Κατηγορία: Άρθρα στο Βήμα

Φαντασιοπληξίες και «καθαρή» έξοδος

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα 18.2.2018

Των ΠΑΝΟΥ  ΚΑΖΑΚΟΥ  και ΔΗΜΗΤΡΗ  ΣΚΑΛΚΟΥ

Η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του (τρίτου) μνημονίου που τελειώνει, αν όλα πάνε καλά, τον Αύγουστο τού 2018. Κατά την γνώμη μας, ήταν ευτύχημα για τον τόπο ότι η κυβέρνηση συμφώνησε με τους εταίρους ένα τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής και εγκατέλειψε στην πράξη, έστω με προχειρότητες και κουτοπόνηρες άμυνες, το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και τον λαϊκισμό με το ψευδεπίγραφα αριστερό πρόσημο.

Απέτρεψε έτσι την άτακτη χρεοκοπία, το χάος μίας απότομης εξόδου από το ευρώ και μια νέα καθίζηση του εισοδήματος. Πιθανόν, μάλιστα, το αριστερό πρόσημο –που ακόμα προβάλλει σε επίπεδο ρητορικής και συμβολικών κινήσεων– διευκόλυνε την εφαρμογή του μνημονίου της. Η απόφαση ήταν λοιπόν γενικά ορθή σε όρους οικονομικής ορθοδοξίας και πολιτικού ρεαλισμού.

Τώρα πρέπει να διερωτηθούμε τί θα συμβεί μετά το 2018. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής ισορροπίας και μίας αντιφατικής «επιστροφής της πολιτικής».

Η επιλογή της συνέχειας συνεπάγεται ότι υλοποιούνται όσες εκκρεμότητες θα έχουν μείνει (και θα είναι πολλές, αν σκεφθεί κανείς μόνον τα ζητήματα του κράτους δικαίου) και βελτιώνονται ή διορθώνονται δραστικά τρέχουσες πολιτικές.

Αντίθετα, η επιστροφή της πολιτικής συνδέεται με την «καθαρή έξοδο στις αγορές», που μεταφράζεται παραπλανητικά σε απαλλαγή από κάθε εποπτεία. Ένα «ηρωικό ρεπερτόριο», αναμφίβολα, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Νικόλα Σεβαστάκη («Φαντάσματα του καιρού μας», 2016).

Με βάση τις ως τώρα εμπειρίες και σκόρπιες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων μπορούμε να εκμαιεύσουμε τρόπον τινα τί εννοούν πολλοί με την «καθαρή έξοδο». Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός φαίνεται ότι τώρα την εγκαταλείπει, και ορθώς.

Όσοι όμως την υιοθετούν ακόμα ελπίζουν ή υπονοούν ποικιλοτρόπως, κατ’ αρχάς, ότι θα ανακτήσουν βαθμούς ελευθερίας για χορήγηση πάσης φύσης επιδομάτων, αποδυνάμωση ανεξαρτήτων αρχών (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Δικαιοσύνης), σύσταση νέων κρατικών φορέων χωρίς εξωτερικές οχλήσεις, νέους διορισμούς, επαναφορά των εργασιακών σχέσεων στο πρότερο καθεστώς (κλαδικές συμβάσεις, κ.λπ.). Συνοπτικά, δηλαδή, να αναστρέψουν όσα ψήφισαν μέχρι σήμερα.

Πολλές προαιρέσεις θα φέρουν ανακατανομές εισοδήματος και τροποποιήσεις ισορροπιών προς όφελος κυρίως των «εντός των κρατικών τειχών», που όμως θα έχουν οδυνηρές παρενέργειες για τους «εκτός», καθώς θα προκαλέσουν πάλι μείωση της ανταγωνιστικότητας, υψηλότερη ανεργία, χρέη. Μακροχρόνια βέβαια δεν θα διασφαλίζουν ούτε τους «εντός».

Αυτό το συνονθύλευμα σκόρπιων, υπονοούμενων και ανεπεξέργαστων στοιχείων που υποκρύπτει ο όρος «καθαρή έξοδος» δεν είναι ρεαλιστικό ούτε εντός του θεσμικού συστήματος της Ευρώπης, ούτε εκτός. Προϊδεάζει για επιστροφή στην εύκολη ευημερία με δάνεια, παροχές και λοιπές κομματικές εύνοιες της περιόδου πριν από την κρίση με τους όρους του πελατειακού κρατισμού, καλλιεργώντας προσδοκίες για την παλινόρθωση θεσμών και πολιτικών που μάς οδήγησαν ακριβώς στην κρίση.

Δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα του διεθνούς περιβάλλοντος, ούτε της τεχνολογικής εξέλιξης, ούτε είναι προϊόν μάθησης από την ιστορική μας εμπειρία. Το σπουδαιότερο όλων, δεν επιλύει τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η υποαπόδοση της ελληνικής οικονομίας, καθώς το παραγωγικό κενό (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και στο δυνητικό προϊόν) ανέρχεται στο -10,5% του ΑΕΠ και είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ (OECD Economic Outlook, Ιούνιος 2017).

Τέλος, η οπτική της καθαρής εξόδου παραβλέπει ότι την εποπτεία της διακρατικής τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ/ΕΜΣ, ΔΝΤ) θα αντικαταστήσει ένα πολυπλοκότερο και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμο σύστημα εποπτείας –κατ’ αρχάς από τις ίδιες τις αγορές. Οι αγορές θα αξιολογούν ευθέως την πολιτική της και θα επηρεάζουν τις απαιτήσεις των δανειστών για τυχόν χορήγηση νέων δανείων στην Ελλάδα, καθώς και τις συστάσεις του ΔΝΤ.

Θα είναι μία νέα κατάσταση χωρίς δυνατότητες άμεσης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» με οποιονδήποτε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτόν αναμένουμε ότι η έξοδος στις αγορές (και η επιστροφή της πολιτικής όπως την εννοούν) θα αφαιρέσει βαθμούς ελευθερίας από την ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή ότι θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο από αυτό που η ίδια προσδοκά!

Στην πολιτική οικονομία αναφέρεται συχνά ο όρος «voodoo politics», δηλαδή στην υποκριτική στάση όσων υπόσχονται μία «μαγική» προσαρμογή χωρίς τις απαιτούμενες θυσίες. Τέτοιες βολικές αυταπάτες αποτέλεσαν την βάση της ρητορικής των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι το 2015. Στις πολιτικές-βουντού φαίνεται σήμερα να επιστρέφει μέρος της κυβέρνησης με το νέο αφήγημα περί μίας καθαρής εξόδου στις αγορές. Δυστυχώς, η συνέχεια είναι προβλέψιμη.

Advertisements

Η επόμενη μέρα χωρίς ψευδαισθήσεις

Των Πάνου Καζάκου και Δημήτρη Σκάλκου

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα 22.10.2017

Τη δημόσια συζήτηση απασχολεί ήδη και θα απασχολήσει ολοένα και περισσότερο τους επόμενους μήνες το ζήτημα της πορείας της ελληνικής οικονομίας μετά την τυπικά προβλεπόμενη λήξη του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής («Μνημονίου») τον Αύγουστο του 2018. Η επόμενη μέρα θα βρει την ελληνική οικονομία να έχει εξορθολογήσει τα δημόσια οικονομικά της και να έχει προωθήσει ένα σημαντικό αριθμό μεταρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα όμως η οικονομία δεν φαίνεται να έχει οριστικά τροχοδρομηθεί στις ράγες μιας ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενώ ακόμη εκκρεμεί μια σειρά αναγκαίων θεσμικών και διαρθρωτικών αλλαγών. Θεωρούμε κρίσιμο να προσεγγίσουμε την επόμενη μέρα χωρίς ψευδαισθήσεις που μπορεί να αποβούν (για ακόμη μία φορά) καταστροφικές.

            Είναι σαφές ότι το πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. περιορίζει σημαντικά τη δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών της και ακόμη περισσότερο της ευρωζώνης (Δημοσιονομικό Σύμφωνο).  Συγκροτεί ένα περιβάλλον αυξημένης αμοιβαίας εποπτείας που δεν επιτρέπει εξαιρέσεις. Επομένως, η εξωτερική επιτήρηση της Ελλάδας που μόλις πρόσφατα βρέθηκε στα πρόθυρα μιας άτακτης χρεοκοπίας δεν πρόκειται να διακοπεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκτός τούτου οι χώρες που ολοκλήρωσαν αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής συνέχισαν να αποτελούν αντικείμενο οικονομικής παρακολούθησης (βλέπε σχετικά τις τακτικές PostProgramme Surveillance Reports της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πορτογαλία). Ακόμα και μια «καθαρή» έξοδος στις αγορές δεν συνεπάγεται και έξοδο από κάθε επιτήρηση!

