Κατηγορία: Άρθρα στο liberal.gr

Η «δυσδιάκριτη» κληρονομιά της δικτατορίας

Δημοσιεύτηκε Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017 στο liberal 

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Advertisements

Μια σύντομη υπεράσπιση των μεταρρυθμίσεων για υποψιασμένους

Δημοσιεύτηκε στο liberlal.gr Δευτέρα 03 Απριλίου 2017

Οι «μεταρρυθμίσεις» που προβλέπουν τα προγράμματα προσαρμογής τείνει να απαξιωθεί ως όρος στη δημόσια συζήτηση. Στόχος τους όμως είναι να βελτιώσουν την οικονομική αποτελεσματικότητα σε κράτος και οικονομία με καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και αποτέλεσμα την υπέρβαση της κρίσης. Δεν αποτελούν «τεχνικό» ζήτημα, αλλά συνυφαίνονται με ευρύτερα, θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το μέγεθος και την ποιότητα του κράτους, την κατανομή βαρών μεταξύ των γενεών, την ατομική ευθύνη και λογοδοσία κλπ. Επομένως έρχονται σε πλήρη αντίθεση με διάχυτες «βολικές πεποιθήσεις» του παρελθόντος που συνοψίζαμε στον όρο «κρατισμός».

Τα επιμέρους σημεία του τελευταίου προγράμματος (Μνημόνιου ΙΙΙ) όπως επικαιροποιήθηκε τον Ιούνιο 2016 και έκτοτε έχει ουσιαστικά παγώσει επιδέχονται μεν βελτιώσεις μέσω διαπραγματεύσεων και ορθολογικότερης εφαρμογής, συνολικά όμως οι μεταρρυθμίσεις του αγγίζουν τις πηγές των «αποτυχιών του κράτους» μας: Διαφθορά και κακοδιαχείριση, διαπλοκή, εύθραυστη παραγωγική βάση, μη τήρηση του νόμου, όπου τα Εξάρχεια είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου της διαχεόμενης ανομίας κ.α. Αν αποτύχει και αυτό το Μνημόνιο η κατάληξη θα είναι η ανοιχτή χρεοκοπία, ένα χαοτικό καθεστώς δραχμής, νέα πτώση του βιοτικού επιπέδου και πολιτική αστάθεια.

Ειδικότερα (και για να άρουμε το ιδεολογικό πέπλο που επικρατεί) ο όρος «μεταρρυθμίσεις» υποδηλώνει σήμερα γενικά μέτρα που, μεταξύ άλλων,

(α) ανοίγουν τις αγορές στον ανταγωνισμό, καταργώντας μονοπώλια και άλλες μορφές προστασίας ευνοούμενων ομάδων,

(β) κάνουν αποτελεσματικότερη τη λειτουργία του κράτους (π.χ. με αξιολόγηση δομών και στελεχών),

(γ) στον δημοσιονομικό τομέα, περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης να δαπανά και φορολογεί ή να δημιουργεί ελλείμματα και χρέη (deficit bias) για να δώσει δώρα σε ευνοούμενους, και

(δ) εκλογικεύουν την κοινωνική πολιτική (π.χ. με την αντικατάσταση πάσης φύσης επιδομάτων με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ή Εισόδημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης). Μεταρρύθμιση δεν σημαίνει κοινωνική αναλγησία, αλλά υπέρβαση του πελατειακού και αναποτελεσματικού «κράτους-παροχών».

Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται θεμελιωδώς η κρατική παρέμβαση στο πλαίσιό μιας γενναίας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Στο κράτος (σε διάφορα επίπεδα) αναγνωρίζεται ουσιαστικός ρόλος αρκεί να τον εκπληρώνει σωστά π.χ. να αξιοποιεί πραγματικά τις δυνατότητες για παραγωγή δημοσίων αγαθών (π.χ. «παιδεία»), να πετυχαίνει τους βασικούς του στόχους στην κοινωνική πολιτική και να ρυθμίζει τις οικονομικές δραστηριότητες ώστε να μειώνονται ή αποφεύγονται αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις (externalities).

Στην πράξη, η πραγματικά εναλλακτική αλλά μη ρεαλιστική πρόταση είναι η προάσπιση του status quo, ή και η ακόμα λιγότερο ρεαλιστική επιστροφή στο παρελθόν – σε δομές και συμπεριφορές που μας οδήγησαν στην κρίση.

Τώρα, απλοποιώντας κάπως, θεωρώ ότι υπάρχει ευρεία επιστημονική συναίνεση για τις θετικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων σε όρους γενικής ευημερίας. Ουσιαστικά αποτελούν το κλειδί για υπέρβαση της κρίσης και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο υπολογισμός του γενικού οφέλους είναι σχεδόν παιδική άσκηση (Fraport, Ελληνικό κλπ) σε άλλες περιπτώσεις το γενικό όφελος είναι δυσδιάκριτο αλλά εξίσου υπαρκτό π.χ. αν εμπεδώνονται θεσμοί που λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς για να προσφύγω σε έναν όρο των Robinson και Acemoglou.

