Κατηγορία: Άρθρα στη Huffington Post

Γιατί η δραχμή δεν (θα) είναι η λύση

Δημοσιεύθηκε 19/03/2017 στη Huffington Post

Το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit) ή και της εισαγωγής στη χώρα ενός παράλληλου νομίσματος εντός της Ευρωζώνηςσυζητήθηκε στο παρελθόν κάθε φορά που οι διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς για ένα πρόγραμμα διάσωσης βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Οι αιτίες για αυτή την ανακυκλώμενη συζήτηση είναι πολλές. Η χώρα απέτυχε επανειλημμένα (2011-12, 2014-2015) να εφαρμόσει τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, στα οποία είχε συμφωνήσει για να εξασφαλίσει χρηματοδοτική συνδρομή και να αποφύγει άτακτη χρεοκοπία, αλλά και για να απεξαρτηθεί από τη βοήθεια της ΕΕ, των κρατών μελών της και του ΔΝΤ. Η αποτυχία αυτή με τη σειρά της οφείλεται στη δυναμική του πολιτικού-οικονομικού συστήματος της χώρας. Όμως, άλλοι παράγοντες που εξηγούν την κρίση και την αποτυχία της προσαρμογής ήταν η ίδια η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης (πριν από την κρίση) και κρίσιμα ελαττώματα των προγραμμάτων διάσωσης – ιδίως του πρώτου που δεν προέβλεψε έγκαιρη αναδιάρθρωση του συσσωρευμένου χρέους.

Σήμερα η έξοδος από την Ευρωζώνη εμφανίζεται μεν αποτρέψιμη αλλά, αλλά παραμένει πιθανή. Οι επιπτώσεις εξαρτώνται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες και κυρίως από τη δυναμική του πολιτικού-οικονομικού συστήματος.

Μια πρώτη εικόνα (και προειδοποίηση) για τις επιπτώσεις μιας εξόδου και πτώχευσης έδωσε η κρίση του Ιουνίου 2015. Τότε η Ελλάδα βρέθηκε εκτός (του προηγούμενου) προγράμματος προσαρμογής και εκτός χρηματοπιστωτικής ομπρέλας, διέκοψε την πληρωμή ληξιπρόθεσμης δόσης προς το ΔΝΤ, αναγκάσθηκε να κλείσει προσωρινά τις τράπεζες και να εισάγει μονιμότερους κεφαλαιακούς ελέγχους (συμπεριλαμβανομένων και των ορίων άντλησης μισθών και συντάξεων κάθε μέρα και εβδομάδα από τις τράπεζες), ανέβαλε τις εξοφλήσεις νέων οφειλών του Δημοσίου σε προμηθευτές. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατραπούν οι αισιόδοξες προβλέψεις για την οικονομία και η χώρα να περιέλθει εκ νέου σε ύφεση.

Με βάση τη διεθνή εμπειρία, αλλά και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού-οικονομικού συστήματος σήμερα, εκτιμήσαμε τις πιθανές επιπτώσεις της εξόδου από την Ευρωζώνη ως εξής: Κατ’ αρχάς το νέο νόμισμα (η δραχμή) θα υποτιμηθεί πολύ και θα μείνει ασταθές στη συνέχεια. Σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (π.χ. ένταση αναδιανεμητικών διεκδικήσεων) η χώρα θα βυθισθεί σε νέα βαθιά ύφεση, όπως δείχνουν όλες οι προβλέψεις και οι ελπίδες για επιστροφή στην ανάπτυξη θα μετατεθούν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα μπορεί να προκαλέσει έναν φαύλο κύκλο υποτιμήσεων-πληθωρισμού-υποτιμήσεων και να καταστήσει αδύνατο τον έλεγχο της δημόσιας οικονομίας λόγω της δυναμικής του πολιτικού οικονομικού συστήματος.

Οι εμπειρίες του 1953-1963, 1993-99 και 2012-2014 έδειξαν (και η θεωρία επιβεβαιώνει) ότι η καθιέρωση και υποτίμηση του (νέου) νομίσματος θα πρέπει να συνοδεύσει σφικτή εισοδηματική και δημοσιονομική πολιτική (και σοβαρές μεταρρυθμίσεις) προκειμένου να αποφευχθεί το σπιράλ πληθωρισμού και υποτιμήσεων που καταλήγει σε πλήρη αποδιοργάνωση της οικονομίας. Όμως αυτό ακριβώς δεν είναι βέβαιο στις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Την έξοδο από την Ευρωζώνη (ή και την ΕΕ) θα ακολουθούσε μεγαλύτερη απόκλιση της οικονομικής πολιτικής από τις τάσεις στην Ευρώπη και ακόμα μεγαλύτερη (και παραλυτική) εσωστρέφεια του πολιτικού συστήματος. Οι δυνατότητες πρόσβασης σε δημόσιους πόρους θα περιορισθούν δραματικά: Χωρίς τις χρηματοδοτήσεις αυτές, χωρίς δυνατότητες δανεισμού από τις αγορές και με μια άστατη γενική οικονομική πολιτική, θα είναι αδύνατη η επιστροφή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη ή η υπεσχημένη παραγωγική ανασυγκρότηση.

Κατά πάσα πιθανότητα επίσης θα διαψευσθούν οι υπερβολικές προσδοκίες για αύξηση των εξαγωγών με μια γενναία υποτίμηση, ενώ θα γίνουν δυσκολότερες και θα τροφοδοτούν τον πληθωρισμό οι εισαγωγές ζωτικών προϊόντων (και οι αναπόφευκτοι έλεγχοί τους), η ενέργεια δεν θα γίνει φθηνότερη, το τραπεζικό σύστημα θα αποσταθεροποιηθεί, η χώρα θα αδυνατεί να αντλήσει δάνεια από τις διεθνείς αγορές ή άλλα κράτη και θα επιχειρήσει τη διευθέτηση του χρέους σε συνθήκες χάους και νομικών εμπλοκών (βλέπε προηγούμενο Αργεντινής).

Η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα δυσκόλευε περισσότερο την εξυπηρέτηση του χρέους. Η ήδη προβληματική σχέση ενός τμήματος της κοινωνίας και της πολιτικής με το κράτος δικαίου (rule of law) θα επιδεινωθεί. Mια νέα απότομη πτώση των εισοδημάτων μετά την έξοδο από την Ευρωζώνη και η αύξηση της ανεργίας και της αβεβαιότητας θα οδηγούσαν σε ένα νέο κύμα απεργιών, σκληρών διεκδικήσεων, αντιθεσμικών πρακτικών, ενδεχομένως σε έναν φαύλο κύκλο βίας και αντίμετρων της εξουσίας και, εν τέλει σε πολιτική αστάθεια. Το πολιτικό σύστημα τουλάχιστον για ένα διάστημα θα αδυνατεί να διαχειρισθεί την κρίση. Οι ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις αφορούν την κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα.

Η έξοδος, όπως και να μεθοδευθεί, δεν θα δώσει λύση στις μεγάλες εκκρεμότητες της χώρας, δηλαδή δεν θα λύσει τα διαρθρωτικά της προβλήματα. Συναφώς, τη γενική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής θα βαραίνουν αβεβαιότητες που θα εμποδίζουν την ανάκαμψη για πολύ καιρό. Το πιθανότερο είναι ότι η ελληνική πολιτική θα κινείται χωρίς πυξίδα και χωρίς τη δυνατότητα να επικαλείται τον περιορισμό του υπέρτερου στόχου της παραμονής στον πυρήνα της Ευρώπης, που λειτούργησε εν τινι μέτρω ως «εξωτερικός περιορισμός». Επομένως, θα προσκρούει σε ένα υψηλότερο τείχος αναξιοπιστίας. Όλα αυτά θα απειλήσουν πολλές από τις εναπομείνασες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και, κατά προέκταση, τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.

Το πρακτικό συμπέρασμα της ανάλυσής μας συνοψίζεται ως εξής: Αντί του Grexit είναι προτιμότερο να εφαρμοσθεί το πρόγραμμα προσαρμογής εντός της Ευρωζώνης σε συνδυασμό με τη διευθέτηση του χρέους η οποία σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί καθώς θα προχωρεί η εφαρμογή του.

Εναλλακτικά, υπάρχει ο κίνδυνος με την έξοδο από το Ευρώ να κάνουμε έναν κύκλο με τεράστιο κόστος για να επιστρέψουμε με χειρότερες προϋποθέσεις κάτω από την ευρωπαϊκή ή διεθνή ομπρέλα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Πάνου Καζάκου «Η δραχμή δεν (θα) είναι λύση. Οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit)», εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016.

Advertisements

Ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα: Οι κίνδυνοι μιας νέας αποτυχίας δεν εξαλείφθηκαν

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post: 06/07/2016   

Σχεδόν ένα χρόνο μετά το περίεργο δημοψήφισμα, στις 16 Ιουνίου 2016, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συμφώνησαν με την Ελλάδα ένα «συμπληρωματικό μνημόνιο συνεννόησης» (supplemental MoU) αφού προηγουμένως η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε σειρά «προαπαιτούμενων». Ήταν ένα βήμα για την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής (τρίτου Μνημονίου) που συμφωνήθηκε τον Αύγουστο του 2015.

Το τρίτο Μνημόνιο και το «συμπληρωματικό Μνημόνιο» ισοδυναμούν με δύο νέες προσπάθειες για αλλαγή και σταθεροποίηση της σιδηροτροχιάς πάνω στην οποία θα κινούνται κράτος, οικονομία και κοινωνία τα επόμενα χρόνια. Αν οι αλλαγές ολοκληρωθούν θα επιφέρουν θεμελιώδη μεταβολή όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και των θεσμών της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Tα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αν αυτή η διαδικασία αλλαγής κατεύθυνσης και θεσμών συνεχισθεί και αν θα πετύχει τους στόχους της. Τα ερωτήματα είναι εύλογα: την περίοδο από τον Ιούνιο 2015 μέχρι σήμερα χαρακτηρίζουν αλλεπάλληλοι γύροι διαπραγματεύσεων για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος, απότομες εντάσεις (π.χ. με το ΔΝΤ), συγκλίσεις της τελευταίας στιγμής και μετάθεση ορισμένων προβλημάτων για αργότερα. Το ίδιο ισχύει και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό αν εξετάσουμε ολόκληρη την περίοδο 2009-2016.

Η κυβέρνηση αισιοδοξεί ότι η χώρα επιστρέφει στην ομαλότητα και στην ανάπτυξη. Μια νέα αποτυχία θα είχε πλέον ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της χώρας.

Η επίσημη αισιοδοξία έχει κάποια βάση. Αν εφαρμοσθεί ομαλά το Μνημόνιο, θα διοχετευθούν στη οικονομία σημαντικοί πόροι (ΕΣΠΑ κλπ), θα γίνουν ή ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις που, μεταξύ άλλων, πειθαρχούν τη δημοσιονομική διαχείριση και εκλογικεύουν τη ρύθμιση των αγορών και θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη χωρίς την οποία η επενδυτική δραστηριότητα θα παραμείνει αναιμική.

Παρά τη δέσμευση του πυρήνα της κυβέρνησης να εφαρμόσει το πρόγραμμα προσαρμογής και παρά το γεγονός ότι συγκλίνουν προς αυτή τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης (και κυρίως τα δύο μεγαλύτερα), αφού δεν προτείνουν την καταγγελία του, αλλά την καλύτερη εφαρμογή του, ενώ η κοινή γνώμη εξακολουθεί να στηρίζει την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, η πορεία της χώρας δεν είναι διασφαλισμένη. Δε συμμερίζομαι την ανεπιφύλακτη προσδοκία ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι.

