Κατηγορία: Άρθρα στο Books Journal

Τα τρία μνημόνια ως σισύφειο έργο – Ένας απολογισμός για υποψιασμένους και μη.

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τ. 90, Σεπτέμβριος 2018

Στις 20 Αυγούστου  τέλειωσε με το τρίτο Μνημόνιο μία περίοδος που άρχισε με την κρίση χρέους 2009-10. Αναμφίβολα επρόκειτο για μια παταγώδη αποτυχία του παλαιού πολιτικού κατεστημένου. Η κρίση ήταν αποτέλεσμα του αναπτυξιακού μοντέλου που συχνά περιγράφεται ως πελατειακός καπιταλισμός ή κρατισμός. Το μοντέλο στηριζόταν σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την οικονομία, συναφείς παραδόσεις πολιτικής αριστερά και δεξιά και ασθενείς εν τέλει θεσμούς. Αποδείχθηκε πως δεν ήταν βιώσιμο καθώς οδηγούσε σε δημοσιονομικά ελλείμματα διαρκείας, συσσώρευση χρεών, κατανάλωση και εισαγωγές πέρα από τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας. Εκτός τούτων καλλιεργούσε την πεποίθηση ότι θα ήταν δυνατή  η αδιάκοπη χρηματοδότησή του με μεγάλα ελλείμματα. Οδηγούσε κατ΄ευθείαν στα βράχια – σε μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Η χώρα ως πολιτικό σώμα ζούσε μεταξύ άλλων και  μια δημοσιονομική «συλλογική αυταπάτη».[1]

Ακολούθησαν τρία μνημόνια (=προγράμματα οικονομικής προσαρμογής) και δάνεια περίπου 280 δις Ευρώ για να αποφευχθεί μια χαοτική χρεοκοπία της χώρας. Η χώρα προχώρησε τα χρόνια των μνημονίων όπως ο μύθος του Σισύφου:  Ο μυθολογικός μας ήρωας έσπρωχνε ένα βράχο προς την κορυφή του βουνού, αλλά όταν έφθανε εκεί ο βράχος κυλούσε προς τα κάτω. Ο Σίσυφος ήταν καταδικασμένος από τους θεούς να τον σπρώχνει πάλι προς τα πάνω. Η διαφορά με το δράμα των μνημονίων είναι ότι μόνοι μας ρίχναμε τον βράχο προς τα κάτω. Αυτό συνέβη το 2015 και απειλεί να επαναληφθεί το 2019.

Στη διαδικασία αναζήτησης διεξόδου η πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν σε μεγάλο βαθμό θεατής σε σύγχυση  καθώς οι «λύσεις» επιβλήθηκαν από τους εταίρους στην ΕΕ και το ΔΝΤ (αρχικά «Τρόικα»). Ουδέποτε στην ελληνική ιστορία βρέθηκε η ελληνική οικονομική πολιτική σε τόσο διεισδυτική  επιτήρηση από τους ξένους. Τα προγράμματα προσαρμογής αντικατόπτριζαν τους συσχετισμούς δύναμης και την οικονομική φιλοσοφία που επικράτησε σε ολόκληρη την ΕΕ δίκην «δόγματος».  Οι κυβερνήσεις μας, παρόλο που αποφάσιζαν σχεδόν καθ’ υπόδειξη των ξένων διάφορα μέτρα συμπεριφέρθηκαν συνολικά ως «κουτοπόνηροι υποτακτικοί» (όπως έγραψε κάποτε ο Αργύρη Φατούρος για τους πολιτικούς μας την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ[2])  που υπογράφουν τα πάντα και στη συνέχεια προσπαθούν να αποφύγουν το πικρό ποτήρι της εφαρμογής.

Τώρα, ποιο είναι το αποτέλεσμα; Τι ακριβώς επιτεύχθηκε με τα μνημόνια και τι έμεινε για αργότερα;

2.

Γεγονός είναι ότι υπάρχουν πράγματι ενδείξεις ανάκαμψης της οικονομίας, κυρίως από τον τουρισμό και τη μικρή αύξηση των εξαγωγών. Προηγήθηκαν δύο χρόνια ύφεσης που ανέτρεψαν μια ανάλογη βελτίωση του 2014. Αλλά, η  ανάπτυξη είναι ασθενική και εύθραυστη, ενώ η χώρα μετά από τόσο μακρά ύφεση θα έπρεπε να τρέχει. Η ανεργία μειώθηκε  κάπως αν και όχι τόσο για τους νέους. Θα δούμε πως θα εξελιχθεί τον επόμενο Χειμώνα.

Υπό την πίεση των δανειστών και την απειλή χρεοκοπίας  έγιναν κάποιες μεταρρυθμίσεις, π.χ. στο εντελώς ανορθολογικό ασφαλιστικό και σε φορολογική διοίκηση με τη σύσταση της ΑΑ Δημοσίων Εσόδων.

Επίσης, η δημόσια οικονομία συμμαζεύθηκε, καθώς τα πρωτογενή ελλείμματα από τα θηριώδη 22 δις ευρώ του 2009 εξαλείφθηκαν. Τα μεγάλα άλματα σε αυτά έγιναν όμως ως το 2014 τόσο από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, όσο και από την κυβέρνηση Α. Σαμαρά. Η πορεία συνεχίσθηκε χάρη στην αλλαγή πολιτικής του Α. Τσίπρα, ο οποίος υπέγραψε ένα τρίτο «μνημόνιο» αφού ζήτησε από τον κόσμο να απορρίψει κάθε μνημόνιο με δημοψήφισμα.  Σήμερα (2018) ο προϋπολογισμός προβλέπει «πρωτογενές πλεόνασμα», δηλαδή έσοδα πάνω από τις δαπάνες για να πληρώνει τόκους για τα χρέη του Δημοσίου.

3.

Υπάρχουν όμως πολλά αλλά.

Πρώτον,  η περίοδος προσαρμογής θα μπορούσε να είχε συντομευθεί αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι καταστροφικές αποφάσεις της περιόδου 2015-2016 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Σύμφωνα με υπολογισμούς του ΕΜΣ κόστισαν δεκάδες δις ευρώ στη χώρα και προκάλεσαν την ύφεση του 2015 και 2016. Σήμερα βρισκόμαστε  εκεί που είμαστε στα τέλη του 2014.

Δεύτερον, την περίοδο των μνημονίων συνολικά κατέρρευσε το ΑΕΠ της χώρας με πρωτοφανή τρόπο υποχωρώντας κατά 25% από το 2008 και η ανεργία παραμένει υψηλή κοντά στο 20%.  Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι με προσόντα κυρίως εγκαταλείπουν τη χώρα μαζικά. Ο πληθυσμός συρρικνώνεται. Οι τράπεζες είναι φορτωμένες με τεράστια χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, κοντά στο 180% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν και άλλες ορατές ανοιχτές πληγές. Η Ελλάδα έχει μείνει με ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, πολύ υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, αδύναμα θεσμικά όργανα, πολλές μεταρρυθμιστικές εκκρεμότητες και δυσμενή δημογραφικά στοιχεία.  Η ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών υποφέρει από περικοπές και έλλειψη προσωπικού, κομματισμό και απαρχαιωμένες δομές. Υπάρχει διάχυτη απογοήτευση και αύξηση της φτώχειας.

Γενικά, η ελληνική οικονομία έχει θεραπεύσει λίγες μόνο από τις παλαιές παθογένειες όπως δείχνουν όλες οι διεθνείς συγκρίσεις. Π.χ. Το World Economic Forum, δείχνει μεταξύ άλλων ότι στην «αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα», κατέχουμε μεταξύ 137 χωρών, την περίοπτη 134η θέση! Χαρακτηριστικά πάλι, η  IMD  βρήκε ότι στην κατηγορία των δεικτών της «Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας», η Ελλάδα βρίσκεται κι εφέτος στην 61η θέση, σημειώνοντας την τρίτη χειρότερη επίδοση μεταξύ των 63 χωρών που συμμετέχουν στην έρευνα (όπως ακριβώς και πέρυσι).[3]

Όλα αυτά μας ανησυχούν για το μέλλον, καθώς δείχνουν ότι οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν συνολικά με τα τρία μνημόνια δεν είχαν αναπτυξιακό αντίκρισμα.  Στα οκτώ χρόνια που πέρασαν είδαμε επιδερμικές διορθώσεις που αφορούσαν κυρίως τους φόρους  και τις δαπάνες του κράτους και την αγορά εργασίας, αλλά ελάχιστες μεταρρυθμίσεις που θα ενθάρρυναν σοβαρές επενδύσεις και επομένως την αύξηση του ΑΕΠ και θα δημιουργούσαν νέες θέσεις εργασίας. Η πολιτική μας κυβέρνησε χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο και αντιπαθώντας κάθε μεταρρυθμιστική πρόταση. Μόνη της μέριμνα ήταν να εξασφαλίσει την επόμενη δόση των δανείων με επιδερμικές κινήσεις.

Στο μεταξύ, την ώρα που τέλειωσε το τρίτο Μνημόνιο μαζεύονται σύννεφα στον περίγυρό μας  που θα δυσκολέψουν την πορεία μας τα επόμενα χρόνια. Η χώρα είναι ευάλωτη σε εξωτερικές αναταραχές. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο τεράστιο χρέος της χώρας ύψους περίπου 340 δις ευρώ, αλλά και σε απελπιστικά λαθεμένες αποφάσεις της κυβέρνησης π.χ. να μη θωρακίσει τη χώρα μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Υπόσχεται επίσης επιστροφή στην πολιτική παροχών και όχι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί.[4]  Όλα αυτά, μαζί με άλλες προβληματικές επιλογές –  υπερφορολόγηση, κομματισμό, υπονόμευση του κράτους δικαίου κ.α. – ευνοούν την προσοδοθηρία, μαγνητίζουν καιροσκόπους και  λειτουργούν αντιαναπτυξιακά.

Γιατί όλα αυτά; Η απάντηση είναι απλή: Είναι ισχυρές οι αντιστάσεις κατά της μετάβασης από τον εσωστρεφή πελατειακό καπιταλισμό της μεταπολίτευσης σε μια  ανοιχτή οικονομία και κοινωνία που θωρακίζεται με  κατάλληλους θεσμούς. Αυτήν όμως τη μετάβαση υποδείκνυαν σε γενικές γραμμές τα μνημόνια παρόλες τις αναγνωρισμένες ατέλειές του στις λεπτομέρειες.

Ας το πούμε καθαρά: Χωρίς μια φιλική προς την ανάπτυξη δημοσιονομική πολιτική και μια κρίσιμη μάζα φιλελεύθερων κατά βάση μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξουν ριζικά τις σχέσεις κράτους και οικονομίας στην Ελλάδα δεν θα βγούμε από το τέλμα της χαμηλής ανάπτυξης και δεν θα αποφύγουμε μια νέα κρίση παρά τις πρόσφατη μετάθεση αποπληρωμής χρεών.

Αυτό θα είναι το στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης.

[1] Δανείζομαι τον όρο από το Alberto Alesina and Roberto Perroti  The political economy of budget constraints,  IMF Staff Papers Vol. 42, No 1 March 1995.

[2] Αργύρης Φατούρος «Πως κατασκευάζεται ένα επίσημο πλαίσιο διείσδυσης: Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα 1947-1948», στο Ι. Ιατρίδης (επιμέλεια) Η Ελλάδα στη δεκαετία 1040-1950. Ένα έθνος σε κρίση, εκδόσεις θεμέλιο , σελ. 419-460.