Όμως διαπιστώνουμε ότι ανεξάρτητα από το τι λέγει η οικονομική-πολιτική ανάλυση, στην πράξη οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ή αλλοιώνονται. Έτσι φθάνουμε στο ερώτημα: Αν οι μεταρρυθμίσεις αποφέρουν καθαρά κέρδη ευημερίας για ολόκληρη την κοινωνία (όπως υποδεικνύει η επιστημονική έρευνα), τότε τι εμποδίζει πολλές από αυτές;

Παραθέτω επιλεκτικά έναν κατάλογο των εμποδίων: Ειδικά συμφέροντα που υπερασπίζονται το status quo και εμπλέκονται σε ένα πόλεμο φθοράς προκειμένου να αποφύγουν το κόστος ή να το μεταθέσουν σε άλλους, τον εκλογικό κύκλο (οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν κατά κανόνα μακροχρόνια, ενώ ο χρονικός ορίζοντας των πολιτικών δεν ξεπερνά τις επόμενες εκλογές), την αδιαφανή κατανομή βαρών, την ποιότητα της ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να πιστεύει σε αυτό που κάνει, τις επικρατούσες ιδέες για το κράτος και την αγορά κ.α. Φυσικά, ο κατάλογος των παραγόντων που εμποδίζουν τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες δεν εξαντλείται σε αυτούς.

Στη συνέχεια στέκομαι σε δύο που επηρεάζουν το γενικότερο κλίμα: Ο πρώτος είναι η χαμηλή εμπιστοσύνη. Έχουμε σοβαρές εμπειρικές ενδείξεις ότι ένας υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης σε θεσμούς και κυβέρνηση ευνοεί μεταρρυθμιστικά σχέδια και επηρεάζει θετικά τις οικονομικές επιδόσεις. Αυτό συμβαίνει διότι π.χ.

  • τα άτομα που εμπιστεύονται θεσμούς επενδύουν μακροπρόθεσμα,
  • δεν σπαταλούν χρόνο και πόρους για …προστασία ή βόλεμα και
  • είναι περισσότερο διατεθειμένα να δεχθούν μεταρρυθμίσεις, αν θέλετε, να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά.

Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι είμαστε μια χώρα χαμηλής εμπιστοσύνης (ΟΟΣΑ, 2017).

Δεύτερον, τα φανερά ειδικά συμφέροντα και οι αφανείς διαπλοκές στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας.

Απλοποιώντας κάπως και τελειώνοντας σημειώνω ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση γενικευμένης δυσπιστίας όπου κάθε μια κοινωνική ομάδα ή κάθε ένας από τους παίκτες στη δημόσια σφαίρα (με εξαιρέσεις πάντως) διαμορφώνουν χωριστά και ανεξάρτητα τη δική τους άποψη για το τι πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους δικούς τους ορισμούς συμφέροντος. Τότε, μας προειδοποιεί η θεωρία (βλ. δίλημμα των φυλακισμένων), θα καταλήξουν σε αποφάσεις που τελικά είναι χειρότερες για όλους (ή έστω για τους περισσότερους) από εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν αν συντονίζονταν και εκτιμούσαν σωστά και από κοινού τα οφέλη και κόστη των αλλαγών.

Ο ρόλος της ηγεσίας που εκπέμπει σαφή μηνύματα αλλαγής, αψηφά το βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος και διεκδικεί την ψήφο των πολιτών με αυτήν ακριβώς την εντολή, είναι τότε κρίσιμος για την υπέρβαση της χειρότερης «λύσης», δηλαδή της ασταθούς στασιμότητας ή και αργόσυρτης διαδικασίας οικονομικής και κοινωνικής παρακμής. Στην περίπτωσή μας πολλά εξαρτώνται συγκεκριμένα από αυτό που οι διεθνείς θεσμοί αποκαλούν «οικειοποίηση» των μεταρρυθμίσεων (ownership), ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις πρέπει να «ενστερνισθούν» και εφαρμόσουν αξιόπιστα ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.