Είναι προφανές ότι η αναγκαία προληπτική γραμμή στήριξης και ακόμη περισσότερο τα μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους θα συνοδεύονται από οικονομική εποπτεία. Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι δεσμευτήκαμε πρόσφατα για φορολογικά μέτρα και αλλαγές στο ασφαλιστικό της τάξης του 2% του ΑΕΠ για το 2019 και 2020 προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% ΑΕΠ ως το 2022. Στη συνέχεια, η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλά (και μάλλον ανέφικτα) πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% μέχρι το 2060!

Οι τεχνικές πτυχές είναι δυσνόητες, π.χ. αν σε περίπτωση που αποκλίνουμε από τους στόχους, είναι προτιμότερο ένα τέταρτο (ή πέμπτο;) μνημόνιο  ή  μια από τις προβλεπόμενες προληπτικές γραμμές στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ). Ωστόσο, αν και η Ελλάδα εμφανίζεται υποχρεωμένη να βαδίσει στο στενό μονοπάτι της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, μπορεί μετά το 2018 να πετύχει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας (φορολογική πολιτική, κοινωνική πολιτική, κ.ά.) συγκριτικά με τον σημερινό ασφυκτικό έλεγχο των Θεσμών. Το θέμα είναι υπό ποιες προϋποθέσεις θα έχει μεγαλύτερη ελευθερία και αν θα την αξιοποιήσει σωστά.

Όσον αφορά στις προϋποθέσεις, είναι προφανές ότι  πολλά θα εξαρτηθούν,  πρώτον, από την κατάσταση στην αφετηρία, αν δηλαδή θα έχουν ολοκληρωθεί με επιτυχία η τρίτη και οι επόμενες αξιολογήσεις. Τα περιθώρια ελευθερίας θα εξαρτηθούν επίσης από την ικανότητα της κυβέρνησης να  διαπραγματευθεί μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ας πούμε στο 2% του ΑΕΠ, ώστε να διευρύνει το λεγόμενο «δημοσιονομικό χώρο» για μείωση των φόρων.  Η τελευταία με τη σειρά της προϋποθέτει ότι η οικονομική πολιτική ανακτά την αξιοπιστία της, όπως επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και αυτό πάλι θα συμβεί αν τολμήσει γενναίες μεταρρυθμίσεις.

Στο πεδίο της πολιτικής διαχείρισης της επόμενης μέρας τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα. Η χώρα μας έχει μακρά παράδοση μακροοικονομικού λαϊκισμού, με τις εκάστοτε κυβερνήσεις (αλλά και αντιπολιτεύσεις) να προσαρμόζουν τις θέσεις τους περισσότερο στον πολιτικό κύκλο και να μη αναλαμβάνουν το κόστος αλλαγών παρά στις απαιτήσεις της οικονομικής πραγματικότητας. Ακόμα και οι προσεκτικές διατυπώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη ενεργοποίησαν  παλαιοκομματικά ανακλαστικά προϊδεάζοντας για το τι περιμένει μια κυβέρνηση ΝΔ. Επίσης, στην κυβερνητική πλευρά σήμερα, ήδη οι πρώτες δειλές αναφορές της στο «μέρισμα της ανάπτυξης» (την οποία ακόμη δεν έχουμε δει) και η δυστοκία της στον τομέα των μεταρρυθμίσεων αποτελούν ανησυχητικές ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο κάποια τουλάχιστον στελέχη της αντιλαμβάνονται το τέλος των «μνημονίων». Ορισμένα μάλιστα καλλιεργούν τη νέα αυταπάτη ότι τότε θα «ανοίξουν οι κάνουλες» (κατά την αυθόρμητη δήλωση του κ. Φλαμπουράρη).

Αυτό φυσικά δεν θα μπορεί να συμβεί.

Η επόμενη μέρα δεν θα μοιάζει με μήνα του μέλιτος. Θα απαιτηθεί πρώτιστα μια πολιτική ηγεσία που θα κλείσει τα αυτιά της στις «σειρήνες» του λαϊκισμού, και θα αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις του παλαιοκομματισμού και των ομάδων συμφερόντων. Δείγματα σχετικής βούλησης υπάρχουν. Έτσι θα  διαφυλαχθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και  θα εφαρμοσθεί ένα εθνικό πρόγραμμα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων ώστε να κεφαλαιοποιηθούν, αντί να σπαταληθούν οι πολύχρονες θυσίες των ελλήνων πολιτών και να επιτευχθούν συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης.