήματα που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της τράπεζας – η μετατροπή της σε ΑΕ, γεγονός που είχε επιπτώσεις στον τρόπο λειτουργίας της και, συναφώς, η έξοδος από την αποκλειστική άσκηση της αγροτικής πίστης εκτός αγροτικού τομέα, ώστε να μη αποτελεί ένα πολιτικά κατευθυνόμενο αναδιανεμητικό ταμείο, αλλά ένα κανονικό πιστωτικό ίδρυμα που προσφέρει πολλαπλές τραπεζικές υπηρεσίες.σ’ ένα ολοένα ανταγωνιστικό τραπεζικό περιβάλλον.

Όμως, η εξέλιξη της ΑΤΕ με κύριο μέτοχο το κράτος παρέμεινε  ως το 2004 αποκαρδιωτική. Η Διοίκηση Μηλιάκου την ανέλαβε τον Μάιο του 2004 με αρνητικά ίδια κεφάλαια και ζημιές που ξεπερνούσαν τα τέσσερα δισ. ευρώ. Κανονικά η Τράπεζα θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό επιτήρηση από την Τράπεζα της Ελλάδος, αφού τα ίδια κεφάλαια είχαν εξανεμιστεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ήταν πολλά. Ενδεικτικά , ο Όμιλος Αλλαμανή όφειλε 210 εκατ. ευρώ και η Sex Form 65 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, η ΑΤΕ παρείχε εγγυητικές  σε ιδιωτικές εταιρείες χωρίς ουσιαστικές διασφαλίσεις. Το βιβλίο περιέχει ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 69 και μετά) για τις εξίσου προβληματικές σχέσεις μεταξύ αγροτικών συνεταιρισμών, ΑΤΕ και πολιτικής.  Ο Δημήτρης Μηλιάκος γράφει:

«Οι ένοχοι δεσμοί στελεχών με τις αμφιλεγόμενες και ενίοτε χαριστικές δανειοδοτήσεις σε επιχειρηματίες, στο μεγαλύτερο μέρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, σχεδόν στο σύνολο των χρηματιστηριακών εταιρειών, στους συνεταιρισμούς, στις εταιρείες μετοχικού ενδιαφέροντος της ΑΤΕ, καθώς και οι κάθε μορφής πελατειακές σχέσεις με το κυβερνόν τότε κόμμα, ήταν τροχοπέδη στην πορεία της Τράπεζας» (σελ. 102).

Αυτές και άλλες συναφείς παρατηρήσεις με την ανάλογη τεκμηρίωση είναι η χαρά κάθε ερευνητή που υιοθετεί, έστω με κάποιες επιφυλάξεις, την οπτική της δημόσιας επιλογής.

Η νέα διοίκηση αποδύθηκε σε ένα αγώνα δρόμου για την εξυγίανση της ΑΤΕ. Έχει σημασία να σταθούμε λίγο σε αυτόν.

Ένα από τα δύο μεγάλα θέματα, που την απασχόλησαν ήταν τα θαλασσοδάνεια σε συγκεκριμένες εταιρείες και ομίλους που ξεπέρασαν  τα 700 εκ. ευρώ. Τα δάνεια αυτά, γράφει ο συγγραφέας,  χορηγήθηκαν με την λογική της διαπλοκής  χωρίς την τήρηση στοιχειωδών κριτηρίων χορήγησης δανείων που πρέπει να εφαρμόζουν οι τράπεζες. Έτσι

«η  Αγροτική είχε καταντήσει η «εύκολη» λύση όχι μόνο για τους δανειοδοτηθέντες αλλά και για τις άλλες τράπεζες, που την ήθελαν ως τον «σκουπιδοτενεκέ» του Τραπεζικού Συστήματος. Χαρακτηριστικό της κατάστασης αυτής ήταν ότι αρνούνταν τη χρηματοδότηση εταιρειών μετοχικού τους ενδιαφέροντος και πίεζαν υπουργούς για τη χρηματοδότηση τους από την ΑΤΕ, ποντάροντας στην κρατική μετοχική πλειοψηφία»( σελ. 33-44).

Η  Τράπεζα προχώρησε στη διασφάλιση, έστω και εκ των υστέρων, των συμφερόντων της με την εγγραφή υποθηκών και την είσπραξη των καθυστερημένων οφειλών αυτής της κατηγορίας.

Δεύτερον, πραγματοποιήθηκε το 2005 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας κατά 1,2 δισ. ευρώ που της έδωσε τη δυνατότητα να κάνει άλματα εκσυγχρονισμού.