[3]   International Institute for Management Development  (IMD) World Competitiveness Yearbook, 2017. Βλ. επίσης τις εκθέσεις του OECD.  Βλ. επίσης επισκόπηση των  διαχρονικών υστερήσεων σε σειρά ολόκληρη τομέων πολιτικής στο Αριστείδης Χατζής,  «Εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις», στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους Κρίση, μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη, Πρακτικά Συνεδρίου 27-28 Μαρτίου 2017 στην αίθουσα γερουσίας της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017, σελ.59-87.

[4] Βλ. Βλ. Eurogroup Statement on Greece of 22 June 2018,  Annex. Περαιτέρω  λεπτομέρειες των ελέγχων που θα κληθούν να διασφαλίσουν ότι και μετά τις 20 Αυγούστου διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία θα συνεχιστούν περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν ¨συμπληρωματικό μνημόνιο» Βλ.  Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third review of the ESM programme, 18.1.2018.

Advertisements

Ο δύσβατος δρόμος της ανάπτυξης μετά τον εμφύλιο. Βιβλιοκριτική.

Books’ Journal  τ.87 , Μάιος 2018.

Ανδρέα Κακριδή Κυριάκος Βαρβαρέσος – Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, Τράπεζα της Ελλάδος, Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Αθήνα 2017.

Η μελέτη αυτή του Ανδρέα Κακριδή εκθέτει με σαφήνεια τα πολύπλοκα οικονομικά προβλήματα της εποχής  στην οποία έζησε ο Κυριάκος Βαρβαρέσος. Ο σ. αναδεικνύει πράγματα σχεδόν άγνωστα στο ευρύ κοινό (και σε εμένα). Η μελέτη του είναι εντυπωσιακά τεκμηριωμένη. Δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι οι εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν μέρος γενικότερων εξελίξεων. Άλλωστε αυτό δεν ισχύει μόνο για την οικονομία όπως φάνηκε καθαρά στον εμφύλιο.  Ο Ανδρέας Κακριδής αξιοποίησε  πολλά ελληνικά και ξένα αρχεία και άλλες πηγές. Τις πρωτογενείς πηγές συμπλήρωσαν δημοσιεύματα του τύπου, η σχετική με τα θέματα εκτεταμένη αρθρογραφία και συνεντεύξεις με στενούς συνεργάτες του βιογραφούμενου.

Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος ήταν γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας. Σπούδασε στη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρακολούθησε μεταπτυχιακά στο Μόναχο και το Βερολίνο όπου εξοικειώθηκε με τη γερμανική οικονομική σκέψη και ειδικά με την αντίδραση της λεγόμενης ιστορικής σχολής στη βρετανική οικονομική παράδοση. Όπως προκύπτει από τη  βιογραφία η επαφή εκείνη επηρέασε την οικονομική σκέψη του και ιδιαίτερα την τάση του να εξετάζει τις συγκεκριμένες συνθήκες όπου επρόκειτο να εφαρμοσθούν οικονομικές ιδέες σε κάθε χώρα.  Ανέλαβε νωρίς δημόσιες θέσεις: Διετέλεσε, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος,  καθηγητής , υπουργός οικονομικών μετά την πτώχευση του 1932, Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος  ως το 1946 και υπουργός. Είχε διεθνείς εμπειρίες και αναγνώριση. Αποκορύφωμα της πορείας του ήταν η εκλογή του στο πρώτο συμβούλιο της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου παρέμεινε ως το 1957. Ο Βαρβαρέσος ήταν ένα από τα παράθυρα της χώρας στον κόσμο. Ήδη κατά τούτο, ξέφευγε από τον επαρχιωτισμό της πολιτικής ζωής του τόπου, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, τον αντιμετώπιζε με καχυποψία.

Έχω σοβαρές επιφυλάξεις για βιογραφίες που συχνά είναι καθαρές αγιογραφίες και παρακάμπτουν τη δυναμική που αναπτύσσεται στην κοινωνία. Η βιογραφία του Κυριάκου Βαραβαρέσου που υπογράφει ο Α. Κακριδής αποτελεί μια λαμπρή εξαίρεση και ως εκ τούτου έχει όλα τα προσόντα για να άρω τις επιφυλάξεις μου. Το βιβλίο δεν σκιαγραφεί απλά τη σταδιοδρομία του Κυριάκου Βαρβαρέσου. Εμπλουτίζει τις γνώσεις μας και διεισδύει στο θεσμικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιήθηκε ο Βαρβαρέσος. Ο Ανδρέας Κακριδής αναδεικνύει όχι μόνο τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής αλλά και τις διαφορετικές οπτικές των μελών της πολιτικής ή οικονομικής ελίτ, τις ιδέες που υιοθετούσαν και τις αντιπαλότητές τους.  Έτσι αναβαθμίζεται ο ρόλος και οι περιορισμοί του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Και δίνεται μια ευρύτερη εικόνα εντός του οποίου κινήθηκε (και τελικά απογοητεύθηκε) ο Βαρβαρέσος. Ο σ. βλέπει τη βιογραφία, όπως υποδηλώνει και ο υπότιτλος ως εργαλείο στην υπηρεσία της οικονομικής ιστορίας του τόπου.

Η βιογραφία  όπως την εννοεί ο Ανδρέας Κακριδής δεν είναι λοιπόν το κατά κανόνα εξιδανικευμένο χρονικό ενός προσώπου, μια αγιογραφία, αλλά ευκαιρία να ξετυλιχθεί μια ολόκληρη εποχή.[1] Όπως γράφει προγραμματικά «ανοίγει ένα παράθυρο στις αγωνίες, τις επιτυχίες και τις απογοητεύσεις τεσσάρων δεκαετιών ελληνικής οικονομικής ιστορίας… Φωτίζει μια σειρά από κρίσιμα ζητήματά της». Παραπέμπει σε διαχρονικά  προβλήματα πολιτικής που είναι και σήμερα επίκαιρα π.χ. πως θα συμβιβασθεί η σταθεροποίηση με την ανάπτυξη, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους και της αγοράς στην αναπτυξιακή διαδικασία και πόσο η τελευταία συνυφαίνεται με την διανεμητική δικαιοσύνη!  Η ιστορία επαναλαμβάνεται τηρουμένων των αναλογιών: Σήμερα συζητούμε αν και πως θα συνεχισθεί η σταθεροποίηση μετά το 2018 και πως θα επιστρέψει η χώρα σε στιβαρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Τεχνοκράτης απέναντι σε πολιτικούς.

Το βιβλίο του Ανδρέα Κακριδή δεν παραλείπει να περιγράψει τον καμβά των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα με τις συνήθεις ευκαιριακές συμμαχίες, διασπάσεις, προσωπικές αντιπαλότητες  και .… μετονομασίες κομμάτων μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Τη ρευστότητα ευνοούσε η απλή αναλογική. Ουσιαστικά καταλαβαίνει κανείς γιατί τελικά ο Βαραβαρέσος επέλεξε να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1949 και να μείνει στις ΗΠΑ ως ειδικός οικονομικός σύμβουλος της Παγκόσμιας Τράπεζας αντί να αναλάβει το υπουργείο οικονομικών που του πρόσφερε η κυβέρνηση Πλαστήρα σε εκείνο το ρευστό πολιτικό κλίμα. Αλλά δεν έκοψε τους δεσμούς με τη χώρα. Δέχθηκε το 1951 μετά από πρόσκληση του Ν. Πλαστήρα, να μελετήσει την κατάσταση και να προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν η πασίγνωστη  Έκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος.[2] Η Έκθεση ερμηνεύθηκε διαφορετικά ανάλογα με τις ιδεολογικές προτιμήσεις και τους ορισμούς συμφερόντων όσων συμμετείχαν στη σχετική συζήτηση.

Όπως τεκμηριώνει πειστικά ο Ανδρέας Κακριδής, ο Βαρβαρέσος εκτιμούσε ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα οι ηγεσίες θεωρούσαν συχνά την εξωτερική βοήθεια και τον δανεισμό ως μέσο για να παρακάμψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Εξετάζοντας την κατάσταση στην Ελλάδα σε διάφορες ευκαιρίες ανέδειχνε κυρίως αυτά. Αναπόφευκτα, μεγάλωναν οι διαφορές του από την πολιτική και οικονομική ηγεσία του τόπου. Π.χ. τον Σεπτέμβριο 1947 για κάποιες προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς τον ΟΕΟΣ όπου συντονίζονταν οι ενέργειες των μελών του για την αξιοποίηση της οικονομικής βοήθειας έγραφε ότι σε αυτές «περιλαμβάνεται πάσα χονδροειδής υπερβολή και πάσα ανακρίβεια, η επιστήμη κακοποιείται κατά πρωτοφανή τρόπον, η φρασεολογία μοιάζει με κουβεντολόι».[3] Είμαι βέβαιος ότι τα ίδια θα έγραφε δεκαετίες αργότερα για το «υπόμνημα για τις σχέσεις Ελλάδας και ΕΚ» της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου το 1982 μόλις λίγους μήνες μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΚ, με το οποίο ζητούσε πρόσθετη βοήθεια χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση ή για το «πενταετές πρόγραμμα 1983-87» που φυσικά πήγε στο αρχείο μετά το τηλεοπτικό πανηγύρι της παρουσίασής του (το πρόγραμμα αγνοούσε ότι η Ελλάδα ήταν μέλος της ΕΚ!) ή για τα σχέδια παράλληλου νομίσματος το 2015.

Βαθμιαία, ο Βαρβαρέσος αποστασιοποιείται από την ελληνική πολιτική σκηνή και μέρος της οικονομικής ελίτ. Ήδη το 1946 έστειλε στον αμερικανό υπουργό εξωτερικών Dean Acheson ανεπίσημα, ουσιαστικά καθ΄ υπέρβαση των καθηκόντων του,  υπόμνημα για την ελληνική οικονομική κατάσταση που περιέχει δριμύτατη κριτική  μεταξύ άλλων της τότε πολιτικής ηγεσίας του τόπου. Έγραφε στη συνοδευτική του επιστολή «παρότι επί περισσότερα από τριάντα χρόνια συμμετείχα στη διαχείριση των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας και την άσκηση οικονομικής πολιτικής, σήμερα δεν έχω καμία σχέση με τους επίσημους ελληνικούς κύκλους  στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, ούτε με τα επίσημα σχέδια και την πολιτική της χώρας…»[4]

Το υπόμνημα εκείνο υποστηρίζει την παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα υπό την προϋπόθεση όμως «ορθής οικονομικής πολιτικής» και ασκεί δριμύτατη κριτική στην τότε πολιτική ηγεσία του τόπου και στη βρετανική πολιτική. Δεν αμφιβάλλει ότι τη χώρα κυβερνούσαν πολιτικοί (τότε η «Δεξιά») που έβλεπαν την εξουσία ως μέσο εξυπηρέτησης και συντήρησης  των πολιτικών τους φίλων» και «είχαν την υποστήριξη από μια ισχυρή ομάδα βιομηχάνων, εμπόρων και τραπεζιτών που επεδίωκαν, μέσω της πολιτικής τους επιρροής, να διατηρήσουν τον έλεγχο σημαντικών κλάδων της εθνικής οικονομίας.»[5] Κατά προέκταση, αυτές οι ομάδες δεν ενδιαφέρονταν για καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων, ούτε να συνεισφέρουν στην ανασυγκρότηση. Εναπέθεταν τις ελπίδες για διατήρηση του status quo στην άφθονη ξένη βοήθεια.

