Κατηγορία: Διάφορα

Η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι λύση

Μια απάντηση στον κ. Θ. Πετράκο. Δημοσιευτηκε στην Ελευθερία 7.10.2017

Σε πρόσφατο κείμενό του ο κ. Πετράκος, πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ (Ελευθερία, 27.9. 2017), περιγράφει τα χρέη των νοικοκυριών σε κράτος και τράπεζες  και συμπεραίνει  απότομα ότι «μόνη λύση είναι η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα για να γίνουν μαζικές διαγραφές χρεών».

Δεν θα απαντούσα στον κ. Πετράκο αν δεν εκτιμούσα την πολιτική του συνέπεια: αποχώρησε μαζί με άλλους από το κόμμα όταν δεν συμφώνησε με τις επιλογές του πρωθυπουργού του που απέκλιναν από τις προεκλογικές δεσμεύσεις. Εν τούτοις, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να αναθεωρήσει τη θέση του.

Η περιγραφή της δραματικής κατάστασης ως προς τα χρέη είναι σωστή: πράγματι τα χρέη των ιδιωτών προς το κράτος, τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία προκαλεί δέος καθώς ξεπερνά κατά πολύ το ετήσιο εθνικό εισόδημα. Το ίδιο ισχύει και για το δημόσιο χρέος με το οποίο χρηματοδοτήθηκε ένα κόλουρο κοινωνικό κράτος. Τα σχετικά στοιχεία παραπέμπουν σε διαχρονικές αστοχίες της πολιτικής. Αλλά,  το συμπέρασμα του κ. Πετράκου (αφού έχουμε χρέη να φύγουμε από το Ευρώ) είναι λάθος για πολλούς λόγους.

Η άποψη αυτή υποτιμά τις δυνατότητες για διευθέτηση προβλημάτων του χρέους των ιδιωτών εντός της Ευρωζώνης. Ήδη έχουν δρομολογηθεί μέτρα όπως η αποπληρωμή με δόσεις, ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, η δέσμευση της κυβέρνησης στο τρίτο «συμπληρωματικό μνημόνιο» του Ιουνίου 2017 να αποπληρώσει δικά της χρέη προς τις επιχειρήσεις ώστε και αυτές να μπορούν να ανταποκριθούν στις δικές τους υποχρεώσεις κλπ.

Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο κ. Πετράκος δεν λαβαίνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις μιας επιστροφής της δραχμής ( λέγε του  Grexit) δημιουργώντας έτσι λαθεμένες προσδοκίες ή «αυταπάτες» για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Προέδρου της Βουλής. Κατά τη γνώμη μου η επιστροφή στη δραχμή θα προκαλούσε δραματική χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων, ανάκαμψη της …ανεργίας, πληθωρισμό, εξάτμιση των αποταμιεύσεων και γενικευμένη αβεβαιότητα. Υπενθυμίζω ότι τυχόν απότομη έξοδος από την Ευρωζώνη θα σήμαινε και επίσημη πτώχευση της χώρας με καταστροφικές συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα, το κράτος  και οποιαδήποτε λογική ρύθμιση χρεών.

Ενδεικτικά μόνον προσθέτω τις ακόλουθες επεξηγήσεις: Η δραχμή αμέσως μετά την εισαγωγή της θα υποτιμάται συνεχώς. Οι προϋποθέσεις επιτυχίας μιας υποτίμησης είναι γνωστές (αυστηρά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, συγκράτηση μισθών κλπ), αλλά αυτές ακριβώς δεν θα εκπληρωθούν γιατί η επιστροφή στη δραχμή θα δώσει το έναυσμα για πάσης φύσης διεκδικήσεις προς ανάκτηση «κεκτημένων» με το τύπωμα χρήματος!   Η οικονομία θα διολισθήσει σε μια κατάσταση ύφεσης και πληθωρισμού. Επίσης, θα υπάρξουν πρόσθετες δυσκολίες για τη χρηματοδότηση εισαγωγών ακόμα και βασικών ειδών (φερ’ ειπείν φαρμάκων) και ενδιάμεσων προϊόντων για την παραγωγή.  Για ένα σημαντικό διάστημα η χώρα και οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να δανεισθούν από τις αγορές. Η επιστροφή στη δραχμή θα σήμαινε και χρεοκοπία.

Την κατάσταση θα επιβαρύνει τυχόν διακοπή των χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπενθυμίζω ότι σήμερα όσες δημόσιες επενδύσεις πραγματοποιούνται στη χώρα και πολλά κοινωνικά προγράμματα χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Επίσης σημαντικές είναι οι μεταβιβάσεις στον αγροτικό τομέα και οι δυνατότητες για χρηματοδότηση ιδιωτικών επενδύσεων από το «ταμείο Juncker» κ.α.