Τρίτον,  ρυθμίσθηκε το ασφαλιστικό των υπαλλήλων της βάσει του νόμου 3371/2005. Τα ταμεία οδηγούνταν στη χρεοκοπία λόγω των ελλειμάτων που διογκώνονταν και των επιβαρύνσεων από προγράμματα εθελουσίας εξόδου, της μείωσης των ορίων ηλικίας αλλά και των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων. Η λύση που συζητήθηκε τότε, όπως και σε άλλα Ταμεία εκτός ΑΤΕ, ήταν η ένταξή τους στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ με εφάπαξ καταβολή ενός σημαντικού ποσού κατά το προηγούμενο της ALPHA Bank κ.α.

Τέταρτον, επιταχύνθηκε η απεμπλοκή της από ζημιογόνες συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Η ίδια όμως διατήρησε  τον δημόσιο χαρακτήρα της, πράγμα που αποδείχθηκε μοιραίο για την τύχη της όταν άλλαξε η κυβέρνηση το 2009 και ξέσπασε η οικονομική κρίση το 2010.

Πέμπτον, η τράπεζα έγινε πιο εξωστρεφής εξαγοράζοντας το 2006 μία ρουμανική και μσυμμετέχοντας στο κεφάλαιο μιας σερβικής τράπεζας. Τον ίδιο δρόμο είχαν νωρίτερα χαράξει οι άλλες μεγάλες τράπεζες της χώρας.

Έκτον, βελτίωσε δραστικά τις κτηριακές και τεχνολογικές υποδομές της, ολοκληρώνοντας το 2008 την κατασκευή του Μηχανογραφικού Κέντρου της Τράπεζας, ψηφιοποίησε to 2017 το Ιστορικό Αρχείο της  ATE Bank με τη συγχρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, ανάπλασε τους εξωτερικούς της χώρους κ.α.

Συνολικά, βεβαιώνει ο Δημήτρης Μηλιάκος, η ΑΤΕ βελτίωσε  τους βασικούς δείκτες και τα οικονομικά της αποτελέσματα και έγινε υπολογίσιμος παίκτης στην τραπεζική αγορά. Τα τελευταία χρόνια της ιστορίας της, η ΑΤΕbank πέτυχε να κατατάσσεται στην τέταρτη και πέμπτη θέση μεταξύ των μεγάλων τραπεζών στην Ελλάδα, ανάλογα με την κατηγορία της υπό εξέτασης τραπεζικής εργασίας.

Αλλά ακόμα και στις ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 2004-2009 δεν έλειψαν πολιτικές παρεμβάσεις που προκαλούσαν προβλήματα στην τράπεζα. Χαρακτηριστικά, όταν έκλεισε η ΚΥΔΕΠ,     η κυβέρνηση της ΝΔ με οικουμενική ομοφωνία επέβαλε την πρόσληψη των ασχέτων με τα τραπεζικά υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ στην Αγροτική Τράπεζα, την Αγροτική Ασφαλιστική και στο Υπουργείο Γεωργίας.  Η «λύση» αυτή θα εφαρμοσθεί συχνά και μετά το 2010 από άλλες κυβερνήσεις σε ιδεολογική σύγχυση, π.χ. μετατάσσοντας πλεονάζοντες υπαλλήλους του ΟΣΕ στα ΑΕΙ όπου μάλιστα  μερικοί μηχανοδηγοί έγιναν προϊστάμενοι… φοιτητικών εστιών! Το αποτέλεσμα ήταν να προκαλούνται προβλήματα λειτουργίας, βαθμολογικής ιεραρχίας, μισθολογικής «τακτοποίησης» και, φυσικά, ποιότητας των υπηρεσιών. 

6. Η οικονομική κρίση και το άδοξο τέλος της ΑΤΕ.  

Μετά το 2009 το τραπεζικό σύστημα κλονίσθηκε καθώς η χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η εμπιστοσύνη των καταθετών μειώθηκε και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονταν ραγδαία. Σε αυτή την κατάσταση οι τράπεζες υπέστησαν ένα ακόμα πλήγμα με το περιβόητο PSI (2012). Αναπόφευκτα η κρίση παρέσυρε και την ΑΤΕ Bank.

Γεγονός είναι ότι η αδιαφάνεια χαρακτήριζε πολλά από όσα συνέβησαν στη συνέχεια υπό τη σκιά των προγραμμάτων προσαρμογής («Μνημονίων») και της τρόικας.  Ο Δημήτρης Μηλιάκος, που δεν ήταν πλέον διοικητής,  υποστηρίζει ότι η ΑΤΕ Bank μπορούσε να επιβιώσει ως ανεξάρτητη τράπεζα.

Υπάρχουν δύο  σημαντικά θέματα εδώ. Το πρώτο: Πόσες τράπεζες μπορούσε να αντέξει η χώρα μας; Αυτό το θέμα  ήταν από καιρό επίκαιρο. Άλλωστε είχε προηγηθεί μια επώδυνη διαδικασία συγχωνεύσεων και εξαγορών στον τραπεζικό τομέα  που μείωσαν δραστικά τον αριθμό των τραπεζών. Το 1999 ηAlpha Bank  μεγεθύνθηκε αποκτώντας δύο παραδοσιακά ιδρύματα,  πρώτα την Ιονική και στη συνέχεια το 2013 την Εμπορική Τράπεζα από την Credit Agricole SA. Τα αναμενόμενα οφέλη κατά το επίσημο σκεπτικό  των συγχωνεύσεων αυτών ήταν ότι θα επιτύγχαναν  οικονομίες κλίμακας κυρίως μέσω της ενοποίησης του δικτύου υποκαταστημάτων, του εξορθολογισμού των δραστηριοτήτων  και της ενοποίησης της διοικητικής δομής. Ανάλογες εξελίξεις είχαμε με πρωταγωνιστή την Τράπεζα Πειραιώς. 

Στη δίνη των δραματικών εξελίξεων ιδίως μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη σύρθηκε και η ΑΤΕ.

Έπρεπε όμως να μεταβιβάσει το κράτος ειδικά την ΑΤΕ Bank στην Πειραιώς εξαφανίζοντας την πρώτη  ως παίκτη από την τραπεζική αγορά. Την απόφαση αμφισβητεί ο Δημήτρης Μηλιάκος γιατί κατά τη γνώμη του έγινε με αδιαφανείς διαδικασίες και δυσμενείς για το κράτος  όρους.

Στο κεφάλαιο 9 του βιβλίου εκθέτει πως με την κυβερνητική αλλαγή του 2009-10 άρχισαν «πολιτικές μεθοδεύσεις» (π.χ. αναιτιολόγητες εγγραφές μεγάλων προβλέψεων στον ισολογισμό του 2009, με αποτέλεσμα η τράπεζα να εμφανίσει ζημίες και να μειωθεί ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας, απαξιωτικές δηλώσεις το 2010 του διαδόχου διοικητή της Τράπεζας στη Βουλή του τύπου «δεν αξίζει ούτε μία δραχμή»). Επίσης, η όλη διαδικασία ήταν αδιαφανής.  Χαρακτηριστικό σύμπτωμα της αδιαφάνειας ήταν ότι  τον Αύγουστο του 2011 η ΤτΕ ανέθεσε στον διεθνή οίκο BlackRock  Solutions  διαγνωστική μελέτη των δανειακών χαρτοφυλακίων των ελληνικών τραπεζών. Η μελέτη έμεινε ως το τέλος «εμπιστευτική» μολονότι σε αυτή βασίσθηκαν οι αποφάσεις που αφορούσαν στις τράπεζες.

Τέλος επιβλήθηκε πολιτικά η συμμετοχή της ΑΤΕbank  στα δύο προγράμματα κουρέματος τίτλων του δημοσίου PSI (Private Sector Involvement) που προκάλεσε τεράστια ζημιά στην τράπεζα (και στις λοιπές τράπεζες), την οποία  η τότε κυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε να καλύψει παρά τις δεσμεύσεις της.

Τελικά ζημιώθηκε και το δημόσιο όταν η κυβέρνηση  μεταβίβασε την τράπεζα στην Πειραιώς έναντι ενός τιμήματος που ανταποκρινόταν στην απαξίωση που είχε η ίδια προκαλέσει! Ο εσωτερικός εκσυγχρονισμός αναιρέθηκε ουσιαστικά την περίοδο της κρίσης και κατέληξε στην πώλησή της  στην Τράπεζα Πειραιώς.

Γιατί λοιπόν μεταβιβάσθηκε η ΑΤΕ στην Πειραιώς με δυσμενείς όρους;  Η απάντηση που δίνει στο ερώτημα αυτό ο Δημήτρης Μηλιάκος είναι απλή – για να διασωθεί η Τράπεζα Πειραιώς. Τελικά απαντά στην απορία ποιος ωφελήθηκε από αυτή (η Τράπεζα Πειραιώς) και ποιος ζημιώθηκε (το κράτος και οι φορολογούμενοι) που συνήθως μένει αναπάντητη. Έμμεσα θεωρεί τη μεταβίβαση ως προϊόν της μεταλλαγμένης στην κρίση διαπλοκής. Με τον όρο εννοούμε συνήθως τις αδιαφανείς συναλλαγές ισχυρών θεσμικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων σε ανώτατο επίπεδο.[3]