Ωστόσο, η «αυταπάτη» για αιώνια ξένη επιδότηση θα αρχίσει να χάνει έδαφος με τις κυβερνήσεις Πλαστήρα (και των αμερικανών!). Ο ίδιος ανέθεσε στον  Βαρβαρέσο τη μελέτη που αναφέραμε. Ο Γ. Καρτάλης στο μεταξύ προσπάθησε να συμμαζέψει τη δημόσια οικονομία, προετοιμάζοντας εν τέλει το έδαφος για το μεγάλο άλμα στην οικονομική πολιτική του Σπύρου Μαρκεζίνη μετά από τις εκλογές του 1952 που έγιναν με πλειοψηφικό και έδωσαν σε ένα κόμμα (τον Ε.Σ) συντριπτική πλειοψηφία στη Βουλή. Τότε δρομολογήθηκαν θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν σε αυτό που πολλοί ονόμασαν «πρώτο εκσυγχρονισμό» και, σε πιο απτούς όρους,  στο οικονομικό θαύμα και τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.[6]

Η Έκθεση του 1952: Όχι σε μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τελειώνουμε με ειδικότερη αναφορά στην προαναφερθείσα ΄Εκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος του Κυριάκου Βαρβαρέσου. Χαρακτηριστικά για τη μεθοδολογία του Ανδρέα Κακριδή, η παρουσίαση αρχίσει με μια αναφορά στα πολύπλοκα από τη φύση τους και αλληλένδετα προβλήματα της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, αμέσως δηλαδή μετά τον καταστροφικό εμφύλιο.  Το πρώτο ήταν η βραχυχρόνια  σταθεροποίηση για την εξάλειψη των τεράστιων ανισορροπιών στον κρατικό προϋπολογισμό και στο εμπορικό ισοζύγιο. Στο πλαίσιο αυτό έπρεπε να επανεξετασθούν πάσης φύσης παρεμβάσεις στην αγορά (διανομές τροφίμων με δελτίο, επιδοτήσεις κλπ.) που αντιμετώπιζαν συμπτώματα μάλλον παρά βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων. Το δεύτερο ήταν η δρομολόγηση της ανάπτυξης με το κατάλληλο μείγμα πολιτικής και κυρίως με κάθε πρόσφορο μέτρο για την εκβιομηχάνιση.

Ο Κυριάκος  Βαρβαρέσος προειδοποιούσε για την ανεδαφικότητα  μεγαλεπήβολων  όπως υποστήριζε σχεδίων για την εκβιομηχάνιση που εν τέλει ήταν επηρεασμένα από τη σοβιετική εμπειρία (μέχρι τότε). Τόνιζε μεταξύ άλλων ότι τέτοια μεγαλεπήβολα βιομηχανικά σχέδια θα οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων ενώ δεν θα έλυναν τα αμεσότερα προβλήματα απασχόλησης (καθώς θα ήταν επενδύσεις έντασης κεφαλαίου) και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.  Εκτιμούσε ότι χρειαζόταν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση με άξονες  τις βασικές υποδομές και την ενθάρρυνση της ελαφράς βιομηχανίας και έμφαση στην παραγωγή ειδών ευρείας κατανάλωσης.

Οι απόψεις αυτές είχαν την οικονομική λογική τους, αλλά αντιμετωπίσθηκαν τότε εχθρικά πανταχόθεν – αριστερά, κεντρώα  και δεξιά. Οι συντεχνίες αντέδρασαν. Η περιγραφή των αντιδράσεων εκείνων από τον Ανδρέα Κακριδή  μας υπενθυμίζει τις χρόνιες παθολογίες της ελληνικής πολιτικής.

Βέβαια, σε πολλά ζητήματα ο Κυριάκος Βαρβαρέσος δεν είχε δίκιο, σε άλλα όμως είχε, ιδίως όταν επιχειρούσε να περάσει την οικονομική λογική σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Φαίνεται ότι δεν έβλεπε δυνατή την κατάργηση του τότε ισχύοντος κρατικού παρεμβατισμού στις αγορές (π.χ. ελέγχους των τιμών) και υποτίμησε τις δυνατότητες εκβιομηχάνισης της χώρας. Τη δεκαετία μετά τις συζητήσεις εκείνες η χώρα άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα, η παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών πλησίασε την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, το ξένο παραγωγικό κεφάλαιο έπαιξε ρόλο στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και άρχισε να ανθίζει η μεταποίηση. Το 1963/64 η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε την αγροτική. Η δυναμική εκείνη θα συνεχισθεί παρά τις πολιτικές αναταράξεις  ως τα τέλη της δεκαετίας του 70.

Στο μεταξύ ο Κυριάκος Βαρβαρέσος είχε βρεθεί σε «εκούσιο εκπατρισμό» στις ΗΠΑ.

[1] Βλ. εισαγωγή στο Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία,  έκδοση της ΤτΕ, Αθήνα 2017.

[2] Βλ. Κυριάκος Βαρβαρέσος  Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα 2002 (πρόκειται για ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1952).

[3] Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ. 462.

[4]  Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ. 418.

[5] Ανδρέας Κακριδής  Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, όπως αλλού, σελ.  σελ. 420.

[6] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Πάνος Καζάκος  Ανάμεσα σε κράτος και αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα 1944-2000,  εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2001, κεφάλαιο 2 (η μεταβατική περίοδος) και κεφάλαιο 3 ( από την ανασυγκρότηση στην ανάπτυξη).

Η «καθαρή έξοδος από το μνημόνιο» ως λαϊκιστική υπόσχεση.

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal,  τ.  85, Ιούνιος  2018.

Η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του (τρίτου) μνημονίου που λήγει τον Αύγουστο του 2018 σύροντας αρκετές εκκρεμότητες. [1] Υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες για την τελική έκβαση των τρεχουσών διεργασιών.  Όμως, καθώς τώρα  έχουμε το ορόσημο του Αυγούστου 2018, ευλόγως συζητούμε, τι θα συμβεί μετά από αυτό.

Ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης, όπως είχε αρχικά διατυπωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό ήταν να πετύχει «καθαρή έξοδο στις αγορές». Αυτό σήμαινε ή υπονοούσε ότι τότε η κυβέρνηση

  • θα απαλλαγεί από κάθε εποπτεία ή επιτήρηση
  • θα δανείζεται από τις αγορές χωρίς όρους (=μνημόνια) και, συναφώς,
  • θα μπορέσει να ασκήσει οικονομική πολιτική εν πολλοίς αντίθετη προς όσα επέβαλε το μνημόνιο και, ενδεχομένως, να άρει μέτρα και μεταρρυθμίσεις των χρόνων της κρίσης – συνοπτικά, να δώσει τέλος στη «λιτότητα» και στις αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις της τρόικας.

Η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει το τέλος της επιτήρησης.

Βέβαια, με το τέλος του μνημονίου λήγει και η θητεία της τρόικας, δηλαδή της εποπτείας  από ΕΕ/ΕΜΣ, ΔΝΤ και ΕΚΤ όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, με τα προαπαιτούμενα για κάθε εκταμίευση δόσης και τριμηνιαίες αξιολογήσεις της  προόδου σε δημοσιονομικά και μεταρρυθμίσεις. Ήταν αναμφίβολα μια ταπεινωτική διαδικασία που δεν συγκάλυπτε ο πέπλος της «σκληρής» διαπραγμάτευσης ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι εξέταζε εξονυχιστικά τα γρανάζια της εξουσίας ερεθίζοντας τα αμυντικά ανακλαστικά σε πολιτική, διοίκηση και οργανώσεις συμφερόντων.

Αλλά πόση πραγματική ελευθερία κινήσεων ανακτά η κυβέρνηση μετά το 2018; Εκτιμώ ότι στις σχετικές αρχικές προσδοκίες αντικατοπτρίζονταν αντιλήψεις για την εθνική κυριαρχία που ουδεμία σχέση έχουν με τα σημερινά δεδομένα στην Ευρώπη και στον κόσμο και, ειδικότερα, παραβλέπουν ότι η ΕΕ εξελίχθηκε σε ένα  «μεταμοντέρνο» μόρφωμα».[2] Τα κράτη έχουν στην πράξη επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της εθνικής κυριαρχίας υπακούοντας σε από κοινού συμφωνημένους κανόνες. Η EE επιτρέπει να αναλαμβάνονται αξιόπιστες δεσμεύσεις από αυτοπεριοριζόμενα εθνικά κράτη και να λειτουργούν θεσμοί όπως η «ανοιχτή μέθοδος συντονισμού», η στενή «αμοιβαία εποπτεία» στη δημοσιονομική πολιτική και η ΕΚΤ χωρίς να ενεργοποιούνται υπέρμετρα εθνικά ανακλαστικά.  Ίσως για τον λόγο αυτό η ΕΕ είναι ξένη σε όσους έχουν γαλουχηθεί με αντιλήψεις περί εθνικής κυριαρχίας άλλων εποχών!

Αυτά σε ένα, ας πούμε. φιλοσοφικό επίπεδο. Όμως μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:

Στην ΕΕ προβλέπονται  παρακολούθηση των εξελίξεων μετά τα μνημόνια (post-programme monitoring) αλλά και ενισχυμένη εποπτεία όσο καιρό ο λόγος χρέους υπερβαίνει το 75% (σήμερα είναι περίπου 330%!).[3] Με τα σημερινά δεδομένα αυτό δεν πρόκειται να επιτευχθεί πριν από το 2060!

Επίσης, ακόμα και υπό ομαλές συνθήκες ισχύουν για όλους οι κανόνες της νέας οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και ΕΖ[4] – δημοσιονομικό σύμφωνο, ευρωπαϊκό εξάμηνο, όροι για την εκταμίευση πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία (π.χ. επίτευξη συμφωνημένων μεσοπρόθεσμων στόχων) και, φυσικά, οι κανόνες ανταγωνισμού της εσωτερικής αγοράς που διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλει να παρεμβαίνει το κράτος στην οικονομία και να λειτουργούν οι επιχειρήσεις.[5] Αυτό μεταξύ άλλων θέτει όρια στη διασπορά  επιχορηγήσεων σε κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ελέγχονται μέσω της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Το πλέγμα θεσμών και κανόνων οριοθετεί το πεδίο άσκησης εθνικής πολιτικής. Δεν το καταργεί βεβαίως. Η «καθαρή έξοδος» κατά τον βαθμό που γίνεται αντιληπτή ως ολική απαλλαγή από κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή εποπτεία είναι αδύνατη όσο η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης με τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τους κανόνες διακυβέρνησής της.

Επιπλέον,  την εποπτεία της όντως δυσλειτουργικής διακρατικής τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ/ΕΜΣ, ΔΝΤ) θα αντικαταστήσει ένα πολυπλοκότερο και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμο σύστημα εποπτείας- κατ’ αρχάς από τις ίδιες τις αγορές και συμπληρωματικά από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ! Οι αγορές θα παρακολουθούν και αξιολογούν ευθέως την πολιτική της και θα επηρεάζουν τους όρους τυχόν νέων δανείων στην Ελλάδα. Θα είναι μια νέα κατάσταση χωρίς δυνατότητες άμεσης  «πολιτικής διαπραγμάτευσης» σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα. Η «καθαρή έξοδος» υποτιμά την εποπτεία που ασκούν οι αγορές σε μοναχικούς καβαλάρηδες.  Για τον λόγο αυτό μπορεί η έξοδος στις αγορές να αφαιρέσει μάλλον παρά να προσθέσει βαθμούς ελευθερίας από την ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή να συμβεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό που η ίδια προσδοκά!

Εκτός τούτου: Τι ακριβώς έχουν κατά νου ως ουσιαστική πολιτική όσοι δέονται υπέρ της νέας αυτονομίας;

Η ενεργοποίηση της λαϊκιστικής υπόσχεσης.[6]

Οι επίσημες δηλώσεις είναι ως προς αυτό στην καλύτερη περίπτωση διφορούμενες και υπαινικτικές. Υποκρύπτουν ένα είδος ασαφούς ιδεολογικής νοσταλγίας για μια εποχή που μπορούσαν να υπόσχονται τα πάντα στους πάντες, να παραβλέπουν υπεροπτικά «τεχνοκρατικούς» περιορισμούς και να αντιδρούν σε κάθε απόπειρα εκλογίκευσης του συστήματος.[7]

Όπως δήλωνε ο Ε. Τσακαλώτος στη Βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου τον Ιανουάριο 2018 : «Έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει η ισορροπία  στο τι κάνουμε γιατί είμαστε υποχρεωμένοι  και το τι κάνουμε για τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας». Η λογική ερμηνεία: Αυτό που κάνουν γιατί είναι υποχρεωμένοι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας! Άλλοι το διατυπώνουν άκομψα: Δεν συμφωνούμε αλλά τι να κάνουμε; Υπομονή ως τον Αύγουστο.

Βέβαια, ουδέν μεμπτό θα υπήρχε αν η «αλλαγή ισορροπίας» ή το ταξικό πρόσημο ήταν απλώς κωδικοί για μια διαφανή και οικονομικά αιτιολογημένη αναδιανομή εισοδημάτων,  πολιτική που προστατεύει πραγματικά φτωχούς και άνεργους, στηρίζει «περιεκτικούς» (inclusive) θεσμούς κλπ.  Αλλά δεν είναι μόνον ούτε κυρίως  αυτό που εξέπεμψαν αρχικά με το σύνθημα της «καθαρής εξόδου».

Δεν αμφιβάλλω λοιπόν ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Γιώργος Χουλιαράκης και μερικοί ακόμα ρεαλιστές γνωρίζουν πλέον τι δεν θα μπορούν να κάνουν μετά το 2018 και έχουν στο γραφείο τους τις σχετικές «τεχνοκρατικές» πληροφορίες. Με  πιο πρόσφατες δηλώσεις τους οριοθετούν τις δυνατότητες.[8] Άλλωστε, έχουν δεσμεύσει τη  χώρα να συνεχίσει την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δημιουργώντας πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ως το 2021 και, για να πετύχει τον στόχο αυτό, να  εφαρμόσει μέτρα  περικοπής των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού το 2019 και τη μείωση του αφορολόγητου το 2020.[9] Τέλος, οι τράπεζες έχουν δεσμευθεί έναντι του ευρωπαϊκού εποπτικού μηχανισμού (SSM) για 40.000 πλειστηριασμούς  κατοικιών κάθε χρόνο την τριετία 2019-2021.[10]

Αυτά συγκροτούν ήδη από μόνα τους τον σκληρό σκελετό ενός προγράμματος μετά το τρέχον πρόγραμμα. Θα εμπλουτισθεί κατά πάσα πιθανότητα με περαιτέρω στοιχεία τους επόμενους μήνες καθώς η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να ετοιμάσει, σε συνεργασία φυσικά με την Επιτροπή,  μια «φιλόδοξη και ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική» πριν από το τέλος του τρέχοντος προγράμματος.[11] Αυτή η στρατηγική (= νέο πρόγραμμα μαζί με όσα προαναφέρθηκαν) θα περιλαμβάνει φυσικά και κυρίως μεταρρυθμίσεις – όσες δεν θα ολοκληρωθούν ως τον Αύγουστο και όσες δεν έγιναν ως τώρα.

Γιατί λοιπόν, αφού ξέρουν, εφαρμόζουν έστω δυσανασχετώντας το τρίτο μνημόνιο και ουσιαστικά έχουν δεχθεί τον σκληρό σκελετό ενός τέταρτου για την τριετία 2019- 2021 εξέπεμψαν το μήνυμα της «καθαρής εξόδου» αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά θα επιλέξουν μια εναλλακτική πολιτική; Η απάντηση είναι ότι με την «καθαρή έξοδο» επιχείρησαν να κλείσουν ένα διπλό χάσμα που χωρίζει την πολιτική οικονομικής προσαρμογής σε όρους μνημονίου, πρώτον, από τη λαϊκιστική υπόσχεση του παρελθόντος όπως είχε αποτυπωθεί στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης το 2014 και ανανεώθηκε με το δημοψήφισμα του 2015 και, δεύτερον,  από  τις προσδοκίες και ιδεολογικές προτιμήσεις μεγάλου τμήματος του στελεχιακού πυρήνα και της κοινωνικής βάσης. Το σύνθημα της «καθαρής εξόδου» με όσα κυρίως υπονοεί αποτέλεσε παραχώρηση στο αγροίκο αντιμνημονιακό πνεύμα που οι ίδιοι εξέθρεψαν και απειλεί να απεγκλωβίσει πλήρως το τζίνι του λαϊκισμού.

Από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018;

Με βάση τις ως τώρα εμπειρίες από τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και εκδηλώσεις δυσανεξίας κατά την ψήφιση μνημονιακών μέτρων, μπορούμε να εκμαιεύσουμε και περιγράψουμε πιο συγκεκριμένα τις προσδοκίες της κομματικής βάσης (και μερικών ηγετικών στελεχών), συνδικαλιστικών στελεχών με τους δικούς τους ορισμούς συμφερόντων, αυτοδιοικητικών παραγόντων, ιδεολόγων της ανυπακοής σε κάθε μέτρο εκλογίκευσης, πανεπιστημιακών με κομματικές περγαμηνές κ.α. Αυτές οι προσδοκίες βρίσκονται εκτός του πλαισίου που διαπραγματεύεται σήμερα ο οικονομικός πόλος της κυβέρνησης.[12]

Όσοι  λοιπόν υιοθετούν την προοπτική της «καθαρής εξόδου» ελπίζοντας ότι έτσι θα ασκηθεί πολιτική με πλήρη αυτονομία ελπίζουν ή υπονοούν ποικιλοτρόπως, ότι θα μπορούν, αναστρέφοντας όσα ψήφισαν μέχρι σήμερα, να χορηγούν πάσης φύσης επιδόματα με λιγότερους εξωτερικούς περιορισμούς και αυθαίρετα κριτήρια, να αποδυναμώσουν ανεξάρτητες αρχές (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος και της δικαιοσύνης) μεταξύ άλλων με την τοποθέτηση ημετέρων όπως συνέβη στην ΕΕΤΤ, [13] να ιδρύουν νέους κρατικούς «φορείς» χωρίς εξωτερικές οχλήσεις, να αποτρέπουν ιδιωτικοποιήσεις, να επιχορηγούν ελλειμματικές κρατικές επιχειρήσεις.

Η «καθαρή έξοδος» θα τους επιτρέψει, φαντάζονται, να εξουδετερώσουν με νομοθετικά τεχνάσματα τη μακροχρόνια δέσμευση της δημόσιας περιουσίας στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, να ελέγξουν την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στις ιδιωτικές υπηρεσίες (βλ. taxi beat) και γενικά να εισάγουν κανονιστικές ρυθμίσεις προς όφελος ευνοούμενων ομάδων, να αναστείλουν πλειστηριασμούς για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, να αποκαταστήσουν τον κομματικό-πολιτικό έλεγχο των φορολογικών μηχανισμών πράγμα που έκαναν ήδη με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο, ιδρύοντας νέο φορολογικό σώμα  υπό τον έλεγχο του υπουργού οικονομίας. [14] Έτσι ανατρέπουν εν μέρει αυτό  ακριβώς που επέβαλαν τυπικά και παρά τις αντιστάσεις τα μνημόνια, δηλαδή την απομάκρυνση της «πολιτικής» από τον φορολογικό μηχανισμό.

Μπορούμε να διευρύνουμε και άλλο τον κατάλογο με βάση πάντοτε δικές τους δηλώσεις αλλά και του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων που αυτές αποκαλύπτουν: Υπαινίσσονται ή προαναγγέλλουν ρητά και απροϋπόθετα αύξηση των συντάξεων (αργότερα, γιατί προς το παρόν τις περικόπτουν) και επαναφορά των εργασιακών σχέσεων στο πρότερο καθεστώς (κλαδικές συμβάσεις κλπ) ενώ κωλυσιεργούν ήδη σε ζητήματα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το συνονθύλευμα σκόρπιων, υπονοούμενων ή μη και ανεπεξέργαστων  στοιχείων που υποκρύπτει ο όρος «καθαρή έξοδος», δεν είναι ρεαλιστικό ούτε εντός του θεσμικού συστήματος της Ευρώπης, ούτε εκτός.  Υπόσχεται  επιστροφή στην εύκολη ευημερία με δάνεια, παροχές και λοιπές κομματικές εύνοιες  της περιόδου πριν από την κρίση με τους όρους του πελατειακού κρατισμού, αγνοώντας ότι ουδείς θα το χρηματοδοτεί και η παραγωγική οικονομία δεν το αντέχει. Δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος, ούτε της τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε είναι προϊόν μάθησης από την ιστορική μας εμπειρία. Το σπουδαιότερο ίσως: Δεν λύνει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.  Αντίθετα καλλιεργεί προσδοκίες για την παλινόρθωση θεσμών και πολιτικών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Ωστόσο, δεν λείπουν ρεαλιστικές φωνές. Ξεχωρίζουμε τον αν. υπουργό οικονομίας Γ. Χουλιαράκη. Κατά τη γνώμη  του  μετά το τέλος του μνημονίου είναι ορατός ο κίνδυνος «να ξανακυλήσουμε στις παλιές μας συνήθειες» και «ενός νέου δημοσιονομικού παραστρατήματος, ιδιαίτερα καθώς το 2019 είναι εκλογικό έτος». Επίσης και συναφώς, επεσήμανε πως «πρέπει να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις για να επιστρέψουμε σε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης». [15]  Όμως το μεταρρυθμιστικό έργο που εννοούν οι ρεαλιστές δεν είναι αυτό ακριβώς που προσδοκά μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού, των οργανώσεων συμφερόντων  και της ευρύτερης  κοινής γνώμης. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με τρέχουσες πρακτικές που υπονομεύουν βασικές αρχές του κράτους δικαίου και προσθέτουν εμπόδια στον δρόμο για επιστροφή στην κανονικότητα.

Ναι, η χώρα κινδυνεύει να περάσει από την αυταπάτη του 2015 στην αυταπάτη του 2018.

[1] Βλ.  συνολική παρουσίαση και ανάλυση των εξελίξεων  στο European Commission  Comliance Report. ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, January 2018. Σειρά προαπαιτούμενων ψηφίσθηκαν με το «πολυνομοσχέδιο» στις 15.1.2018. Βλ.  νόμο 4512/2018.

[2] Robert Cooper The post-modern state and the world order,  Demos, London 1996.

[3] Βλ. κανονισμό  (ΕΕ) αριθ. 472 / 2013 για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στην Ζώνη του Ευρώ,  άρθρο 14.

[4]  Βλ. Panos Κazakos, Panos «Ursachen der europäischen Krise und Auswirkungen auf Griechenland und Deutschland»  in Armin Hatje et al (Hgbr)  Verantwortung und Solidarität in der Europäischen Union, Nomos Verlag, Baden-Baden, 2015, S. 33-59.

[5] Βλ. ενδεικτικά και μεταξύ άλλων άρθρα 101, 102 και 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ).

[6] Δανείζομαι τον όρο από τον  Cas Mudde ΣΥΡΙΖΑ: Η διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης, εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2015. Βλ. επίσης για το θέμα του λαϊκισμού, μεταξύ πολλών άλλων Τάκης Παππάς, Τάκης Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015.

[7]  Βλ. ενδιαφέρουσα κριτική αυτής της αντίληψης για «επιστροφή της πολιτικής» στο Νικόλας Σεβαστάκης  Φαντάσματα του καιρού μας. Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016, σελ. 21 και μετά.

[8] Βλ. δηλώσεις του Ε. Τσακαλώτου στην  εφημερίδα τα Νέα, 1.2.2018 και στην εφημερίδα η Καθημερινή 10.2.2018.