Ο κατάλογος των αρνητικών επιπτώσεων βέβαια δεν τελειώνει εδώ. Πρέπει όμως ακόμα να προσθέσω ότι σε μια νέα κρίση μετά από το δήθεν φιλολαϊκό μέτρο της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα θα εκδηλωνόταν δύσκολα ελέγξιμη κοινωνική αναταραχή (λόγω της γενικής πτώσης του επιπέδου ζωής) και ενδεχομένως πολιτική αστάθεια. Τέλος, η «επιστροφή στο εθνικό νόμισμα» θα έσβηνε κάθε ελπίδα για δραστικές μεταρρυθμίσεις που κάνουν τη Δημόσια Διοίκηση να λειτουργεί αποτελεσματικά, το κράτος να προσφέρει καλές υπηρεσίες χωρίς φακελάκια, τη εκπαίδευση να προετοιμάζει τους νέους για το μέλλον, τη δικαιοσύνη να μη ταλαιπωρεί τους πολίτες, το κράτος να μη εμποδίζει επενδύσεις  κλπ.

Για όλους αυτούς τους λόγους το πραγματικό εισόδημα θα υποχωρήσει δραματικά, ενώ ακόμα και μεταγενέστερη ανάκαμψη θα στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια.  Η ανεργία θα αυξηθεί πάλι. Οι οφειλέτες θα κέρδιζαν ίσως από μια (μερική) διαγραφή χρεών (που ήδη εν μέρει επιτρέπεται), αλλά θα έχαναν εισοδήματα. Η καθημερινότητά τους θα χειροτέρευε.

Η σημερινή πολιτική  συναίνεση  μεταξύ ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ (από το 2016), ΔΗΣΥ κ.α.  για παραμονή στο Ευρώ είναι κατά τη γνώμη μου σωστή και ανταποκρίνεται στο μακροχρόνιο εθνικό συμφέρον και στο συμφέρον ….. των οφειλετών – για να μη ξεχνάμε την καλή προαίρεση του κ. Πετράκου.  Το ζήτημα είναι βέβαια, αν κάνουμε ό,τι πρέπει για να μείνουμε στην Ευρωζώνη και να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Advertisements

Μεταρρυθμίσεις σε μια ‘μπλοκαρισμένη κοινωνία’

Πρόλογος στο βιβλίο του Σκάλκου, Δ. Αλλάζει η Ελλάδα; Η πολιτική οικονομία των μεταρρυθμίσεων, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, σελ.  11-27.

Στο ανά χείρας κείμενο ο Δημήτρης Σκάλκος προσεγγίζει συνοπτικά σειρά ερωτημάτων σχετικά με τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες. Εκκινεί από μια φιλελεύθερη οπτική. Αποδελτιώνει την ακαδημαϊκή έρευνα για να εξηγήσει ή κατανοήσει όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα της κρίσης και των Μνημονίων.

Ουσιαστικά, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι στη χώρα επιχειρείται  ένα είδος «έξωθεν ωθούμενου εκσυγχρονισμού»  θεσμών και δομών που όμως προσκρούει στους περιβόητους εσωτερικούς παράγοντες. Αυτούς αναδείχνει ο συγγραφέας (βλ. πιο κάτω).

Παραβλέποντας εν μέρει τις ιδιαιτερότητες διαφορετικών περιόδων, σημειώνω ότι ένας παρόμοιος και πάλι έξωθεν ωθούμενος εκσυγχρονισμός επιχειρήθηκε στο πλαίσιο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα από το 1947. Όπως έχω περιγράψει σε διάφορες ευκαιρίες, τότε όπως και σήμερα, δεν χορηγήθηκε απλά βοήθεια για να τη διαχειριστούν εν λευκώ οι έλληνες πολιτικοί, αλλά η βοήθεια συνδέθηκε με όρους και εποπτεία, πράγμα που προκάλεσε τριβές με τους  πολιτικούς και τμήματα της οικονομικής ελίτ και της γραφειοκρατίας. Οι όροι στόχευαν στην οικονομικά αποτελεσματική χρήση της βοήθειας και ειδικότερα στη δημιουργία τυπικών θεσμών μιας οικονομίας της αγοράς και όχι στην αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος που απασχολούσε μεγάλο μέρος του ελληνικού κατεστημένου.

Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και σήμερα: Η βοήθεια των θεσμών χορηγείται υπό την εποπτεία τους συνδέεται με όρους οικονομικής και θεσμικής πολιτικής («αιρεσιμότητα») που αφορούν σε ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών πολιτικής – δημοσιονομική διαχείριση, συνταξιοδοτικό σύστημα, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικό σύστημα, δικαιοσύνη κλπ. Επομένως δεν πρόκειται για μεμονωμένες αλλαγές. Επιζητείται κατ’ ουσίαν  να επέλθει «καθεστωτική αλλαγή», δηλαδή μετάβαση από τον εσωστρεφή πελατειακό καπιταλισμό της μεταπολίτευσης σε μια  ανοιχτή οικονομία και κοινωνία που θωρακίζεται με  κατάλληλους θεσμούς.

Σε πιο τεχνική – οικονομική διατύπωση, οι μεταρρυθμίσεις των Μνημονίων επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των «αποτυχιών του κράτους»: Σε αυτές εντοπίζουμε πράγματι τα μεγαλύτερα προβλήματα και όχι στις αποτυχίες των αγορών, που είναι βέβαια υπαρκτές, αλλά δεν μας αφορούν κατά τον βαθμό που οι αγορές προϊόντων (βλ. ενέργεια) και υπηρεσιών  ήταν κρατικά κηδεμονευόμενες ή, λιγότερο αιχμηρά, είχαν υπαχθεί στην πολιτική διαδικασία συναλλαγών.

Οι προσαρμογές που συνιστούν τα μνημόνια  έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με παγιωμένες πρακτικές και συμπεριφορές, κληροδοτημένους τυπικούς θεσμούς και ιδεοληψίες. Το εύρος των αλλαγών εξηγεί εν πολλοίς και την ένταση των δυσκολιών στις οποίες προσκρούουν. Όπως είχε υποστηρίξει ο  Douglas North  και μας υπενθυμίζδει ο Δ. Σκάλκος, «όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των κανόνων που αλλάζουν, τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των χαμένων και συνεπώς των αντιτιθέμενων.» Επιμένω στον συστημικό ή καθεστωτικό χαρακτήρα της αλλαγής γιατί εξηγεί εν πολλοίς τα προβλήματα «μετάβασης» που αντιμετωπίζουμε – τα χαοτικά χαρακτηριστικά της δημόσιας πολιτικής.

Τηρουμένων των αναλογιών η ιστορική διαδικασία που βιώνουμε σήμερα έχει αρκετές ομοιότητες προς τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού με τη χαρακτηριστική τους ακραία εκδοχή κρατικισμού. Ο ελληνικός κρατικισμός είναι βέβαια ηπιότερος σε σύγκριση με εκείνους για τον απλό λόγο ότι συνδυάσθηκε με δημοκρατικούς θεσμούς, την ένταξη στην ΕΕ και ικανά στοιχεία οικονομίας της αγοράς. Αλλά το κράτος με τους δαιδαλώδεις μηχανισμούς παρέμβασης και ρύθμισης βρισκόταν στο κέντρο της οικονομίας. Δεν σχεδίαζε «κεντρικά», αλλά προστάτευε συγκεκριμένες ομάδες, αναδιένειμε αδιαφανώς πόρους και δημιουργούσε στρεβλώσεις στις αγορές.  Επιπλέον, ο ελληνικός κρατισμός που συνυφάνθηκε με λαϊκιστικές πολιτικές και θηριώδη δανεισμό είχε ευρεία αποδοχή. Ουσιαστικά οι κύριες πολιτικές δυνάμεις πλειοδοτούσαν στην επέκταση των παροχών, των υπηρεσιών, των ευνοιών.

Βιβλία όπως αυτό προστίθενται σε πολλά άλλα που προηγήθηκαν (Αρίστος Δοξιάδης, Γιώργος Μπήτρος, Δημήτρης  Ιωάννου, Τάκης Παππάς κ.α.). Οι συγγραφείς, μολονότι ορμώμενοι από εν μέρει διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και εμπειρίες  περιγράφουν και εξηγούν την ελληνική κρίση, υποστηρίζουν την ανάγκη για βαθιές μεταρρυθμίσεις και αντιτάσσονται στη λεγόμενη «προοδευτική» κριτική των κατά βάση φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που ήταν ο πυρήνας της αντιμνημονιακής έξαρσης και ιδιαίτερα ηχηρή μέχρι την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου από κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο 2015.

Οι περισσότερες προοδευτικές κριτικές των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που κωδικοποιήθηκαν εν πολλοίς στα Μνημόνια μάλλον υπερασπίζοταν και συνεχίζουν να υπερασπίζονται υφιστάμενες καταστάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει η προσοδοθηρία, η διαφθορά, η αδιαφάνεια και η αναποτελεσματική χρήση ανθρώπινων και υλικών πόρων, παρά ανταποκρίνονταν σε κάποιο αποσαφηνισμένο σοσιαλιστικό όραμα.  Τούτο ήταν εμφανέστερο όταν καταγγέλλονταν μέτρα πολιτικής ως νεοφιλελεύθερα ακόμα και όπου είχαμε απλώς εκλογίκευση της κρατικής παρέμβασης, π.χ. όταν αντικαταστάθηκε το επίδομα ανεργίας με επιδοτούμενη απασχόληση. Με τον τρόπο αυτόν εμποδίσθηκε μια πραγματιστική προσέγγιση των μεταρρυθμίσεων.

Τέλος, μεγάλο μέρος της «προοδευτικής» ανάλυσης επικεντρώθηκε στις αποτυχίες της αγοράς (ανισότητες, μονοπωλιακές τάσεις, αγνόηση εξωτερικών επιπτώσεων κτλ.), οι οποίες είναι υπαρκτές, ειδικά μάλιστα όταν οι αγορές είναι ασύδοτες, αλλά παραμένει τυφλό ή απλώς ηθικολογεί όταν πρόκειται για το κράτος και για τα δικά του εγγενή προβλήματα, τα οποία οδηγούν επίσης σε «αποτυχίες». Δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία του υγιούς ανταγωνισμού για την ποσότητα και την ποιότητα των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών, δεν συζητά σοβαρά ζητήματα γραφειοκρατίας, πολιτικού καιροσκοπισμού, κρατικών μονοπωλίων και θεσμών προσοδοθηρίας σε βάρος του συνόλου κτλ.

3.

Ο Δημήτρης Σκάλκος διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι μια «μπλοκαρισμένη κοινωνία», υιοθετώντας έναν όρο του  Άντονι Γκίντενς κατά τον οποίο «μπλοκαρισμένη» είναι μια κοινωνία όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές. Η Ελλάδα, γράφει, είναι ένας τύπος κοινωνίας που αναγνωρίζει αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να υπερβεί τα δομικά της προβλήματα. Συμφωνώντας ο Δ. Σκάλκος παραπέμπει σχετικά σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (6.11.2015), σύμφωνα με την οποία το 74% των ερωτηθέντων ελλήνων πολιτών τοποθετείται θετικά απέναντι στις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία (αντίστοιχα υψηλά ήταν τα ποσοστά σε προηγούμενες μετρήσεις).  Εν τούτοις, γράφει, σε όλη τη χρονική διάρκεια της κρίσης  είναι διάχυτη στο κοινωνικό σώμα η απόρριψη σχεδόν του συνόλου των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων (και συμφωνηθέντων στα Μνημόνια), όπως εκφράστηκε με τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων, το πλήθος των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας και κορυφώθηκε με το εκκωφαντικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου 2015. Πως εξηγούνται όλα αυτά;

Στη δημόσια συζήτηση  οι ελληνικές εμπειρίες – τόσο η πορεία προς την κρίση, όσο και η σύγχυση που ακολούθησε μέχρι σήμερα- ανατέμνονται από διαφορετικές οπτικές γωνιές. Ξεχωρίζουμε κάπως σχηματικά τις θεσμικές, τις πολιτισμικές και τις πολιτικές. Οι τελευταίες είτε τονίζουν τον ρόλο των αξιωματούχων, είτε τις επιπτώσεις «κακών πολιτικών επιλογών» (ή της αδράνειας). Από καιρό προτείνονται και  συνθετικές προσεγγίσεις. Σε όλες τις κριτικές οι κρατικοί θεσμοί και τα ιδεολογήματα που κυριάρχησαν κατέχουν προνομιακή θέση.

Ο σ. απορρίπτει τις απλουστευτικές εν τέλει εξηγήσεις που αποδίδουν όσα συνέβησαν πριν από την κρίση και συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της σε ανικανότητα, άγνοια ή «λάθη» των πολιτικών αξιωματούχων. Και, πράγματι, λάθη που επαναλαμβάνονται δεν είναι λάθη αλλά οφείλονται σε εμπεδωμένους τρόπους σκέψεις και στο θεσμικό περιβάλλον εντός του οποίου τα πρόσωπα δρουν.

Βασική θέση του Δημήτρη Σκάλκου είναι, λοιπόν, ότι η ελληνική κρίση και οι δυσκολίες αντιμετώπισής της οφείλονται σε θεσμική αποτυχία, αν και δεν παραγνωρίζει   τον ρόλο της κουλτούρας στην οικονομική διαδικασία (κάποια στιγμή παραπέμπει στην έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου») και των ιδεοληψιών. Όμως,  θεωρεί περισσότερο πειστικές τις ερμηνείες που εστιάζουν στη θεσμική αρχιτεκτονική ως καθοριστικού παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη. Σε μία από αυτές οι πολιτικοί οικονομολόγοι Daron Acemoglu και James Robinson, προτείνουν τη διάκριση των συστημάτων ανάμεσα σε αυτά που οργανώνονται γύρω από συμμετοχικούς (inclusive) και σε εκείνα που λειτουργούν με   «εκμεταλλευτικούς» (extractive) θεσμούς. Οι πρώτοι ενθαρρύνουν τον οικονομικό ανταγωνισμό και την συμμετοχή των πολιτών στην οικονομική ζωή. Οι δεύτεροι κατανέμουν οφέλη και κατευθύνουν προσόδους σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Οι συμμετοχικοί θεσμοί μεσοπρόθεσμα υπονομεύουν τις δοσμένες ισορροπίες ισχύος καθώς  επιτρέπουν τη μη-κατευθυνόμενη καινοτομική δράση ενθαρρύνοντας τις διαδικασίες «δημιουργικής καταστροφής». Αντίθετα, οι εκμεταλλευτικοί θεσμοί αναπαράγουν τις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δομές.

Συναφώς, ο Δ. Σκάλκος  εκτιμά ότι η σημερινή κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας συνιστά πρώτιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «θεσμικής αποτυχίας» (institutional failure). Πλήθος θεσμικών ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας  έχουν καταγραφεί από διεθνείς οργανισμούς (ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.ά.). Η ελληνική οικονομία, προσθέτει, εμφανίζεται να υστερεί στην παγκόσμια κατάταξη της οικονομικής ελευθερίας (πχ. στις ετήσιες εκθέσεις Index of Economic Freedom του Heritage Foundation), όπου καταγράφονται σημαντικές θεσμικές υστερήσεις στην ποιότητα της γραφειοκρατίας, την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, κ.λπ.

Ενδιαφέρον έχει σχετικά η επισήμανση του σ. ότι οι πολίτες δεν είναι ανίσχυροι απέναντι σε αναποτελεσματικούς θεσμούς, αλλά συχνά οι βρίσκουν διάφορους τρόπους να παρακάμπτουν. Αντλεί σχετικά από τη θεωρία του Albert O. Hirschman.  Έτσι πχ., η χρόνια υποβάθμιση των υπηρεσιών δημόσιας υγείας δεν οδήγησε στην άσκηση πιέσεων για την αναβάθμισή τους. Αντίθετα, οι πολίτες κατευθύνθηκαν προς τις ιδιωτικές υπηρεσίες περίθαλψης και για τις οποίες σήμερα δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους συγκριτικά με τις χώρες του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα, η υποβάθμιση του συστήματος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν οδήγησε στην μεταρρύθμισή του αλλά στην αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης για εξωσχολική/φροντιστηριακή υποστήριξη. Η «διαφωνία» των ελλήνων πολιτών για την αναποτελεσματικότητα των δημόσιων οργανισμών και υπηρεσιών ξεθύμαινε με την «αποχώρησή» τους (με την εξαίρεση βέβαια των,  στερούμενων της απαιτούμενης οικονομικής ή πολιτικής δύναμης, εγκλωβισμένων), ενώ οι δημόσιοι οργανισμοί μπορούσαν να συνεχίζουν ανεμπόδιστα την αναπαραγωγή τους χρηματοδοτούμενοι από τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και το υψηλό δημόσιο χρέος.

Η κρίση έκλεισε παλαιές μορφές διαφωνίας και διαφυγής και άνοιξε καινούργιες, με σπουδαιότερες τη μετανάστευση ειδικευμένων (γιατρών, μηχανικών κλπ)  προς τις δυτικές χώρες και τη μεταφορά εδρών επιχειρήσεων σε γειτονικές. Αυτές μπορεί να λύνουν ατομικά ή οικογενειακά προβλήματα επιβίωσης, αλλά χειροτερεύουν την οικονομική κατάσταση.

Τώρα, ο συγγραφέας εξετάζει πολλά ειδικότερα ερωτήματα: τη σχέση κρίσης και μεταρρυθμίσεων, τον ρόλο των οργανωμένων συμφερόντων, τις κυρίαρχες ιδέες, τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας, τη σημασία της εξωτερικής συνδρομής, την κατανομή του κόστους των μεταρρυθμίσεων και τις διαθέσιμες στρατηγικές.  Στη συνέχεια αναφέρομαι επιλεκτικά σε ορισμένα από αυτά παραπέμποντας για τα υπόλοιπα στο ίδιο το κείμενο.

Πρώτα στη σχέση κρίσης και μεταρρυθμίσεων. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί να αποφασίσουν οι πολιτικοί να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που έχουν υψηλό πολιτικό κόστος, αν δεχτούμε όπως προτείνει η δημόσια επιλογή, ότι απλώς ενδιαφέρονται για την επανεκλογή τους και έχουν πεισθεί από τις εμπειρίες τους ως τώρα ότι οι πρακτικές που εφαρμόζουν αποδίδουν εκλογικά ή ανταποκρίνονται στις (ανομολόγητες) αξίες της πλειοψηφίας;

Στο ερώτημα αυτό μια απάντηση προσφέρει η θεωρία της κρίσης. Σύμφωνα με αυτή, οικονομικές κρίσεις είτε διευκολύνουν είτε προκαλούν ευθέως (οικονομικές) μεταρρυθμίσεις, ενώ δεν αναμένονται τολμηρές αποφάσεις σε περιόδους υψηλών ή και μέτριων ρυθμών μεγέθυνσης, που κάνουν δυνατή την ικανοποίηση πάσης φύσεως αιτημάτων.

Όσον αφορά τον μηχανισμό μέσω του οποίου μια κρίση οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις (ή, απλούστερα, όσον αφορά το ερώτημα γιατί η κρίση προκαλεί μεταρρυθμίσεις), υπάρχουν διαφορετικές, εν μέρει επικαλυπτόμενες υποθέσεις. Μία είναι ότι σε συνθήκες κρίσης η πολιτική ηγεσία μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι κάτι πρέπει να γίνει για να αποφευχθεί η καταστροφή. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι πολιτικοί μπορεί να ενδιαφερθούν για το γενικό καλό. Τα κίνητρά τους είναι μεικτά και δεν εξαντλούνται απλώς στο άμεσο προσωπικό (πολιτικό ή οικονομικό) συμφέρον. Οι περιστάσεις (αυξανόμενη ανεργία, υπερχρέωση και στασιμότητα) θα τους οδηγήσουν σε συνεργασία με τεχνοκρατικούς πόλους και θα τους πείσουν ότι οι αποτυχημένες πολιτικές δεν μπορούν να συνεχιστούν.

Η αφετηρία της δημόσιας επιλογής διαφέρει. Σύμφωνα με αυτή, οι κρίσεις προσφέρουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για αλλαγές μακράς πνοής σε αρτηριοσκληρωτικές κοινωνίες, γιατί ο φόβος ή η εμφάνιση μιας κρίσης μπορεί να μετατοπίσει τις προτεραιότητες μιας αγχωμένης κοινής γνώμης, ιδιαίτερα στον «μεσαίο χώρο» και στον περίγυρό του, να αποδυναμώσει πανίσχυρες συντεχνίες και γενικότερα να εξασθενίσει την αντιπολίτευση σε μεταρρυθμίσεις. Μπορεί π.χ. να παρακινήσει οργανωμένα συμφέροντα να αναγνωρίσουν ότι «συμφέρει» να σταματήσουν τώρα τον «πόλεμο χαρακωμάτων» (war of attrition) και να δεχτούν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα φέρουν σημαντικά οφέλη στο μέλλον.