 Όμως σημειώνω, ότι ο Δημήτρης Μηλιάκος παραθέτει εντίμως και εν εκτάσει τις διαφορετικές απόψεις της ΕΚΤ, της ΤτΕ  και του ίδιου του ΔΝΤ για την τύχη της  ΑΤΕbank και τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Παραθέτει συναφώς την τρόπον τινά επίσημη άποψη που συνόψισε τον Αύγουστο 2012 ο τότε διοικητής της ΤτΕ Γιώργος Προβόπουλος σε ομιλία του ομιλία του στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Εκεί υποστήριξε ότι με τη μεταβίβαση «αποφεύχθηκε η χειρότερη λύση, που  ήταν πρόταση της Τρόικας και αφορούσε το κλείσιμο της τράπεζας» και ότι η τράπεζα

« δεν ήταν βιώσιμη αφού εμφάνιζε χρόνια δομικά προβλήματα», και «εμφάνιζε ένα κακής ποιότητας ενεργητικό λόγω του κρατικού εναγκαλισμού και αδυναμιών στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων. Αυτά κατέληγαν συχνά σε μια δανειοδοτική πολιτική που παράβλεπε τα τραπεζικά κριτήρια…»(σελ. 2007-9).

Ένα δεύτερο θεμελιώδες ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν το εξής: θα μπορούσε μακροχρόνια να αντέξει στην αγορά η ΑΤΕbank ως κρατική τράπεζα.  Ο Δημήτρης Μηλιάκος  εκτιμά ότι ναι θα μπορούσε παραπέμποντας στα αποτελέσματα της πολιτικής εξυγίανσης που είχε εφαρμόσει.

Η επικρατούσα άποψη ήταν τότε διαφορετική με κύριο οικονομικό επιχείρημα  ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι αποτελεσματικότερες από τις δημόσιες. Και η ΑΤΕ είχε μετατραπεί μεν σε ΑΕ, αλλά  κύριος μέτοχος παρέμενε το κράτος. Επομένως η αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και η εμπέδωση θεσμών ανοιχτής οικονομίας δεν θα την άφηναν αλώβητη. Άλλωστε είχαν προηγηθεί δεκάδες άλλων ιδιωτικοποιήσεων που απέφεραν στο κράτος με τις πωλήσεις τους έσοδα.

Ο Δημήτρης Μηλιάκος δεν απορρίπτει γενικά τη λογική της αποκρατικοποίησης. Όμως διατυπώνει σειρά επιφυλάξεων για τον τρόπο που έγινε η ιδιωτικοποίηση της ΑΤΕ με τη μεταβίβασή της στην Τράπεζα Πειραιώς: Η μεταβίβαση ήταν αδιαφανής και επιζήμια για το κράτος.    

Το μελαγχολικό συμπέρασμά του: «Η Τράπεζα ερχόταν από πολύ μακριά, υπήρξε καταξιωμένος και ανεπανάληπτος θεσμός, ταυτισμένος με την κοινωνικοοικονομική πορεία της χώρας. Η Τράπεζα είχε όλες τις προϋποθέσεις να συνεχίσει αδιατάρακτα την κοινωνική και αναπτυξιακή της συμβολή στην πορεία της χώρας» (σελ. 228-9).

Πάνος Καζάκος

Ομότιμος καθηγητής 

του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.


[1] Aris Trantidis  Clientelism and economic policy. Greece and the crisis, Routledge, London and New York, 2016. Βλ. επίσης  Θ. Πελαγιδης και Μιχάλης Μητσόπουλος Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας . Η προοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006.Daron Acemoglou, Davide Ticchi and Andrea Vindigni  “Emergence and persistence of inefficient states”, in Journal of European Economic Association, 9(2), April 2011, pp 177-288. Βλ. επίσης αναρίθμητες ειδικές μελέτες των Δημήτρη Σωτηρόπουλου για την Δημόσια Διοίκηση, του Μάνου Ματσαγκάνη για τις κοινωνικές ασφαλίσεις κλπ.

[2] Βέβαια, η ΚΑΠ είχε τα προβλήματά της καθώς, μεταξύ άλλων,  ευνοούσε τα προϊόντα του ευρωπαϊκού Βορρά, προκαλούσε  προβλήματα σε τρίτες χώρες και είχε έντονα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά. Εν πολλοίς στην ΚΑΠ αντικατοπτρίζονταν οι περιβόητοι συσχετισμοί δύναμης στην ΕΕ μεταξύ κυβερνήσεων και  αγροτικών οργανώσεων, αλλά και γεωργίας και βιομηχανίας.

[3] Βλ. λεπτομέρειες για το θέμα της διαπλοκής σε Θοδωρής Πελαγίδης και Μιχάλης Μητσόπουλος  Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας . Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006.