[9]  Βλ. Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third review of the ESM programme, 18.1.2018

[10] European Commission, Compliance Report. ESM Stability Support Programme for Greece. Third Review, όπως αλλού, σελ. 17.

[11] Βλ. Eurogroup  Statement on Greece, 22.1.2018.

[12] Βλ. δηλώσεις  του Πιέρ Μοσκοβισί στις εφημερίδες η Καθημερινή και  Εφημερίδα των Συντακτών  9.2.2018 και του Ε. Τσακαλώτου στην εφημερίδα η Καθημερινή 10.2.2018.

[13] Βλ. αποκαλυπτική ανάλυση στο  www.liberal.gr    30.1.2018.

[14] Βλ. νόμο 4512/2018

[15] Βλ.  iefimerida.gr  19.1.2018.

Μια φιλελεύθερη εισαγωγή στα ‘Μνημόνια’

«Μια φιλελεύθερη εισαγωγή στα ‘Μνημόνια’» Βιβλιοκριτική στο  Γ. Μπήτρου Ποτέ μια πτώχευση, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015,  BooksJournal, τεύχος 65, Απρίλιος 2016.

Το βιβλίο του Γ. Μπήτρου προσεγγίζει τα ελληνικά προβλήματα από μια φιλελεύθερη σκοπιά. Mας υπενθυμίζει ότι πρέπει να θέτουμε τα προβλήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής σε ένα αποσαφηνισμένο θεωρητικό πλαίσιο, διαφορετικά η πολιτική καταλήγει να είναι ένα σύνολο περιστασιακών και συχνά μυωπικών αποφάσεων χωρίς καμμιά συνοχή που απλά επιτείνουν τα προβλήματα. Οι θεωρητικοί προβληματισμοί του βιβλίου αποκαλύπτουν, μεταξύ άλλων, πόσο ρηχή ήταν και παραμένει η δημόσια, πολιτική και ακαδημαϊκή συζήτηση για τις εξελίξεις που κατέληξαν στην κρίση της Ελλάδας και για τις δυσκολίες υπέρβασής της.

Tο βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια εισαγωγή στα προγράμματα προσαρμογής (=μνημόνια) – στην οικονομική τους φιλοσοφία και στις προσδοκίες τους. Προσφέρει μια θεωρητική βάση για αυτά. Φυσικά, δεν παραβλέπω επίμαχα σημεία των προγραμμάτων (απότομη και μεγάλης κλίμακας δημοσιονομική προσαρμογή, αρχική υποτίμηση διαρθρωτικών υστερήσεων, απόρριψη της αναδιάρθρωσης του χρέους όταν έπρεπε κ.α.) αλλά αναφέρομαι στη γενική κατεύθυνση που υποδεικνύουν – τη  συστηματική αντιμετώπιση κυρίως των αποτυχιών του κράτους και, συναφώς, τη μετάβαση από μια κοινωνία προσοδούχων και προσοδοθήρων  (rent-seeking society) με εκτεταμένη διαφθορά μικρής και μεγάλης κλίμακας σε μια ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς  στην οποία αποκαθίστανται διαμετρικά αντίθετες αξίες. Είναι ένας έξωθεν ωθούμενος φιλελεύθερος εκσυγχρονισμός.

Ειδικά στην Ελλάδα, χρειάζεται μεγάλη ιδεολογική-προγραμματική προσπάθεια για να ανατραπεί ένα πνευματικό κλίμα που έχει εξοβελίσει κάθε σοβαρή συζήτηση για τα οφέλη και το κόστος πολιτικών αποφάσεων. Ένας ακατέργαστος αντιφιλελευθερισμός επιστρατεύει θολά «κοινωνικά» κριτήρια και ηθικολογικά διφορούμενα για να αιτιολογήσει κρατικές παρεμβάσεις, απορρίπτει την οικονομική αποτελεσματικότητα ως κριτήριο για την αξιολόγηση μιας απόφασης ή επιλογής, εξιδανικεύει το κράτος- θεωρώντας το «καλοκάγαθο» αρκεί να είναι στα χέρια των «καλών».

Στις πηγές του αντιφιλελευθερισμού.

Στη χώρα, παρά κάποια εξωγενή σκιρτήματα, διαπιστώνουμε δύο διαφορετικές πηγές αντιφιλελεύθερης πολιτικής και εύνοιας υπέρ της κρατικής παρέμβασης  χωρίς αρχές: Η ελληνική αριστερά είχε προσχωρήσει σε μια ακατέργαστη κρατικο-παρεμβατική αντίληψη που κατέληξε να εναγκαλισθεί τον λαϊκισμό (ή, κατά Τάκη Παππά, «εθνολαϊκισμό[i]). Στην αριστερά, ήταν στο παρελθόν κυρίως η ουτοπική σκέψη και ένα καταστροφικό πρότυπο εφαρμογής της – το σταλινικό καθεστώς- που τροφοδότησε ένα σκληρό αντιφιλελευθερισμό[ii]. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο το παλαιό σταλινικό πρότυπο αντικαταστάθηκε κατά διαστήματα από το λατινοαμερικανικό πρότυπο κινήματος, εξέγερσης και ερμηνείας του καπιταλισμού ακόμα και όταν έγινε φανερή η οικονομική αποτυχία τους, ο αναποτελεσματικός τρόπος αξιοποίησης του εθνικού πλούτου και, πολιτικά, ο αυταρχισμός   σε βαθμό αδιανόητο για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης (με όλα τους τα κουσούρια). Βλέπε Βενεζουέλα από την οποία ανέμενε στήριξη μέρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Στην κεντροδεξιά ναι μεν γίνονται αναφορές στον φιλελευθερισμό, παλαιότερα με την προσθήκη του επιθέτου «ριζοσπαστικός», σήμερα με το «κοινωνικός», αλλά στη βάση αναπτυγμένων και πολυσχιδών πελατειακών πρακτικών για την απόκτηση ή διατήρηση της εξουσίας – και τη νομή της. Οι πελατειακές πρακτικές τείνουν να παρακάμψουν ή διαστρέψουν τις οριζόντιες σχέσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού με κάθετες (πελατειακές) σε ένα ευρύ μέτωπο. Γενικά υποστηρίζω, ότι το πελατειακό σύστημα προσδιόρισε τις σχέσεις κράτους και πολιτών και συρρίκνωσε απελπιστικά  το έδαφος για μια κοινωνία χειραφετημένη από το κράτος.

Περί των αποτυχιών του κράτους και των αγορών.

Θα σταθώ τώρα λίγο περισσότερο στη «φιλοσοφία της ελευθερίας»  του βιβλίου. Ουσιαστικά, η ανάλυση εδώ περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες «αποτυχίες του κράτους» και «αποτυχίες της αγοράς», δηλαδή σε θέματα που απασχολούν την εν ευρεία εννοία φιλελεύθερη σκέψη και έχουν τεθεί στο νεοκλασικό πλαίσιο. Το ενδιαφέρον της σχετικής ανάλυσης είναι ότι αναζητεί ένα δρόμο αποφυγής των αποτυχιών και των δύο – της αγοράς και του κράτους-, άρα ένα μείγμα πολιτικής που ναι μεν θα αντιμετωπίζει τις αποτυχίες της αγοράς, αλλά θα σταθμίζει κάθε φορά τις εγγενείς τάσεις για αποτυχία του κράτους.

Για τις αποτυχίες του κράτους έχουν ειπωθεί πολλά: Απλοποιώντας κάπως και μεταφέροντας τα ευρήματα της σχετικής βιβλιογραφίας στην ελληνική πραγματικότητα σημειώνω ότι ειδικά στο κράτος που οικοδομήσαμε κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις υπηρετούσαν δικούς τους μάλλον σκοπούς  παρά αυτούς για τους οποίους ιδρύθηκαν, όντας ενταγμένες σε ένα τεράστιο πλέγμα πελατειακών δοσοληψιών,  οι πολιτικές αποφάσεις για κρατική παρέμβαση αγνοούσε  συχνά μακροχρόνιες συνέπειες, όπως έδειξε η τραγωδία του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, το κόστος παραγωγής κρατικών υπηρεσιών είχε αποσυνδεθεί από τα έσοδα, ενώ  η κρατική δράση προκαλούσε  ανισοκατανομές δύναμης και εισοδημάτων.

Όμως ό Γ. Μπήτρος δεν αμφιβάλλει ότι και οι αγορές (μπορεί να) αποτυγχάνουν π.χ. όταν πρόκειται για δημόσια αγαθά ή για την ενσωμάτωση στους υπολογισμούς κέρδους των  «εξωτερικών επιπτώσεων» (σελ. 51-53 κ.α.).  Το συμπέρασμά του συνοπτικά:   «Η παρέμβαση του κράτους μπορεί να είναι δικαιολογημένη. Αλλά για να είναι δικαιολογημένη, εξυπακούεται ότι, με την παρέμβαση, τα αποτελέσματα θα είναι καλύτερα από τα δεύτερα, τρίτα ή οποιαδήποτε καλύτερα αποτελέσματα της αγοράς στην οποία αναφέρεται η διαρθρωτική ατέλεια.» (σελ. 53). Επισημαίνει δηλαδή ότι  η κρατική παρέμβαση μόνον υπό προϋποθέσεις μπορεί να δίνει λύσεις και να μη χειροτερεύει τα πράγματα.

Το  ενδιαφέρον του εστιάζεται στην πληροφόρηση. Ο Γ. Μπήτρος αμφιβάλλει γενικά αν οι δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να έχουν καλύτερη πληροφόρηση από τους παράγοντες της αγοράς (αυτό αφορά τις πρώτες δύο προϋποθέσεις) αλλά και  φαίνεται ότι εκτιμά πως οι δημόσιοι διαχειριστικοί μηχανισμοί είναι κατώτεροι των ιδιωτικών (σελ. 54). Εν τούτοις αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς το επίπεδο αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών ανάμεσα σε αναπτυγμένες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (σελ. 54). Η παραδοχή αυτή κάνει λιγότερο ευκρινή τη σύγκριση δημόσιων και ιδιωτικών διαχειριστικών μηχανισμών.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν αναγνωρίσουμε ότι και οι ιδιωτικοί φορείς μπορεί να ενδιαφέρονται για απόκρυψη εκμετάλλευση πληροφοριών και πιέζουν τις κυβερνήσεις για ρυθμίσεις που τη διασφαλίζουν. Βλ. φορολογικούς παραδείσους. Γενικά θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, μετά από όσα έχουμε ζήσει, ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις καλλιεργούν πολιτικές που καταλήγουν σε ασύμμετρη ή ατελή πληροφόρηση, αδιαφάνεια,  και στρέβλωση κινήτρων (όπως επεσήμανε ο Joseph Stiglitz αναφερόμενος στις χρηματοπιστωτικές αγορές[iii]) ή και καθαρή παραπληροφόρηση, όπως μας υπενθύμισε πρόσφατα η περίπτωση της Volkswagen και έρευνες για τις φαρμακευτικές έρευνες. Επομένως, το θέμα δεν είναι μόνον αν έχουν καλύτερη πληροφόρηση οι επιχειρήσεις, αλλά και πως τη χρησιμοποιούν!

Κριτική: Υπάρχουν και άλλες αρχές.

Η αρχή της ελευθερίας είναι αναμφίβολα σημαντική και ειδικά στη χώρα μας έχει είτε παρεξηγηθεί είτε υποτιμηθεί. Νομίζω όμως ότι η συζήτηση θα πρέπει να περιλάβει και άλλες αρχές που έχουν επίσης προϊστορία και κοινωνική αποδοχή. Π.χ. τις αρχές των ίσων ευκαιριών ή της συμμετοχής. Και πρέπει η συζήτηση να τις περιλάβει γιατί έτσι θα αναδείξει καλύτερα τις δύσκολες αποφάσεις τύπου trade-offs, δηλαδή στην πράξη να σταθμίζονται κάθε φορά οι αρχές αυτές και να αναζητείται μια λειτουργική ισορροπία. Αυτό συμβαίνει με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία στις διαφορετικές εκδοχές του λεγόμενου «καπιταλισμού της ευημερίας» (welfare capitalism) που αντανακλούν διαφορετικά μείγματα αξιών, θεσμών και συμπεριφορών.[iv] Η συζήτηση για τα μοντέλα του καπιταλισμού της ευημερίας έδειξε επίσης εναργέστερα και τα όρια του εφικτού. Ως ένα βαθμό οι συγκρίσεις επιτρέπουν μια καλύτερη διαδικασία μάθησης π.χ. στην αναζήτηση «άριστων πρακτικών» που έχουν δοκιμασθεί σε συγκεκριμένες συνθήκες και θα μπορούσαν ενδεχομένως να  προσαρμοσθούν σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Το πολιτισμικό υπόβαθρο διαφέρει.

Επίσης,  διαπιστώνω ένα κενό στην ανάλυση: Το βιβλίο αναφέρεται ακροθιγώς και επιφανειακά στο πολιτισμικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομούνται θεσμοί ή μεταφυτεύονται θεσμοί και πολιτικές διεργασίες. Περιορίζεται σε αναφορές στον χαρακτήρα των ελλήνων.  Εκτιμά ότι «ως άτομα και ως σύνολο χειροτερέψαμε» (σελ. 197).  Κατά τη γνώμη μου η ανάλυση θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος.

Στη σύγχρονη συζήτηση έχει εισαχθεί, μεταξύ άλλων,  η έννοια της εμπιστοσύνης ή του κοινωνικού κεφαλαίου[v]  στην οποία συμπυκνώνονται πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Με τον όρο αυτόν εννοούμε την ικανότητα συνεργασίας έξω από το στενό κορσέ της οικογένειας και των κάθετων πελατειακών εξαρτήσεων (δικτυώσεων). Σε πολλές κατηγοριοποιήσεις η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των χωρών με χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο (non-trust societies). Ο όρος υποκρύπτει γενικότερα τις αξίες που κατευθύνουν τις πράξεις των ατόμων και ομάδων.

Είναι σημαντικό να λαβαίνουμε υπόψη το πολιτισμικό υπόβαθρο. Εξηγεί π.χ. γιατί πολλοί τυπικοί θεσμοί είναι ασθενείς ή δυσλειτουργικοί και γιατί είναι διάχυτες οι εξωθεσμικές πρακτικές  που περιβάλλουν τους θεσμούς δίκην  καρκινωμάτων. Εξηγεί επίσης  το μοντέλο επιχειρηματικότητας που επικρατεί (τις νανώδεις επιχειρήσεις και τον οικογενειακό χαρακτήρα ακόμα και μεγάλων επιχειρήσεων), τον τύπο της κρατικής παρέμβασης σε κοινωνίες μη εμπιστοσύνης και, ακόμα, φανερές πολιτικές αποτυχίες. Η ένταξη της  οικονομίας σε κοινωνία και πολιτισμό  (η embeddedness  του Karl Polanyi) ορίζει τις δυνατότητες της αγοράς, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας παρόμοιων κρατικών θεσμών.

Η παρερμηνεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι ο Γ. Μπήτρος αδικεί την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, παραβλέποντας τα διλήμματα και τις σύγχρονες αναζητήσεις στον χώρο αυτό.  Η κριτική του τρέφεται ουσιαστικά κατά της, ας πούμε, παλαιάς σοσιαλδημοκρατίας  και των προσανατολισμών της στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. «Οι υποστηρικτές της», γράφει, «προβάλλοντας το σαγηνευτικό όραμα μιας κοινωνικής κατάστασης στην οποία θα επικρατούν ισότητα στα μέσα δημιουργικής αυτοπραγμάτωσης των ατόμων και γενική αλληλεγγύη […] προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες να συνεχίσουν να ανέχονται τη μεταφορά πολιτικής και οικονομικής δύναμης στους διαχειριστές του κράτους. Το μόνο που δεν τους αποκαλύπτουν είναι αυτό που θα τους απομείνει από τις ατομικές τους ελευθερίες, τα περιουσιακά τους δικαιώματα, την προσωπική τους αξιοπρέπεια κλπ» (σελ. 73).

Πρόκειται για μια καρικατούρα της σοσιαλδημοκρατίας που παραβλέπει τις επιτυχίες της – πρόσφατα π.χ. με την  ανάκαμψη της Γερμανίας λόγω της Agenda 2010 των Σοσιαλδημοκρατών.  Από την πρώτη δεκαετία μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο έχει κυλήσει πολύ νερό στο ιδεολογικό-προγραμματικό αυλάκι. Υπενθυμίζω επίσης ότι οι σύγχρονες αναζητήσεις για μια  «προοδευτική πολιτική» ή «διακυβέρνηση» στο χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, πρόδρομος της οποίας ήταν ο τρίτος δρόμος,   εμπιστεύονται τις αγορές και, κατά προέκταση την παγκοσμιοποίηση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Έχει έντονα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά. Αναγνωρίζουν τον ρόλο   της ατομικής ευθύνης, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της επιχειρηματικότητα κ.α. Ο ορισμός της προοδευτικής πολιτικής διαφέρει ριζικά από αυτόν που πρόβαλε στην Ελλάδα (και αλλού) ο αριστερός λαϊκισμός.

Όμως ο τρίτος δρόμος και οι σύγχρονες αναζητήσεις  εξακολουθούν να μοιράζονται με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία τη δέσμευση για κοινωνική δικαιοσύνη. Δέχονται ότι αυτή δεν επιτυγχάνεται εκ των υστέρων με διορθώσεις των αποτελεσμάτων της αγοράς, αλλά μέσω μιας πολιτικής που προλαμβάνει την περιθωριοποίηση και καθιστά τα άτομα ικανά να αναζητούν και αξιοποιούν καλύτερες ευκαιρίες. Σχετικές και τρομακτικές για τους κρατιστές  έννοιες–κλειδιά είναι welfare to work (βοήθεια για ένταξη στο σύστημα απασχόλησης), απασχολησιμότητα, ίσες ευκαιρίες.

Από την άλλη πλευρά, οι θεωρητικοί της σοσιαλδημοκρατίας επικρίνουν και τον νεοφιλελευθερισμό. Το σκεπτικό τους: Ο νεοφιλελευθερισμός στηρίζεται στην (εμπειρικά διαψεύσιμη) παραδοχή ότι ανισότητες και ειδικά υψηλά εισοδήματα και κέρδη τελικά διαχέονται προς τα κάτω (trickle down) και είναι εργαλείο ανάπτυξης, ενώ παραβλέπει ότι οι αγορές δεν αυτορυθμίζονται και ότι για να λειτουργήσουν καλά χρειάζονται ένα ισχυρό πλέγμα θεσμών ρύθμισης, π.χ. καλούς φορολογικούς νόμους. Εκτιμούν, ότι ο νεοφιλελευθερισμός ευνοεί αντικοινωνικές συμπεριφορές στις οικονομικές ελίτ που αρνούνται να πληρώνουν φόρους ή επηρεάζουν την πολιτική με στόχο  να μη συνεισφέρουν στην παραγωγή δημόσιων αγαθών!

Μια τελικά παρατήρηση: Οι συζητήσεις για προοδευτική πολιτική στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και οι κατά διαστήματα ανανεούμενη αντιλήψεις για κοινωνική οικονομία της αγοράς (ή κοινωνικό φιλελευθερισμό) θέτουν και απαντούν στα ίδια ερωτήματα: Πως θα συμβιβασθούν στην πράξη διαφορετικές αρχές ή πόση ατομική ευθύνη και συλλογικότητα είναι αναγκαία και εφικτή! Δεν απαντούν με τον ίδιο τρόπο, αλλά βλέπω, χωρίς δογματισμούς,  ότι υπάρχουν γέφυρες επικοινωνίας.

Ναι, πρέπει να αναζητούμε ένα δρόμο κάπου ανάμεσα σε ένα (καθ’ ημάς) καθαρό ιδεώδες και στο εφικτό.

[i] Βλ. Τάκη Παππά Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2015.

[ii] Bλ. Ανάμεσα σε πολλά άλλα το κλασσικό έργο του Popper, Karl Die offene Gesellschaft und ihre Feinde, UTB ( J.C.B. Morh) Tübingen, 1992.

[iii] Joseph Stiglitz  Ο θρίαμβος της απληστίας. Η ελεύθερη αγορά και η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας, μετάφραση Ν. Ρούσσου, εκδόσεις Παπαδόπουλος, 202 και μετά.

[iv] Τη σχετική συζήτηση ανανέωσε ο Costa Esping-Andersen  The three worlds of welfare capitalism, Princeton University Press, Princeton 1990.

[v] Βλ. μεταξύ άλλων   Edward Banfield  Η ηθική βάση της καθυστερημένης κοινωνίας, ελληνική μετάφραση Φ. Κακαβέση, Επίκεντρο, Αθήνα 2014, Robert Putnam et al Making democracy work: Civic traditions in modern Italy, Princeton University Press, Princeton 1993. Francis Fukuyama Εμπιστοσύνη. Οι κοινωνικές αρετές και η δημιουργία της ευημερίας, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1998. Μια εφαρμογή την ελληνική περίπτωση επιχείρησα στο «Κοινωνικό κεφάλαιο και συλλογική δράση», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 16/2006, σελ. 107-138.

Είναι η κοινωνία μας «μπλοκαρισμένη»; Η θετική όψη των πραγμάτων και οι κίνδυνοι αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων

BooksJournal, τεύχος 63 Φεβρ. 2016

Οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους «θεσμούς» (πρώην τρόικα, νυν τετραμερή) εισήλθαν σε μια κρίσιμη φάση. Από εδώ και πέρα θα πρέπει να συμφωνηθούν οι «λεπτομέρειες» εφαρμογής του νέου Μνημονίου[1]  σε ευαίσθητες περιοχές πολιτικής. Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων θα φέρει μεν επώδυνα μέτρα, αλλά είναι προτιμότερη από την αποτυχία τους, την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και τη χρεοκοπία. Αν οι πολιτικές δυνάμεις ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου Μνημονίου, θα γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις – δημοσιονομική εξυγίανση, σταθερό φορολογικό σύστημα, βιώσιμο ασφαλιστικό, αποκομματικοποιημένη Δημόσια Διοίκηση, σύγχρονο ρυθμιστικό σύστημα  κλπ. Τότε η χώρα  θα λειτουργεί με τρόπο συμβατό προς το ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον και τα δεδομένα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η οικονομία θα ανακάμψει.

Το ερώτημα είναι βέβαια τι πιθανότητες έχει αυτό το αισιόδοξο σενάριο. Θα τα καταφέρουμε ή είναι η πολιτική και η κοινωνία  «μπλοκαρισμένες» (βλ. πιο κάτω) και αδυνατούν να λύσουν θεσμικά και δομικά προβλήματα; Κινδυνεύουμε τότε να μείνουμε για πολλά χρόνια ακόμα σε μια κατάσταση προϊούσης παρακμής, που θα χαρακτηρίζεται από πτώση της παραγωγής και των εισοδημάτων, μόνιμα μεγάλη ανεργία, έξοδο των νέων, ανασφάλεια και διάτρητα δίκτυα κοινωνικής ασφάλειας, πολιτική αστάθεια.  Αυτό ουσιαστικά δεν συνέβη από το 2009 μέχρι σήμερα; Έχουμε λόγους να ελπίζουμε ότι η τάση θα ανατραπεί; Υπενθυμίζω ότι το πρώτο (2010) και το δεύτερο (2012) πρόγραμμα προσαρμογής απέτυχαν. Δείχνει η εμπειρία εκείνη ότι, ανεξαρτήτως προθέσεων,  η αποτυχία είναι πάλι πιθανή;

Η θετική όψη των πραγμάτων.

Διαπιστώνω μερικούς σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν το αισιόδοξο σενάριο. Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση (μετά την αποφασιστική κατ’ αρχάς αλλαγή πλεύσης του πρωθυπουργού) και οι περισσότερες δυνάμεις της αντιπολίτευσης (στην τελευταία ιδίως μετά την εκλογή του Κ. Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ.)  έχουν πλέον, μετά την αλλαγή πλεύσης  του πρωθυπουργού, μια κοινή βάση – το νέο Μνημόνιο που υπερψήφισαν στη Βουλή. Την κοινή βάση συσκοτίζει βέβαια η ρητορική της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρά ταύτα η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ του νέου (τρίτου κατά σειρά) Μνημονίου θα μπορούσε να συνιστά λόγο αισιοδοξίας.  Θεωρώ ότι ήταν ένα πρώτο βήμα για να αναιρεθεί ο διχασμός της πολιτικής και των πολιτών σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και, το σπουδαιότερο, για να δημιουργηθεί ελάχιστη συναίνεση για τους «κανόνες του παιγνιδιού» σε οικονομία, κοινωνία και πολιτική. Θα δούμε αν θα αντέξει και έχει  συνέχεια.

Επίσης, η  κοινή γνώμη, παρά την ύφεση και την αποτυχία των προγραμμάτων, εξακολουθεί να υποστηρίζει το Ευρώ. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας[2] το 60,5% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι επιλέγουν την παραμονή της χώρας στο ευρώ, έστω και αν αυτό σημαίνει την εφαρμογή ενός νέου μνημονίου (με άλλα λόγια αν η κυβέρνηση αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τις λεγόμενες «κόκκινες γραμμές» της). Αντίθετα, μόνο το 28% των ερωτηθέντων προτιμά έξοδο από την ευρωζώνη και επιστροφή στη δραχμή.

Ας προσθέσουμε ότι, αντικειμενικά, μια χώρα εσωστρεφής, υπερχρεωμένη, με ανεπίτρεπτα υψηλή ανεργία, αναποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση, κάποιες διεφθαρμένες υπηρεσίες, αναξιόπιστους θεσμούς και δυσλειτουργικές αγορές  δεν έχει άλλη επιλογή. Το πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου στηρίζεται στην οικονομική λογική και εν πολλοίς έχουν αναπτυξιακή και κοινωνική διάσταση. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ισορροπημένα εφαρμοζόμενες και με τις απαραίτητες διορθώσεις θα προετοιμάσουν το έδαφος για την επιστροφή σε συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει για τη δημοσιονομική «πειθαρχία».  Γενικά και για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα οικονομολόγων, επιζητούν λύσεις στις «αποτυχίες του κράτους». Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό ότι, από τεχνική άποψη, το πρόγραμμα «δεν βγαίνει».

Αυτά, ως προς τη θετική όψη των πραγμάτων. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν η υποστήριξη του ευρώ θα αντέξει κατά την εφαρμογή της πολιτικής οικονομικής προσαρμογής και αν και σε ποιο βαθμό η τελευταία θα ολοκληρωθεί έστω με διορθώσεις.   Δεν πρέπει να υποτιμάται ο πολιτικός κίνδυνος, δηλαδή  το πρόγραμμα να μη βγει πολιτικά. Γεγονός είναι ότι πολλοί παράγοντες θολώνουν τις προοπτικές του.

Το πρόγραμμα μπορεί να μη βγει «πολιτικά».

Πρώτον λοιπόν και παρά τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων,  μεγάλα τμήματα της κοινωνίας μας, μετά από έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης (με ένα μικρό διάλειμμα το 2014) δεν έχουν πεισθεί ότι είναι ορθή η επιλογή της εφαρμογής των Μνημονίων και της παραμονής στην Ευρωζώνη ή και στην ΕΕ. Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ότι αυτή η επιλογή συμφέρει σε όρους σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας ή ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση θα έφερνε χειρότερη δυσπραγία. Η διάχυτη δυσπιστία αποτυπώθηκε στις 5 Ιουλίου 2015  στο 61% υπέρ του ΌXI στο Δημοψήφισμα. Και βέβαια είχε τροφοδοτηθεί από τη ρητορική της απόρριψης που είχαν καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και, νωρίτερα , μέχρι το 2012 η ΝΔ.

Την ίδια διάχυτη αμφισβήτηση τρέφουν διάφορες κινήσεις της κυβέρνησης – ο ανταρτοπόλεμος  σε ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων (βλ. ΟΛΠ), η «σκληρή» πάλι διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό, η συστηματική υποβάθμιση θεσμών που είχαν συσταθεί είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια των Μνημονίων (ΓΓ Δημοσίων Εσόδων, ΕΣΡ), οι περιστασιακές ρητορικές εκρήξεις αξιωματούχων κατά του ΔΝΤ, οι δηλώσεις αποστασιοποίησης από το πρόγραμμα.

Πιθανόν, κάποιες από τις κινήσεις αυτές θα μπορούσαν καλοπροαίρετα να ερμηνευθούν ως επικοινωνιακά τεχνάσματα που τελικά μειώνουν τις αντιστάσεις στις αλλαγές που έγιναν ή θα γίνουν. Όμως, έχουν βαθύτερες ρίζες:  Πηγάζουν από την βαριά ιδεολογική κληρονομιά της ελληνικής Αριστεράς (π.χ. εξιδανίκευση του μεγάλου κράτους, προτεραιότητα στις κρατικοποιήσεις, αγνόηση οικονομικών περιορισμών με υποσχέσεις προς όλους, ακατέργαστη αντιευρωπαϊκή ρητορική κ.λ.π.). Το χάσμα που τη χωρίζει από τη φιλοσοφία του Μνημονίου είναι μεγάλο και εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Το βάρος της ιδεολογικής κληρονομιάς μεγαλώνει καθώς συμμαχεί με τις πελατειακές και συντεχνιακές παραδόσεις της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο μεγάλα τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας του τόπου (και της κυβέρνησης) εφαρμόζουν το πρόγραμμα χωρίς να το πιστεύουν – στη διατύπωση του Μνημονίου (και του Ομήρου!): δεν το ενστερνίζονται- όπως δείχνουν διάφορες ιδέες για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, «ισοδύναμα» ή «παράλληλο πρόγραμμα» κλπ. Ειδικά, η εντελώς νεφελώδης ως προς τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις συζήτηση για πάσης φύσης «ισοδύναμα» που θα αντικαθιστούσαν διάφορες δεσμεύσεις του Μνημονίου αποκαλύπτει μάλλον πολιτική αμηχανία παρά αποφασιστικότητα καθώς και τη δύναμη των συσχετισμών και αναδιανεμητικών συμμαχιών! Και συνυφαίνεται με ιδεολογικές εμμονές και κομματικές συμμαχίες που δοκιμάσθηκαν στο παρελθόν και απέτυχαν.

Οι κοινωνικές αντοχές.

Δεύτερον, οι εγχώριες συνθήκες είναι δυσμενέστερες από εκείνες του 2010 ή του 2011-12. Τότε η χώρα είχε περισσότερες αντοχές, και λιγότερη απογοήτευση,  φτώχεια και αβεβαιότητα.

Από το 2008/9 μέχρι σήμερα το ΑΕΠ μειώθηκε περίπου κατά 30% και η ανεργία διατηρείται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα. Πιθανόν, αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που εκτιμούν ότι «δεν έχουν να χάσουν τίποτε» και εκείνων που κάνουν θυσίες χωρίς να διακρίνουν κάποια αξιόπιστη προοπτική. Ταυτόχρονα νέες προκλήσεις, όπως οι μαζικές εισροές οικονομικών μεταναστών και προσφύγων  δοκιμάζουν την ικανότητα των αρχών να τις διαχειριστούν, προκαλώντας πρόσθετες αβεβαιότητες. Τις αντοχές πολιτών και πολιτικών δοκιμάζουν και τα νέα μέτρα που εφαρμόζονται.  Επομένως, οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης τα επόμενα χρόνια δεν είναι προβλέψιμες, ούτε η ανταπόκριση των κομμάτων στις διαθέσεις της. Και σημαντικά τμήματα του πληθυσμού αξιοποιούν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη «διαφωνία» τους «αποχωρώντας» είτε από την επίσημη οικονομία είτε από τη χώρα![3]

Συναφώς, στην τρέχουσα συζήτηση διαπιστώνουμε μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα σε ευρεία υποστήριξη γενικά υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη και στις συνεχείς δυσκολίες εφαρμογής των προβλεπόμενων σε αυτή μέτρων. Η αμφισημία των κομματικών δυνάμεων και οι ηχηρές αντιδράσεις των κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων που θίγονται κάθε φορά από τα μέτρα προσαρμογής (επαναλαμβανόμενες απεργίες, γενικές απεργίες, πορείες) είναι ανησυχητικά συμπτώματα μιας «μπλοκαρισμένης κοινωνίας», όπως χαρακτηρίζει ο Anthony Giddens κοινωνίες όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές.[4] Και, δεν υπάρχει μια τόσο  ισχυρή παραγωγική βάση σφυρηλατημένη στον διεθνή ανταγωνισμό που να είναι ικανή λόγω μεγέθους να στηρίζει αποτελεσματικά τις μεταρρυθμίσεις.

Γεγονός είναι ότι πολλά μέτρα του Μνημονίου συνεπάγονται μειώσεις εισοδημάτων, ενώ άλλα φέρνουν στην επιφάνεια ζητήματα κατανομής των βαρών της προσαρμογής.  Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο συνταξιοδοτικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ διαφορετικών αρχών (δικαιοσύνη έναντι οικονομικής αποτελεσματικότητας). Πρέπει επίσης να αιτιολογείται πειστικά: Γιατί πρέπει να προστατευθούν οι σημερινοί συνταξιούχοι και όσοι έχουν «ώριμα» συνταξιοδοτικά δικαιώματα (π.χ. μέσω της «προσωπικής διαφοράς»)  σε βάρος των σημερινών εργαζομένων που τα χρηματοδοτούν;  Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και σε άλλους τομείς: Φορολογία, ιδιωτικοποιήσεις κλπ.  Σε όλα αυτά η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα τείχος – τη διάχυτη δυσπιστία για τις προθέσεις της που εμποδίζει κάθε ορθολογική συζήτηση.

Ας προσθέσουμε ότι τις δυσκολίες πολλαπλασιάζουν η φύση και η  κλίμακα των αλλαγών που θίγουν  πολυάριθμες πηγές προσόδων (=εισοδημάτων χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα) και θεσπίζουν θυσίες  κεκτημένων, ενώ διαταράσσουν ιστορικές ισορροπίες και συμπαιγνίες. Δεν συνιστούν παρέμβαση σε ένα μόνον ή λίγους τομείς της οικονομίας ή της πολιτικής π.χ. στην υγεία.

Τον Ιανουάριο 2016 διογκώθηκαν οι κοινωνικές αντιδράσεις με αφετηρία το ασφαλιστικό. Θα δούμε αν τελικά η εξέλιξη θα διαψεύσει (πάλι) ή θα επιβεβαιώσει την αισιόδοξη υπόθεση ότι μια κρίση μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στα συστήματα αξιών  δημιουργώντας μια νέα ηθική σε πολίτες και πολιτικούς.[5] Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, σε μια κατάσταση κρίσης μπορεί να αναγνωριστεί η πίστη στη συλλογική δράση, η σημασία της λιτότητας (όπως περίπου την όριζε διορατικά ο Enrico Berlinguer τη δεκαετία του ’70),[6] της αλληλεγγύης και της θυσίας, και να ενδυναμωθεί το αίτημα για πολιτική που δρα για το σύνολο και όχι για να ικανοποιεί άναρχα, εγωιστικά και μυωπικά επιμέρους αιτήματα.

[1] To «Μνημόνιο συνεννόησης» περιλαμβάνεται στο νόμο 4336/14.8.2015.

[2] Την έρευνα διεξήγαγε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο- Μονάδα Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας  υπό την επιστημονική ευθύνη του Ν. Μαρατζίδη. Τα πορίσματά της δημοσιεύθηκαν στις 20.7.2015. Σε παρόμοια αποτελέσματα κατέληξαν και άλλες έρευνες όπως της MRB το 2014 και της Alco.

[3] Δανείζομαι τους όρους «διαφωνία» και «αποχώρηση» από το  Albert O. Hirschman, Αποχώρηση, Διαφωνία και Αφοσίωση- Αντιδράσεις στην παρακμή επιχειρήσεων, οργανώσεων και κρατών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2002, σελ. 31. Ο Hirschman εισήγαγε τις έννοιες της «διαφωνίας» (voice) και της «αποχώρησης» (exit) ως τις βασικές κατηγορίες εκδήλωσης δυσαρέσκειας πολιτών και καταναλωτών στην παρακμή οργανισμών και επιχειρήσεων. Αυτού του τύπου η αντίδραση δεν αλλάζει τα πράγματα.

[4] Βλ. Anthony Giddens, Europe in the Global Age, Polity Press, 2007.

[5] Federico Rampini Le dieci cosec he non sarano piu le stesse, Milano 2009.

[6] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων την πρόσφατη μελέτη του  Γιάννη Μπαλαμπανίδη Ευρωκομμουνισμός : Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015.

Πολιτική αναξιοπιστία και «συσχετισμοί» κατά του Μνημονίου

Δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τεύχος 60/ Νοέμβριος 2015.

Πολιτική αναξιοπιστία και «συσχετισμοί» κατά του Μνημονίου.  

Οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους «θεσμούς» καθ’ οδόν προς την πρώτη αξιολόγηση του νέου Μνημονίου ανέδειξαν άλλη μια φορά τις δυσκολίες εφαρμογής του. Υπενθυμίζω ότι τον Αύγουστο η ελληνική Βουλή ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία τον νόμο 4336/2015  με τον οποίο κυρώθηκε μια νέα δανειακή σύμβαση και ένα τριετές πρόγραμμα προσαρμογής («μνημόνιο ΙΙΙ»)  Ο κύριος στόχος της ελληνικής πλευράς ήταν να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Για να τον πετύχει έπρεπε τελικά να ανακαλέσει διάφορα μέτρα που είχε λάβει μονομερώς το α’ εξάμηνο του 2015 ( «100 δόσεις», γενόσημα κ.α.), να εφαρμόσει όσες μεταρρυθμίσεις είχαν συμφωνηθεί με τις προηγούμενες κυβερνήσεις  (ασφαλιστικό 2010, ιδιωτικοποιήσεις κ.α.) και, λόγω της δραματικής επιδείνωσης της οικονομίας από τα τέλη του 2014 με αποκορύφωμα τους κεφαλαιακούς ελέγχους, να υιοθετήσει νέα επώδυνα μέτρα- αύξηση διαφόρων συντελεστών φόρου, περικοπές στις συντάξεις κ.α. Αλλά τι πιθανότητες υπάρχουν να υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις;

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που δυσκολεύεται να ισορροπήσει τη δημόσια οικονομία της και να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις. Αυτές οι δυσκολίες είναι τρόπον τινά αναπόφευκτες όχι μόνο σε περιόδους ύφεσης. Όμως την κατάσταση επιδεινώνει εδώ η εξασθένιση της αξιοπιστίας της πολιτικής  και, ειδικότερα, της εμπιστοσύνης ότι νόμοι και συμφωνίες δεσμεύουν πραγματικά τις κυβερνήσεις. Η αξιοπιστία είχε ήδη πληγεί μετά από χρόνια δημοσιονομικής κακοδιαχείρισης (ελλειμμάτων, φορολογικής αστάθειας) και κακής οικονομικής πολιτικής με χαρακτηριστικό της την έλλειψη σταθερού προσανατολισμού και την υπαγωγή της σε πελατειακές πρακτικές. Κλονίσθηκε πλήρως στα χρόνια της κρίσης.

Εκτός τούτου, οι προβλεπόμενες στο νέο Μνημόνιο αλλαγές σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα. Έχουν επομένως έντονο αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Ευλόγως προκαλούν αντιδράσεις και θα τις προκαλούσαν ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες. Εξίσου σημαντικό είναι όμως ότι  σε πολλές περιπτώσεις επιφέρουν ανακατανομή εξουσίας και ανατρέπουν τις περιβόητες δικτυώσεις επιρροής που στήριζαν πάσης φύσης κεκτημένα και προσόδους.

Σε κάθε τμήμα του κράτους έχουν εμπεδωθεί (α) τυπικοί κανόνες που ορίζουν αρμοδιότητες και εξουσίες, (β) τις σχέσεις του με άλλα τμήματα («συναρμοδιότητες») και (γ) άτυπες συμπεριφορές π.χ. στις εφορίες, στην Ανώτατη Παιδεία, στα νοσοκομεία, στις σχέσεις οικονομικών παραγόντων και πολιτικών. Συχνά, αξιωματούχοι εντός των διαφόρων ιεραρχιών, έχουν λόγω του τυπικού τους ρόλου, ευκαιρίες και δυνατότητες να αντλήσουν παράτυπα οφέλη. Το αποτέλεσμα είναι μηχανισμοί αναδιανομής εισοδημάτων, πέρα από τους επίσημους, (εντείνουν) που συχνά αντιστρατεύονται την επίσημη πολιτική αναδιανομής, όπως π.χ. στην περίπτωση  της διαφθοράς…..Θα μπορούσε κανείς να περιγράψει τις διάφορες ομάδες ή άτομα σε υπηρεσίες που με βάση τις θέσεις εξουσίας και τις άτυπες διασυνδέσεις («διαπλοκή») πετυχαίνουν αναδιανομές. Συνολικά πρόκειται για ομάδες  προσοδοθήρων (rent seeker). Προφανώς η δύναμή τους (και οι άτυπες πρόσοδοι) εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, π.χ. από  αναποτελεσματικούς τυπικούς κανόνες λογοδοσίας και από βασικές αξίες της κοινωνίας…..

Σημασία έχει να τονίσουμε ότι  οι ειδικότερες εξουσίες συνδέονται με προνόμια και ευκαιρίες άντλησης πλούτου και εισοδημάτων χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Επομένως η άσκηση της ειδικότερης εξουσίας (π.χ. ενός χειρούργου, εφοριακού, υπουργού κλπ) δεν είναι απλά και μόνο μέρος της ειδικότητας, της επαγγελματικής ηθικής και ικανότητας ούτε, σε άλλες περιπτώσεις, απλό παίγνιο εξουσίας (μολονότι και αυτό υπάρχει όπως μας βεβαιώνει η ψυχολογία). Οι  υπάρχουσες ή επικρατούσες κατανομές εξουσίας  ορίζουν την κατανομή των εισοδημάτων (και αντίτροφα). Αποφέρουν απτά οικονομικά οφέλη. Αυτό κάνει κατανοητό γιατί οποιαδήποτε σχετική αλλαγή στις δυνατότητες επιρροής προσκρούει σε ισχυρές αντιστάσεις.

Το νέο Μνημόνιο τροποποιεί δυνητικά ρουτίνες και συμπεριφορές σε ολόκληρο το φάσμα του πολυδαίδαλου κράτους και σε όσους είχαν προνομιακή πρόσβαση σε αυτό (π.χ. προμηθευτές) και προκαλεί τριγμούς ανάλογης έντασης. Τροποποιεί απότομα τα δεδομένα στα οποία βάσιζαν τα προγράμματά τους μισθωτοί του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, ΟΤΑ κλπ.   Έπρεπε να αναμένεται ότι η εφαρμογή του θα είναι ηράκλειος άθλος που ακόμα και οραματικοί πολιτικοί και ειδικοί θα δυσκολεύονταν να διεκπεραιώσουν- ηράκλειος με την έννοια ότι μόνο μια κυβέρνηση που έχει ισχυρή νομιμοποίηση, βούληση και δύναμη να υπερβεί αντιστάσεις μπορεί να τον φέρουν εις πέρας.  Όμως, η εντελώς ασαφής συζήτηση για πάσης φύσης «ισοδύναμα» που θα αντικαθιστούσαν διάφορες δεσμεύσεις του Μνημονίου αποκαλύπτει μάλλον πολιτική αμηχανία παρά αποφασιστικότητα καθώς και τη δύναμη των συσχετισμών και αναδιανεμητικών συμμαχιών! Παρερμηνεύεται ως μήνυμα μη εφαρμογής της συμφωνίας. Και συνυφαίνεται με ιδεολογικές εμμονές που δοκιμάσθηκαν στο παρελθόν και απέτυχαν.

Μερικά παραδείγματα: Η διαφάνεια στις προμήθειες με την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ είναι δέσμευση των Μνημονίων και προφανώς περιορίζει τις δυνατότητες αλλοίωσης του ανταγωνισμού μέσω πελατειακών δικτυώσεων. Η  ανεξαρτησία της ΓΓ Δημοσίων Εσόδων περιορίζει την εξουσία της εκάστοτε πλειοψηφίας  να χειρίζεται τη δημόσια οικονομία κατά το δοκούν και επομένως εξυπηρετεί ευνοούμενους. Οι ιδιωτικοποιήσεις περιορίζουν τη δύναμη των συντεχνιών, δηλαδή την ικανότητά τους να αντιστρατεύονται οικονομικές επιταγές και να λειτουργούν τις επιχειρήσεις σε βάρος του συνόλου.  Στην Ανώτατη Παιδεία, ο θεσμός των Συμβουλίων έγινε στόχος των εσωτερικών παραγόντων σε Ιδρύματα που δεν επιθυμούσαν οικονομικό έλεγχο.  Η αξιολόγηση στη Δημόσια Διοίκηση επίσης θα περιορίσει τα κομματικά- συντεχνιακά δίκτυα προστασίας των ανεπαρκών και επομένως την ικανότητα συνδικαλιστών να πωλούν προστασία – κλασική περίπτωση επιλεκτικών κινήτρων τύπου Olson! Ένας συνδικαλιστικός νόμος, κατά τις καλύτερες πρακτικές της Ευρώπης, θα εμπόδιζε μειοψηφίες εντός του σώματος των εργαζομένων να αυθαιρετούν αντιδημοκρατικά και να συμβάλλουν με ένα επιθετικό διεκδικητισμό στο κλείσιμο επιχειρήσεων και στην ανεργία. Στα ιδιωτικοποιούμενα λιμάνια της χώρας μια ανεξάρτητη εποπτική αρχή  θα μπορούσε να ελέγξει ιδιοτελείς οικονομικές συμπεριφορές κλπ.

Συνοψίζω: Το νέο μνημόνιο (όπως και τα προηγούμενα) αφορά το μέλλον της χώρας και, φυσικά, την εξουσία. Αυτό το τελευταίο συχνά το παραβλέπουμε στη δημόσια συζήτηση. Και όμως είναι κρίσιμο για το τι τελικά θα επιτευχθεί. Με κάθε προβλεπόμενο βήμα αλλάζουν οι περιβόητοι «συσχετισμοί» και οι παγιωμένες δοσοληψίες. Μέσω της ανατροπής τους θα μπορούσε να παραμερισθεί ό,τι καθηλώνει τη χώρα και να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις- ή , έστω, ό,τι απέμεινε από αυτές.