Κρίση νομιμοποίησης και εκδοχές του μέλλοντος της ΕΕ

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 2 Ιανουαρίου 1997

Έχει σημασία στις σημερινές συνθήκες αμφισβήτησης και αβεβαιοτήτων να υπενθυμίσουμε ότι η ΕΕ είναι συνολικά, παρά τα ελλείμματά της, το πλέον επιτυχημένο πείραμα διεθνών σχέσεων. Η Ένωση ενίσχυσε την ικανότητα των κρατών μελών  να πετυχαίνουν κοινούς στόχους π.χ. να παράγουν δημόσια αγαθά όπως είναι η ειρηνική συμβίωσή τους και να αντιμετωπίζουν τις λεγόμενες externalities του τύπου «κάνε φτωχότερο τον γείτονα» (beggar my neighborhood policies).  Τέλος, η ΕΕ απέφερε σαφή οικονομικά οφέλη στα μέλη της αν και όχι στον ίδιο βαθμό για όλα.

Το οικοδόμημα στηρίζεται σε θεμελιώδη κοινά χαρακτηριστικά των κρατών μελών που, απλά, απλούστερα είναι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες με διάφορες εκδοχές «κοινωνικού κράτους».

Παρά ταύτα, η ΕΕ βρίσκεται επί ξυρού ακμής καθώς κατατρύχεται από μια πολυεπίπεδη κρίση νομιμοποίησης. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι πολλά: με εμφανέστερο την άνοδο των λαϊκιστικών, αντιευρωπαϊκών κινημάτων. Ένας σκληρός αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός κερδίζει έδαφος παντού – σε Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Γαλλία, Αυστρία κ.α.

Οι πιο επιτυχημένες λαϊκιστικές κινήσεις καταγγέλλουν την Ευρώπη και, κυρίως, τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ των χωρών τους, εξαγγέλλουν απλοϊκές λύσεις για σύνθετα προβλήματα, καλλιεργούν ψευδαισθήσεις και εκθειάζουν την εθνική κυριαρχία (καλύτερα μόνοι, παρά με άλλους). Στην άκρα δεξιά αμφισβητούν θεμελιώδεις αξίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Όμως, εκμεταλλεύονται πραγματικά προβλήματα.

Ίσως βιώνουμε ένα φαινόμενο που έχει επαναληφθεί στην ιστορία π.χ. στις δεκαετίες του 1920 και 1930: Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες προκαλούν αναταράξεις, «αναδιαρθρώσεις» και αβεβαιότητες στις κοινωνίες. Οι αντιδράσεις ή άμυνες οικονομιών και κοινωνιών κατά μεγάλων κυμάτων ομογενοποίησης  είναι τότε αναπόφευκτες ιδίως αν έχουν την αίσθηση ότι  η πολιτική έχασε τον έλεγχο των αλλαγών.

Πράγματι, η ΕΕ και η Ευρωζώνη δεν έχουν προσφέρει αξιόπιστες ή αποτελεσματικές λύσεις μεγάλων οικονομικών προβλημάτων τα οποία απαριθμώ επιτροχάδην: Αναιμική και καθυστερημένη ανάκαμψη, το τραύμα και τα χρέη που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση, το διευρυνόμενο ρήγμα Βορρά/Νότου, βουνά δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, η επέκταση της ανασφάλειας στις αγορές εργασίας όπου μειώνεται το ποσοστό των «βιώσιμων» θέσεων εργασίας.

Γιατί λοιπόν αυτό το γενικά πετυχημένο μοντέλο διεθνούς συνεργασίας περιήλθε σε κρίση νομιμοποίησης και γιατί φαίνεται ότι αδυνατεί να λύσει προβλήματα; Οι αιτίες είναι πολλές. Παραβλέποντας τις λαϊκιστικές ιαχές, θα εξετάσω στη συνέχεια δύο παράγοντες που με φέρνουν κοντύτερα σε ό,τι συζητείται (ή θα πρέπει λογικά να συζητηθεί) στους θεσμούς:

  • Πρώτον, την ασυμμετρία νομισματικής και οικονομικής πτυχής στην Ευρωζώνη και,
  • δεύτερον, το τωρινό μοντέλο ή «μείγμα» οικονομικής πολιτικής.

Η Ευρωζώνη είναι μια ισχυρή και συγκεντρωτική νομισματική ένωση με ήπια ως ασθενή οικονομική ένωση. Στην κρίση έγινε εμφανές ότι έλειπαν τόσο εξισορροπητικοί μηχανισμοί, συγκρίσιμοι με εκείνους εμπεδωμένων ομοσπονδιών όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, όσο και ένας αποτελεσματικός μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων για την περίπτωση ασύμμετρων διαταραχών.

Αυτή η θεμελιώδης ασυμμετρία συνυφαίνεται, όπως είπαμε, με «λάθη» πολιτικής. Την περίοδο της κρίσης οι κυβερνήσεις (και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί) προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν τις χειμαζόμενες οικονομίες  με περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα και «χαλαρή» νομισματική πολιτική – χαμηλά επιτόκια και αγορά κρατικών ομολόγων («ποσοτική χαλάρωση»). Ουσιαστικά ανέθεσαν τη σταθεροποίηση της Ευρωζώνης στην ΕΚΤ. Αλλά ιδίως τα χαμηλά επιτόκια εξουδετερώθηκαν από την υπερχρέωση των κρατών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα ήταν μια αναιμική και, πιθανόν, πρόσκαιρη μεγέθυνση. Επίσης, όπως διαπιστώνει ο Paul De Grauwe οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προώθησαν οι θεσμοί αύξησε τις απώλειες όσων πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Βέβαια, δεν έλειψαν πολιτικές πρωτοβουλίες για ανανέωση του ευρωπαϊκού σχεδίου μετά την κρίση του 2008-2010. Όμως διαπιστώνουμε ότι σταθεροποίησαν μεν τις οικονομίες, πράγμα που δεν υποτιμώ, αλλά σε απογοητευτικά επίπεδα. Δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα όσον αφορά σε θεμελιώδη προβλήματα της Ένωσης και παγίωσαν βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου οικονομικής πολιτικής.

Λογικά επομένως αναζητούνται λύσεις για τα προβλήματα αυτά. Οι επίσημες  ιδέες  που ήδη κυκλοφορούν εντάσσονται στη λογική της ever closer union, δηλαδή, του αργόσυρτου μετασχηματισμού της ΕΕ προς την κατεύθυνση μιας βαθύτερης (και αποτελεσματικότερης) οικονομικής και πολιτικής ένωσης. Όμως δεν διακρίνω κάποια ισχυρή κίνηση προς μιαν «άλλη Ευρώπη» στις πολιτικές ελίτ που έχουν τον πρώτο λόγο. Ούτε συζητούν ένα ομοσπονδιακό άλμα καθώς στις παραδοσιακές επιφυλάξεις προστέθηκε και η πίεση του εθνολαϊκισμού. Αντίθετα, διακρίνω μια ιδιότυπη στάση προάσπισης του status quo στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στην οικονομική πολιτική με υποβάθμιση των προβλημάτων οικονομικής και κοινωνικής συνοχής σε ευρωπαϊκό και εθνικόεπίπεδο, ευγενείς συμπαιγνίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ανοχή των φορολογικών παραδείσων στην Ευρώπη.

Εναλλακτικά πάντως προτείνονται ιδέες για «λιγότερη Ευρώπη». Αυτό μπορεί να γίνει με επανεθνικοποίηση διαφόρων πολιτικών, όπως επιζητούσε μονίμως το ΕΒ, ή τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυρήνα με λιγότερα κράτη μέλη ή, τέλος, με τη διάλυση της Ευρωζώνης, αλλά όχι της ΕΕ συνολικά.

Οι ιδέες αυτές δεν θα έλυναν αλλά θα διόγκωναν τα προβλήματα που αναφέραμε. Εκτός τούτου, ειδικά η ολοσχερής διάλυση της Ευρωζώνης είναι το λιγότερο ρεαλιστικό σενάριο, παρά τα προβλήματα και την πίεση των εθνικιστικών και λαϊκιστικών κινημάτων σε Ιταλία, Γαλλία κ.α. και παρά τις αστοχίες της πολιτικής. Κατά τη γνώμη μου δεν θα ανταποκρινόταν ούτε στα καλώς οριζόμενα ελληνικά συμφέροντα. Η πεπατημένη της ever closer με τις ασάφειές της είναι ο πιθανότερος δρόμος και ας μη ενθουσιάζει. Δεν θα αλλάξει τους τωρινούς συσχετισμούς δύναμης ούτε τη γενική κατεύθυνση (και τις μονομέρειες) της οικονομικής πολιτικής.

Όπως και να έχει το πράγμα, οι κυβερνήσεις θα συζητήσουν τον Μάρτιο 2017 τις μελλοντικές διαδικασίες. Ελπίζω να έχουμε λόγο και εμείς. Χρειαζόμαστε ιδέες για το πώς η Ελλάδα θα ήθελε να εξελιχθεί η Ευρώπη και ποια συγκεκριμένα θέση θα ήθελε να έχει σε αυτή.

 

Χωρίς καλή πυξίδα και χωρίς «μαξιλάρια»; – Ένα σχόλιο για τον προϋπολογισμό και όσα συμβαίνουν γύρω μας

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 27 Νοεμβρίου 2016

Καθώς άρχισε η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2017 και επομένως για το τι μας περιμένει το επόμενο έτος, είναι απαραίτητο να τον δούμε ως σύνολο. Δεν θα επαναλάβω αριθμούς και κωδικούς, αλλά θα σταθώ στον στο ερώτημα αν είναι αναπτυξιακός. Ποια απάντηση δίνει στο ερώτημα που πάμε;

Αναγνωρίζωεκ προοιμίου ότι είναι τιτάνιο έργο η σύνταξη ενός προϋπολογισμού  στις σημερινές συνθήκες κρίσης όπου αντιπαλεύουν εξωτερικές επιταγές και εσωτερικοί συσχετισμοί και όπου επιζούν παραδοσιακοί τρόποι άσκησης πολιτικής (τους οποίους συνοψίζουμε στον όρο πελατειακό σύστημα), κληρονομημένες πεποιθήσεις και δυσλειτουργικοί θεσμοί (αυτό που στη θεωρία ονομάζουμε «ιστορική διαδρομή «pathdependency) που δυσκολεύουν  την αποσαφήνιση τωνοριζόντων.

Στο σχέδιο Προϋπολογισμού 2017 αντικατοπτρίζεται η πολιτική βούληση να πετύχει το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής (= «μνημόνιο») όπως επικαιροποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο. Μετά από 7 χρόνια λιτότητας, είναι ένα σκληρό κείμενο που θα δοκιμάσει πάλι τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας (και της πολιτικής). Πολλές προβλέψεις για έσοδα και (μειώσεις) δαπανών προκύπτουν από ήδη νομοθετημένα κείμενα, μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς και, την πρόσφατη απόδοση των φορολογικών μέτρων.

Παρά ταύτα,υπάρχουν προβλήματα. Βασικές προβλέψεις του Προϋπολογισμού είναι επισφαλείς και κυρίως η βασική ότι η χώρα θα πετύχει υψηλό σχετικά ρυθμό μεγέθυνσης 2,7% το 2017 (και 3,1% το 2018). Όμως, πρώτον, η μετάβαση από την ύφεση ή στασιμότητα των τελευταίων εξαμήνων σε ταχεία ανάπτυξη  εξαρτάται ανάμεσα σε άλλα από «τη συνεπή εφαρμογή του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας» όπως αναγνωρίζει ο υπ. Οικονομικών Ε. Τσακαλώτος. Και αυτή η «πιστή εφαρμογή» δεν είναι διόλου εξασφαλισμένη. Η δεύτερη αξιολόγηση δεν ολοκληρώθηκε έγκαιρα. Αν πάντως ολοκληρωθεί, όπως ελπίζω, θα βελτίωνε τις πιθανότητες για ανάκαμψη της οικονομίας γιατί θα επέτρεπε την έξοδο στις αγορές, τη μείωση του κόστους δανεισμού, την ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση» της ΕΚΤ κ.α.

Δεν αμφιβάλλω για τις προθέσεις του στενού οικονομικού επιτελείου, όμως η εμπειρία δείχνει ότι ο ευρύτερος κρατικός και κομματικός μηχανισμός κινείται προς άλλη κατεύθυνση ή έστω κωλυσιεργεί. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια να μη υλοποιούνται πολλά σχέδια. Π.χ. για το 2016 είχαν προβλεφθεί έσοδα ύψους περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξεπέρασαν τα 123 εκ. ευρώ! Οι εντάσεις γύρω από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό αν θα επιτευχθεί ο αναπτυξιακός στόχος. Το σχέδιο προϋπολογισμού «προβλέπει» αύξηση των επενδύσεων κατά 9,1%.  Το ίδιο επισφαλείς και για τους ίδιους λόγους είναι οι «προβλέψεις» για αλματώδη αύξηση των εξαγωγών που το 2015 και 2016 μειώνονταν, καθώς υπέφεραν (και υποφέρουν) από τους κεφαλαιακούς ελέγχους, τη διστακτική χρηματοδότηση, τις καθυστερήσεις επιστροφής φόρων, γραφειοκρατία και, ίσως, το καμένο brandnameτης χώρας κλπ.

Δεύτερον, το περιβόητο «μείγμα οικονομικής πολιτικής» έχει υφεσιακή επίπτωση. Για την επίτευξη του στόχου ως προς ένα πρωτογενές πλεόνασμα 2,0 % του ΑΕΠ (2017), το βάρος πέφτει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 2,5 δισ. ευρώ. Η μείωση δαπανώνβραδυπορεί. Όπως η ακαδημαϊκή έρευνα βεβαιώνει, περισσότερες μειώσεις δαπανών αντί αυξήσεων φόρων θα είχαν μικρότερη άμεση υφεσιακή επίπτωση γιατί οι αυξήσεις φόρων αποθαρρύνουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα (από την πλευρά της προσφοράς) και επομένως θολώνουν τις προοπτικές ανάκαμψης.

Βέβαια, οι κρατικές δαπάνες σε απόλυτα μεγέθη και ως % του ΑΕΠ μειώνονται μετά το 2015 αν και ελάχιστα  σε απόλυτα μεγέθη (βλ. γράφημα).

grafima

Αν δεν αυξηθεί το ΑΕΠ (και δεν επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι) τότε θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα νέας περικοπής των δαπανών, όπως άλλωστε  προβλέπει ο «κόφτης» για το 2017. Όμως,πλησιάσαμε ένα σημείο από το οποίο και πέρα η μείωση χωρίς καλό σχεδιασμό απειλεί να αποδιαρθρώσει την παραγωγή δημοσίων υπηρεσιών. Κατά την εκτίμησή μου η μείωση των δαπανών (και μάλιστα σε συνθήκες πανικού) μπορεί να  κρατηθεί σε λογικά όρια  με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και με τη συστηματική επανεξέταση και  ανακατανομή δαπανών ( spendingreview). Η τελευταία, θα βοηθούσε όχι μόνο να περικοπούν περιττές δαπάνες,   το κόστος της κακοδιαχείρισης και η σπατάλη, αλλά και να μεταφερθούν κάποια κονδύλια εκεί που χρειάζονται. Υπενθυμίζω ότι τρέχει ήδη ένα πιλοτικό πρόγραμμα πάντοτε με την παρότρυνση της τρόικας (των θεσμών) και ότι η ανακατανομή βρίσκει γενικά σύμφωνη την αξιωματική αντιπολίτευση.

Όμως οι αβεβαιότητες δεν τελειώνουν εδώ. Ας προσθέσουμε, τρίτον, ότι ο προϋπολογισμός που κατατέθηκε  αφορά στο 2017 και έχει ως εκ τούτου βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Δεν εντάσσεται σε μια αποσαφηνισμένη μεσο- ή μακροπρόθεσμη προοπτική αφού η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα καταρτίσει το «Μεσοπρόθεσμο», του οποίου η μη-κατάρτιση καθιστά δύσκολη την εκτίμηση για την προοπτική που υπηρετεί ο προϋπολογισμός. Τα θέματα που εκκρεμούν είναι γνωστά: Ποια πρωτογενή πλεονάσματα είναι ρεαλιστικά από το 2018 και μετά ; Είναι το χρέος βιώσιμο; Επιπλέον,  υπάρχουν διάφορες απειλητικές εκκρεμότητες (χορηγήσεις συντάξεων που καθυστερούν, εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων, ελλείμματα ΔΕΗ  κλπ).

Τέλος, κίνδυνοι πηγάζουν από τον ευρωπαϊκό και διεθνή περίγυρο. Π.χ. η συμφωνία για το προσφυγικό ΕΕ-Τουρκίας μπορεί να ανατραπεί με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα (όχι μόνο για το Προϋπολογισμό), μπορεί επίσης να κλιμακωθούν οι εντάσεις στην ανατολική Μεσόγειο όπου συγκεντρώνονται διάφοροι στόλοι, ενώ το κύμα αμφισβήτησης των πολιτικών ελίτ και αντιευρωπαϊσμού σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Αυστρία απειλεί  το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αν συμβούν αυτά, η χώρα θα βρεθεί χωρίς «μαξιλάρια».

Πέραν τώρα των αβεβαιοτήτων και εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων που αναφέραμε, εκτιμώ ότι η κυβέρνηση δεν έχει δώσει σαφή λύση στα διάφορα διλήμματα (trade-offs) που εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζει π.χ. ανάμεσα σε ανάπτυξη και δικαιοσύνη, δημοσιονομική ισορροπία και δίκαιο επιμερισμό του βάρους της. Στον Προϋπολογισμό προβλέπει πράγματι μέτρα για «δίκαιο επιμερισμό», όπως η καθιέρωση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης,  άλλα όμως τον ανατρέπουν όπως π.χ. η έμφαση στους έμμεσους φόρους! Και ο δίκαιος επιμερισμός θα αποδειχθεί εντελώς εικονικός αν δεν επιστρέψουμε στην ανάπτυξη.

Η αργόσυρτη υπέρβαση του κρατισμού στην Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε  στο liberal.gr  της 25.7.2016

Στην εποχή του 3ου Μνημονίου και μετά από ένα τραυματικό διάλειμμα συνεχίζεται η δύσκολη πορεία προσαρμογής θεσμών και πολιτικών της χώρας. Το τρίτο Μνημόνιο και το «συμπληρωματικό Μνημόνιο» ισοδυναμούν με δύο νέες προσπάθειες για εισαγωγή και σταθεροποίηση ενός νέου «παραδείγματος»οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που άρχισε με το πρώτο Μνημόνιο το 2010. Οι προβλεπόμενες αλλαγές προκαλούν αναταράξεις αλλά, αν ολοκληρωθούν, θα επιφέρουν θεμελιώδεις μεταβολές του περιεχομένου και των θεσμών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η οικονομική και θεσμική φιλοσοφία των Μνημονίων, επομένως του τρίτου Μνημονίου και του συμπληρώματός του, διαφέρει ουσιωδώς από τις πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος που στρέβλωναν τυπικούς κανόνες και κατέληγαν σε ένα αντιπαραγωγικό εν τέλει αλισβερίσι. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με την αδιαφοροποίητη δυσπιστία έναντι του μηχανισμού της αγοράς που καλλιεργήθηκε στην ευρύτερη κεντροαριστεράμε βάση παραδοχές που έχουν ιστορικά διαψευσθεί.