Κινδύνους προκάλεσαν στο παρελθόν-και μπορεί να προκαλέσουν στο μέλλον- αποφάσεις που υπακούουν στην πολιτική-εκλογική λογική μάλλον, παρά στην οικονομική και παραβλέπουν τις σημερινές περιστάσεις. Τέτοιες κινήσεις βιώνουμε σχεδόν καθημερινά (βλ. τεχνάσματα με την Cosco) καθώς τμήματα του ευρύτερου κυβερνητικού μηχανισμού και της κοινής γνώμη δεν έχουν «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα και τη φιλοσοφία του.

Δεν πρέπει να κρυβόμαστε. Η οικονομική και θεσμική φιλοσοφία του τρίτου Μνημονίου και του συμπληρώματός του διαφέρει ουσιωδώς από (α) εκείνη την οποία ακόμα υιοθετούν ανοιχτά ή σιωπηρά τμήματα του πολιτικού κόσμου και των πολιτών που δεν εμπιστεύονται τους μηχανισμούς της αγοράς και, συναφώς (β) τις πελατειακές συντεχνιακές πρακτικές που στρεβλώνουν τυπικούς κανόνες και καταλήγουν σε ένα αντιπαραγωγικό εν τέλει αλισβερίσι και εκτεταμένη προσοδοθηρία σε συνθήκες αδιαφάνειας. Θα χρειασθεί ακόμα μεγάλη ιδεολογική προσπάθεια για να αλλάξει το κλίμα σε κόμματα, οργανώσεις και πολίτες.

Όμως, συνολικά εξετάζοντας τα πράγματα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις αντί της συνεπούς (όμως πιθανόν με βελτιώσεις) εφαρμογής του προγράμματος: Η έξοδος από την Ευρωζώνη(και πιθανόν από την ΕΕ) θα οδηγούσε αμέσως σε πολύ βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση (μια πρώτη ιδέα πήραμε το περασμένο καλοκαίρι), ενώ η συνέχιση της αμυντικής εφαρμογής του Μνημονίου που προσπαθεί να διασώσει θεσμούς και πρακτικές του παρελθόντος, κατά το «μοντέλο του α΄εξαμήνου 2015»(«μένουμε αλλά δεν εφαρμόζουμε» συμφωνίες) θα παρέτεινε για ένα διάστημα την αγωνία και θα κατέληγε επίσης σε χρεοκοπία.

Εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής για να αποφύγουμε το Grexit

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post, 22/01/2016

Τους προηγούμενους μήνες μέχρι σήμερα η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με τους «θεσμούς» διάφορα τμήματα του Μνημονίου. Τι λοιπόν επιχειρεί μετά τη συμφωνία για ένα τρίτο Μνημόνιο;

Μία απάντηση είναι ότι προσπαθεί να βελτιώσει κάποιους όρους και κυρίως τη δημοσιονομική πτυχή αλλά δεν απορρίπτει στην πράξη (παρά κάποιες ρητορικές εξάρσεις) το γενικό πλαίσιο της δανειακής σύμβασης και του νέου Μνημονίου. Αν πετύχει, αυτό θα είναι καλό για τη χώρα (αν και όχι οπωσδήποτε για τον ΣΥΡΙΖΑ).

Αν όμως επιχειρεί να αλλάξει το ίδιο το πλαίσιο και τη φιλοσοφία του γιατί το αμφισβητεί ιδεολογικά, τότε δύο τινά μπορεί να συμβούν: Ή θα αποτύχει όπως ακριβώς συνέβη το πρώτο εξάμηνο του 2015, οπότε κατέληξε σε κεφαλαιακούς ελέγχους και αποδοχή άνευ όρων της χειρότερης πρότασης των θεσμών, ή θα θέσει σε κίνδυνο την παραμονή της χώρας σε ΕΕ και ΕΖ. Αυτό δεν θα είναι απλά το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η αρχή μιας μακράς περιόδου στασιμότητας και περιθωριοποίησης της χώρας.