Έχει διατυπωθεί ακόμα η υπόθεση ότι η κρίση επηρεάζει την πολιτική μέσω του πολιτισμικού κλίματος: Η κρίση αναδεικνύεται ως η ιστορική στιγμή, στην οποία αρχίζουν να αλλάζουν τα συστήματα αξιών και δημιουργείται μια νέα ηθική σε πολίτες και πολιτικούς. Αυτή είναι η υπόθεση του Federico Rampini. Σε μια κατάσταση κρίσης μπορεί να αναγνωριστεί η πίστη στη συλλογική δράση, η σημασία της λιτότητας (όπως περίπου την έβλεπε διορατικά ο Enrico Berlinguer τη δεκαετία του ’70), της αλληλεγγύης και της θυσίας, και να ενδυναμωθεί το αίτημα για ένα κράτος που οφείλει να δρα για το σύνολο και όχι για να ικανοποιεί άναρχα επιμέρους αιτήματα.

Η αντίθετη προς τις προηγούμενες υπόθεση είναι ότι μια κρίση δυσκολεύει μάλλον παρά ευνοεί το μεταρρυθμιστικό έργο. Στην a priori ανάλυση ένας λόγος είναι ότι περιορίζει τις δυνατότητες μιας κυβέρνησης να αποζημιώσει όσους θίγονται από τις μεταρρυθμίσεις, ένας άλλος ότι σκληραίνει η στάση αποφασιστικών παραγόντων της δημόσιας ζωής, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν αποφάσεις (άτυποι veto players). Στην κρίση ενεργοποιούνται τα αμυντικά ανακλαστικά των διαφόρων παικτών που αναπτύσσουν μη αλληλέγγυες στρατηγικές και επιχειρούν να φορτώσουν το κόστος σε άλλους. Οι κοινωνικές διαιρέσεις εντείνονται (αύξηση των ανέργων, περιθωριοποίηση, φτώχεια) και επηρεάζουν την πολιτική σταθερότητα. το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αλλεπάλληλες και απρόβλεπτες κρίσεις και επικίνδυνες πολιτειακές αλλοιώσεις.

Η εμπειρική έρευνα δεν βοηθά να επιλέξουμε με ασφάλεια και βεβαίως υπάρχουν παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη μια ή την άλλη υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου τα ευρήματά της δεν επαρκούν για να μας οδηγήσουν στη βεβαιότητα ότι μετά από κρίσεις αναδύεται μια νέα θετική δυναμική. Πιθανόν οι αντιδράσεις στην κρίση εξαρτώνται από σειρά ολόκληρη πολιτικών «μεταβλητών» – από την πολιτειακή δομή, τους θεσμούς διευθέτησης συγκρούσεων συμφερόντων και την ιστορία τους σε σταθερές δημοκρατίες, τις πολιτικές παραδόσεις, τη «θεά τύχη» με τη μορφή μιας μεταρρυθμιστικής ηγεσίας κ.ά. Ο Δημήτρης Σκάλκος σημειώνει ότι η Ελλάδα διαψεύδει μέχρι σήμερα την υπόθεση της «καλής κρίσης» καθώς η σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης δεν οδήγησε σε αποδοχή και υιοθέτηση των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων. Κατά τη γνώμη του μάλιστα, στην αποτυχία συνέβαλαν και τα ελαττώματα των προγραμμάτων προσαρμογής που παραγνώρισαν τις εσωτερικές ισορροπίες και την κοινωνικο-οικονομική δομή της χώρας. Έτσι, στο μακρο-οικονομικό επίπεδο, η παρουσία λιγότερων «παικτών αρνησικυρίας» (veto players) επέτρεψε την εφαρμογή κυρίως δημοσιονομικών μέτρων. Αντίθετα, οι επιχειρούμενες αλλαγές στο επίπεδο της μικρο-οικονομίας αποδείχθηκαν σημαντικά δυσκολότερες καθώς οι «παίκτες» υπήρξαν περισσότεροι, πολιτικά οργανωμένοι και το κόστος γι’ αυτούς ήταν υψηλό.

Οι τελευταίες παρατηρήσεις επιτρέπουν τη μετάβαση στο επόμενο θέμα: Το συντεχνιακό φαινόμενο έχει κεντρική θέση σε όλες τις πολιτικές και πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις.

Η κυριαρχία των οργανωμένων ομάδων συμφερόντων που επιζητούν τον προσπορισμό οικονομικών προσόδων οδηγεί συχνά στην «αιχμαλωσία του κράτους» (state capture), δηλαδή  στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από την επιτυχή άσκηση επιρροής στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής και ειδικότερα του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου). Όταν μάλιστα τα ειδικά συμφέροντα κυριαρχούν αδιάλειπτα και για μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλούν «θεσμική σκλήρωση»: Παρεμποδίζουν κάθε αλλαγή που θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους, αλλά επιβάλλεται λόγω της οικονομικής εξασθένισης ή αλλαγής του διεθνούς περιβάλλοντος.