Αυτές οι διαφορές  αναδεικνύονται κάθε φορά που τίθεται θέμα ανάπτυξης, δηλαδή μιας ικανοποιητικής και διατηρήσιμης ανόδου του ΑΕΠ.

Το «παράδειγμα», που είναι ενσωματωμένο στο Μνημόνιο, έχει ως βασικά χαρακτηριστικά τη  δημοσιονομική ισορροπία, τον υγιή ανταγωνισμό στις αγορές και τη μείωση του μεγέθους του κράτους με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέτρα. Ο στόχος είναι να επιστρέψει η χώρα σε διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί και ένα καλύτερο κράτος που αντιμετωπίζει τις περιβαλλοντικές απειλές (βλ. ανακύκλωση απορριμμάτων, δασικούς χάρτες, χωροταξία), εκλογικεύει την κοινωνική πολιτική με αποτελεσματικούς θεσμούς αλληλεγγύης, καθιστά λειτουργικότερη τη δικαιοσύνη και αποτελεσματικότερη τη Δημόσια Διοίκηση, βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών του (υγεία!)  κλπ.  Πρόκειται εν πολλοίς  για στοιχειώδη μέτρα που λογικά αποτελούν συστατικά στοιχεία κάθε συνετής πολιτικής- αριστερής ή δεξιάς. Για να επιτύχει τους στόχους αυτούς το Μνημόνιο συνδέεται με σημαντικές ροές πόρων (διαρθρωτικά ταμεία κ.α.). Επιζητεί δηλαδή να συμβιβάσει τον οικονομικό στόχο της ανάπτυξης μέσω των ανοιχτών αγορών  με κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους  που προϋποθέτουν εν τέλει ένα ενεργό μεν αλλά αποτελεσματικό κράτος, ισχυρό έναντι μεμονωμένων  συμφερόντων.

Στο ζήτημα των στρεβλώσεων των αγορών  σημειώνεται «ατμοσφαιρική» πρόοδος. Στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών φαίνεται ότι γίνεται πλέον ευρύτερα κατανοητό ότι υπάρχει θέμα στρεβλώσεων του ανταγωνισμού λόγω κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων που προστατεύουν συγκεκριμένες ομάδες ή λόγω ανοχής μονοπωλιακών πρακτικών (καρτέλ).

Στις  εργασιακές σχέσεις έχουν επίσης τεθεί ευαίσθητα θέματα. Η επανάληψη από την ελληνική πλευρά ασαφών και εν μέρει παραπλανητικών δηλώσεων για «κόκκινες»γραμμές δεν απαντά  σε ερωτήματα που προκύπτουν από την κατάσταση της χώρας: Πως μπορούν οι επιχειρήσεις να επιβιώνουν σε αντίξοες συνθήκες; Τι ακριβώς πετυχαίνουν υπουργικές απαγορεύσεις απολύσεων; Ως ποιο βαθμό οι ισχύοντες συνδικαλιστικοί κανόνες (π.χ. για λήψη αποφάσεων απεργίας) είναι δυσλειτουργικοί; Πως επηρέασαν την τύχη μεγάλων επιχειρήσεων; Ποιες είναι οι δικές μας εμπειρίες; Ποιο σύστημα εργασιακών σχέσεων θα ενθάρρυνε ξένες παραγωγικές επενδύσεις που τόσο χρειάζεται η χώρα; Ποιους αφορά το ζήτημα των «μαζικών» απολύσεων; Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έκλεισαν μαζικά χωρίς μαζικές απολύσεις! Ποιες ακριβώς «βέλτιστες πρακτικές» εννοούμε εμείς που έχουμε δεσμευθεί να τις αναζητήσουμε; Ή είναι οι «βέλτιστες πρακτικές» συνώνυμο του statusquo; Τι πρέπει να συμβεί ακόμα για να καταλάβουμε ότι το κράτος δεν παρέχει περισσότερη ασφάλεια στους εργαζόμενους εμποδίζοντας την ευελιξία των επιχειρήσεων γιατί τότε τις ωθεί προς το κλείσιμο. Η ευελιξία των επιχειρήσεων είναι προϋπόθεση για την επιβίωση ή ανάπτυξή τους και, οπωσδήποτε, για την είσοδο νέων στην παραγωγή. Το κράτος  όμως μπορεί να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό δίκτυ ασφαλείας για τους εργαζόμενους. Η προάσπιση του statusquo είναι αδιέξοδη πολιτική.

Ας προσθέσουμε ότι οι θεσμοί δεν ζητούν ευελιξία χωρίς ασφάλεια. Το αντίθετο μάλιστα. Το Μνημόνιο υποδεικνύει την ανάγκη για καλύτερες ενεργές πολιτικές απασχόλησης  με την αναμόρφωση του ΟΑΕΔ, αποτελεσματικότερους θεσμούς επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης κ.α.

Τέλος,  μια μάλλον υποτιμημένη πτυχή του νέου Μνημόνιο  είναι ότι διαμορφώνει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την οικονομική και ειδικότερα τη δημοσιονομική πολιτική (Δημοσιονομικό Συμβούλιο, Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε» («υπερταμείο»), Μηχανισμός Δημοσιονομικής Προσαρμογής  («κόφτης»), Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή Δημοσίων Εσόδων  κ.α. Οι αλλαγές αυτές, που εν μέρει συμπληρώνουν αδρανοποιημένα μέτρα προηγούμενων κυβερνήσεων (π.χ. το δημοσιονομικό συμβούλιο) τείνουν να μειώσουν το βαρύ χέρι της πολιτικής στη δημόσια οικονομία και περιουσία. Πελατειακές πρακτικές και άλλες adhoc παρεμβάσεις ήταν άλλωστε υπεύθυνες για την αναποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης. Το νέο θεσμικό πλαίσιο, τείνει να «πειθαρχήσει» το πελατειακό σύστημα.

Γενικότερα, η κυβέρνηση θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη «θεσμική φιλοσοφία» της. Αυτό αφορά γενικά μεν στο πεδίο «νόμος και τάξη», ειδικά δε στις ανεξάρτητες αρχές. Ανάπτυξη με  αποκλεισμούς δεν γίνεται. Αλλά ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς – για να προσφύγουμε στην ορολογία πρόσφατης μελέτης – σημαίνει σταθερούς κανόνες που ισχύουν για όλους, είναι δηλαδή inclusive,  είτε μιλάμε για διορισμούς, είτε για ρυθμίσεις των αγορών προϊόντων, είτε για αναθέσεις έργων, προστασία της κοινής περιουσίας (του περιβάλλοντος), φορο- και εισφοροδιαφυγή, λογοδοσία. Σημαίνει ακόμα  θεσμούς που εμποδίζουν την ιδιοτελή οικειοποίηση πόρων (διαφθορά και σπατάλη). Και συνυφαίνονται με ένα λειτουργικό νομικό σύστημα. Το αντίθετο είναι οι «εξορυκτικοί» (extractive) θεσμοί που διανέμουν αυθαίρετα εύνοιες σε άτομα και ομάδες ενώ  αποκλείουν άλλα και άλλες και οδηγούν στην οικονομική παρακμή.[1]

Όλα αυτά (άνοιγμα των αγορών, δημοσιονομικοί θεσμοί που πειθαρχούν τους πολιτικούς, συμμετοχικοί θεσμοί) και πολλά άλλα προσκρούουν σε αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας της ελληνικής πολιτικής οικονομίας. Οι πολύμορφες αντιδράσεις στις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη αποφασισθεί  συνεχίζονται, μερικές φορές με επιδέξια χρήση νομικών εργαλείων και πολιτικών τεχνασμάτων για αποφυγή μεταρρυθμίσεων που ανατρέπουν κεντρικές πολιτικές επιλογές (βλ. υπόθεση Cosco).

Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει,εκτός της προγραμματικής-ιδεολογικής κληρονομιάς της, τους προσοδοθηρικούς θεσμούς και τους γύρω από αυτούς διαμορφωμένους συσχετισμούς επιρροής που είχαν εμπεδωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι διαπλοκές κορυφής ήταν μόνον η κορυφή του παγόβουνου.  Το προσοδοθηρικό σύστημα υποκρύπτεται σε σειρά «διαρθρωτικών δεικτών» στους οποίους αντικατοπτρίζονται οι σημαντικότερες υστερήσεις της χώρας που λειτουργούν ως φρένο για την ανάπτυξη. Συνολικά, το θεσμικό μας πλαίσιο δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί και αυτό,  σε συνδυασμό με την αμφιθυμία τμημάτων της κυβέρνησης, τη σκληρή στάση πάσης φύσης ομάδων συμφερόντων και τη διάχυτη απογοήτευση των πολιτών, εμποδίζει την ανάκαμψη. Και αυτά συμβαίνουν την ώρα που το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον τείνει να πάρει χαρακτηριστικά κινούμενης άμμου.

[1] Acemoglou, Daron and Robinson, James  Why nations fail. The origins of power, prosperity and poverty, Crown Press, New York 2012.