Υποθέτω ότι δεν υπάρχει πλέον πρόθεση για ρήξη όπως το α’ εξάμηνο του 2015. Αλλά, στον χώρο της αριστεράς και της άκρας δεξιάς επενεργεί ένας ισχυρός και τοξικός τρόπος σκέψης για την οικονομία και τον κόσμο που επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις.

Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες της οικονομικής προσαρμογής που επιβάλλεται όχι τόσο από τα Μνημόνια όσο από την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Προς το παρόν ο κίνδυνος του Grexit και κατά προέκταση μιας νέας βαθιάς ύφεσης έχει μειωθεί δραστικά, καθώς η κυβέρνηση εκπληρώνει διάφορα δύσκολα προαπαιτούμενα, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Οι «θεσμοί» άρχισαν να εξετάζουν την πορεία του προγράμματος. Εστιάζουν σε κρίσιμα θέματα όπως τη δημοσιονομική διαχείριση (« δημοσιονομικό κενό του 2016»), τις κυβερνητικές δεσμεύσεις για τη συνέχεια («Μεσοπρόθεσμο»), το ασφαλιστικό, τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, το άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς την ολοκλήρωση της τραπεζικής μεταρρύθμισης. Κάθε ένα από τα πρώτα τρία θέματα είναι ικανό να ρίξει την κυβέρνηση. Από την αποτίμηση της προόδου θα εξαρτηθεί η πρώτη αξιολόγηση, η συνέχιση της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΜΣ και βεβαίως η διευθέτηση του χρέους. Αν η αξιολόγηση είναι αρνητική τότε το πιθανότερο είναι ότι το ζήτημα του grexit θα επανέλθει στη δημόσια συζήτηση.

Τυχόν έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και (με τα σημερινά δεδομένα) από την ΕΕ θα σήμαινε, πρώτον, πλήρη αλλαγή κατεύθυνσης της ελληνικής ευρωπαϊκής πολιτικής δεκαετιών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις υποστήριζαν δύο πράγματα ταυτόχρονα – την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης προς μια ομοσπονδιακή κατεύθυνση και τη συμμετοχή της Ελλάδας στις σχετικές πρωτοβουλίες παρά τα προβλήματα προσαρμογής που αντιμετώπιζε η χώρα σε κάθε στάδιο της ενοποίησης. Ανέμεναν ότι μόνον έτσι θα ενισχύονταν η ασφάλεια της χώρας και οι μηχανισμοί μεταφοράς πόρων («αλληλεγγύης») από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες χώρες, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κλασικές ομοσπονδίες.

Η Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) όμως εκλάμβανε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, την ΕΕ ως νεοφιλελεύθερο μόρφωμα, που έπρεπε να αλλάξει. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί γίνονταν αντιληπτοί ως πηγές περιορισμού της εθνικής πολιτικής που εμποδίζουν την εφαρμογή ενός εκτεταμένου κρατικού παρεμβατισμού για να εξέλθει η χώρα από την κρίση. Από πολλές πλευρές το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που εξαγγέλθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο 2014 και είχε έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά και η στάση της κυβέρνησης κατά την επτάμηνη διαπραγμάτευση με την τρόικα μέχρι τον Ιούλιο 2015 αποκάλυπταν αυτή τη θεμελιώδη απορριπτική στάση. Εξασθένισε μεν τώρα μετά το τρίτο Μνημόνιο, αλλά εξακολουθεί να αντικατοπτρίζεται σε διάφορες αποφάσεις ή εξαγγελίες.