Στην Ελλάδα, η δημόσια συζήτηση εστίασε στον ρόλο του παραδοσιακού πελατειακού συστήματος – στις σχέσεις ανταλλαγής δηλαδή μεταξύ μεμονωμένων πολιτών και οικογενειών με τους πολιτικούς. Ουσιαστικά εννοούμε εδώ εξατομικευμένες εκδουλεύσεις έναντι ψήφων που ευνοούνται από διάφορους κανόνες του πολιτικού παιγνίου («σταυρός», υπουργική ασυλία, κανόνες δημοσίων προμηθειών κλπ). Αυτό πράγματι συμβαίνει σε ευρεία κλίμακα. Αλλά, παράλληλα πολλαπλασιάστηκαν, εμπεδώθηκαν  και δραστηριοποιούνται στη χώρα ομάδες συμφερόντων που είναι σε θέση να επιζητούν προνομιακή μεταχείριση και να την πετυχαίνουν. Αυτές εννοούμε με τον όρο «συντεχνίες» που ήταν ιδιαίτερα ισχυρές σε κρατικά μονοπώλια και Δημόσια Διοίκηση. Στην περίπτωσή τους πράγματι αντιστρέφεται η σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικών, με τις συντεχνίες να έχουν το πάνω χέρι ή και να κρατούν τους πολιτικούς σε ομηρεία. Το έχει εξηγήσει καλά ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου. Σε δυσμενείς οικονομικούς καιρούς, όπου το συνολικό επίπεδο της προσόδου μειώνεται, επιδίδονται σε έναν «πόλεμο φθοράς» (war of attrition) προκειμένου να αποτρέψουν επώδυνες για αυτές μεταρρυθμίσεις.

Όσον αφορά τις κυρίαρχες ιδέες, ο Δ. Σκάλκος  ανανεώνει την κριτική στην διανόηση και στα ΜΜΕ που συνέβαλαν γενικά στη δημιουργία ενός αντιφιλελεύθερου πνευματικού κλίματος. Οι διανοούμενοι, γράφει συνοψίζοντας μια απέραντη βιβλιογραφία και τις φιλελεύθερες ανησυχίες του Friedrich Ηayek,  Mancur Olson κ.α., είναι μεταφορείς απόψεων οι οποίοι απολαμβάνουν σεβασμού λόγω της αναγνώρισης της ειδικής γνώσης που κατέχουν και συνακόλουθα επηρεάζουν την διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η σημασία του ρόλου τους πολλαπλασιάζεται από το γεγονός ότι ο μέσος πολίτης είναι «ορθολογικά αδαής», στο βαθμό που επιλέγει να μην αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο στη μελέτη των δημόσιων υποθέσεων καθώς (και σε αντίθεση με τους επαγγελματίες των ιδεών) δεν θα βελτιώσει  κατ’ αυτόν τον τρόπο άμεσα το εισόδημά του. Επίσης, η εγχώρια «αγορά ιδεών» παρουσιάζει ακαμψίες και στρεβλώσεις λόγω της διαπλοκής των μέσων μαζικής επικοινωνίας με επιχειρηματικά συμφέροντα που συναλλάσσονται με το δημόσιο χρήμα.   

Όμως, κεντρικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας θα έπρεπε να αναλυθούν σε μεγαλύτερο βάθος. Δεν αρκεί η αναφορά στην «οικονομοφοβία» και στον ρόλο ενός μεγάλου τμήματος της διανόησης και των ΜΜΕ. Σήμερα διαθέτουμε πλειάδα εμπειρικών και ιστορικών ερευνών οι οποίες εξετάζουν πολλά από αυτά – τον αντιδυτικισμό, την προκατάληψη εναντίον του ανταγωνισμού και της διαφάνειας  κλπ. Τελευταία,  ο Στάθης Καλύβας πρόσθεσε με σαφήνεια τη σημασία της εξιδανίκευσης της αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού που έτεινε να νομιμοποιήσει έναν άναρχο και επεκτεινόμενο κρατικό παρεμβατισμό – και συνεχίζει να το κάνει σήμερα!

Το βιβλίο του Δ. Σκάλκου μας υπενθυμίζει τελικά ότι εκκρεμεί η απάντηση στο ερώτημα για το μέλλον του σύγχρονου φιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Η κωδικοποίηση των προβλημάτων δείχνει πόσο πολύπλοκη είναι η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και αλλού. Τι πιθανότητες έχει ο φιλελευθερισμός απέναντι στην ιστορία, στην πολιτική κουλτούρα και τους θεσμούς της; Σίγουρα, δεν υπάρχει ένας φιλελευθερισμός (ούτε μια εκδοχή μεταρρυθμίσεων). Άκραίες εκδοχές δεν έχουν πολλές πιθανότητες και είναι άγονη η συζήτηση για το ποιος είναι ο «αυθεντικός» φιλελευθερισμός.

Οποιαδήποτε ρεαλιστική απάντηση (και μεταρρυθμιστική πρόταση συνολικά) δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε ένα συμβιβασμό ή «μίγμα» διαφορετικών αξιών ή αρχών. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε προστίθενται διάφορα επίθετα στον όρο – κοινωνικός, ριζοσπαστικός, σύγχρονος, πραγματιστικός φιλελευθερισμός. Οι προσθήκες επιθέτων σε έναν «-ισμό» αντανακλούν την απάντηση της πραγματικής εξέλιξης σε δήθεν αιώνια καθαρά πρότυπα (που έχουν όμως άλλη χρησιμότητα) και αυξάνουν τις πιθανότητες για συγκλίσεις και εν τέλει για πρόοδο. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες έννοιες. Υπενθυμίζω όρους όπως χριστιανικός σοσιαλισμός, σοσιαλ-δημοκρατία (ή κοινωνική δημοκρατία), δημοκρατικός σοσιαλισμός και ακόμα φιλελεύθερος σοσιαλισμός. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν γιατί υπάρχουν δυσδιάκριτες «ανταλλακτικές σχέσεις» (trade-offs) μεταξύ τους. Ανακύπτουν τότε ζητήματα στάθμισης μάλλον διαφορετικών αρχών (π.χ. ελευθερίας και ίσων ευκαιριών, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας) και διαμόρφωσης πρακτικής πολιτικής παρά ιδεολογικής καθαρότητας στο περιθώριο των εξελίξεων.  Το βιβλίο του Δημήτρη Σκάλκου δείχνει ακριβώς την πολυπλοκότητα της κατάστασης.

Προσαρμογή αντί ψευδαισθήσεων

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post, 20.08.2015

Καθώς η δημόσια συζήτηση εστιάζει στις τακτικές κινήσεις των πολιτικών ομάδων εν όψει εκλογών, τείνει να επικαλύψει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι σηματοδοτεί για το μοντέλο οικονομίας και οικονομικής πολιτικής της μεταπολίτευσης η επιλογή της κυβέρνησης να επικυρώσει τη σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) που περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

Υποστηρίζω ότι το νέο μνημόνιο, παρά την κριτική που μπορεί να γίνει σε διάφορα σημεία του βασίζεται, όπως και τα προηγούμενα, σε μια σαφή αντικρατικιστική αντίληψη (ή εκσυγχρονιστική για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Από άλλη σκοπιά, σηματοδοτεί μια δραματική ιδεολογική-προγραμματική στροφή -την απομάκρυνση από τις διάφορες εκδοχές ήπιου ή σκληρού εθνολαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης και, φυσικά, μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Περιδιαβάζοντας την πρόσφατη ελληνική ιστορία εντοπίζω μια παρόμοια περίπτωση – το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε προγραμματικά από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του εθνολαϊκισμού (στην «αριστερή» εκδοχή του, τη δεξιά δεν αξίζει να συζητούμε) ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών στο όνομα του λαού: Αυξήσεις συντάξεων σε δικαστικούς, παραμονή του ΟΛΠ στα χέρια του Δημοσίου (και επομένως των συντεχνιών και προμηθευτών συναλλασσόμενων με αυτόν), κλείσιμο των ορυχείων στη Χαλκιδική, ανάκληση ρυθμίσεων στο σύστημα υγείας που επιχειρούσαν να βάλουν τάξη σε αυτό, διατήρηση προνομίων σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, διορισμούς πελατών (με το αζημείωτο) στο Δημόσιο, κατάργηση των διστακτικών έστω μεταρρυθμίσεων στην Ανώτατη Παιδεία, ικανοποίηση δασκάλων που δεν θέλουν αξιολογήσεις κλπ.

Και ακόμα: Ο λαϊκιστικός λόγος απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Από οικονομική άποψη αυτά όλα μεταφράζονταν σε μια οικονομική πολιτική που εμπεριέχει στοιχεία χωρίς εσωτερική συνοχή και καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» δώρων.

Η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού, που ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες (1996, 2012) και ελπίζω να μη είναι προσωρινή τη φορά τούτη, ήταν αναγκαία για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους. Οι πρώτοι περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις), οι αγορές και ο ανταγωνισμός γίνονται ολοένα και σπουδαιότεροι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι που υποδεικνύουν τη γενική κατεύθυνση που πρέπει υιοθετεί η εθνική πολιτική συνειδητοποιήθηκαν με καθυστέρηση.Περιλαμβάνουν όλα τα φαινόμενα που, σε αυτό το πραγματικό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015). Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων αντιφιλελεύθερων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών (πελατειακό σύστημα).

Η κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν να υπογράψει το νέο μνημόνιο ως εργαλείο προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ας προσθέσουμε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία πήρε ακόμα μεγαλύτερη υφεσιακή κλίση, ήταν μια σαφής προειδοποίηση για όσα θα συνέβαιναν χωρίς συμφωνία με τους εταίρους.

Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.

Κεντρική εισήγηση συνεδρίου: Οικονομικές διαστάσεις της συνταγματικής αναθεώρησης.

Κεντρική εισήγηση συνεδρίου: Οικονομικές διαστάσεις της συνταγματικής αναθεώρησης.

Ανάτυπο από τον τόμο Πρακτικών Συνεδρίου 15-16 Δεκεμβρίου 2014

ΑΘΗΝΑ 2015

PDF Download