Το σπουδαιότερο όμως είναι, δεύτερον, ότι η ρήξη δεν θα έλυνε τα προβλήματά μας. Με βάση τη διεθνή εμπειρία αλλά και τα ελληνικά δεδομένα σήμερα, η έξοδος από την Ευρωζώνη θα είχε σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις και θα προκαλούσε δυσβάστακτο κόστος σε οικονομία και κοινωνία. Πιθανόν, το νέο νόμισμα (η δραχμή;) θα υποτιμηθεί πολύ και θα μείνει ασταθές στη συνέχεια, καθώς η χώρα θα εμπλακεί σε ένα σπιράλ πληθωρισμού-υποτιμήσεων-πληθωρισμού, η ύφεση θα είναι βαθύτερη, οι εισαγωγές θα υπαχθούν σε καθεστώς διοικητικών ελέγχων, θα διακοπούν οι εισροές πόρων από την ΕΕ, τα δημοσιονομικά και τραπεζικά προβλήματα θα διογκωθούν και η χώρα θα συρθεί σε διαπραγματεύσεις για το χρέος σε συνθήκες χρεοκοπίας! Τη γενική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής θα βαραίνουν αβεβαιότητες που θα εμποδίζουν την ανάκαμψη για πολύ καιρό. Στα προηγούμενα προσθέτουμε τις ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις σε πολιτική σταθερότητα και κοινωνική συνοχή.

Μια πρώτη εικόνα (και προειδοποίηση) για τις επιπτώσεις μιας εξόδου και πτώχευσης έδωσε η κρίση του Ιουνίου 2015. Τότε η Ελλάδα βρέθηκε εκτός (του προηγούμενου) προγράμματος προσαρμογής και εκτός χρηματοπιστωτικής ομπρέλας, διέκοψε την πληρωμή ληξιπρόθεσμης δόσης προς το ΔΝΤ, αναγκάσθηκε να κλείσει προσωρινά τις τράπεζες και να εισάγει μονιμότερους κεφαλαιακούς ελέγχους (συμπεριλαμβανομένων και των ορίων άντλησης μισθών και συντάξεων κάθε μέρα και εβδομάδα από τις τράπεζες), καθυστέρησε περισσότερο τις εξοφλήσεις οφειλών του Δημοσίου σε προμηθευτές, προκάλεσε προβλήματα στις εξαγωγές και τρόμαξε κάθε σοβαρό επενδυτή. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατραπούν οι αισιόδοξες προβλέψεις για την οικονομία και η χώρα να περιέλθει εκ νέου σε στασιμότητα.

Επομένως, είναι προτιμότερη η εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής εντός της Ευρωζώνης σε συνδυασμό με τη διευθέτηση του χρέους η οποία σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί μετά την πρώτη αξιολόγηση. Η έξοδος από το Ευρώ εμπεριέχει τον κίνδυνο να διαγράψουμε ένα κύκλο και να υποστούμε τεράστιο κόστος για να επιστρέψουμε με χειρότερες προϋποθέσεις κάτω από την ευρωπαϊκή ή διεθνή ομπρέλα.

Υπάρχει εσωτερική δέσμευση για την εφαρμογή του νέου Μνημονίου;

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post, 27/10/2015

Στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς αναδείχθηκαν οι δυσκολίες εφαρμογής του Μνημονίου, δηλαδή της τυπικής της δέσμευσης για ένα πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Μετά τη συμφωνία με τον ΕΜΣ το Μνημόνιο ψηφίσθηκε από τη Βουλή.

Εγείρονται βέβαια ευαίσθητα ζητήματα. Δεν συζητώ εδώ ποια πλευρά έχει δίκιο. Και βεβαίως υπάρχει θέμα ερμηνείας κάθε παραγράφου. Όμως επισημαίνω ότι το εύρος των διαφωνιών με τους εταίρους καθώς και διάφορες παράλληλες εκτός Μνημονίου αποφάσεις και δηλώσεις δείχνουν ότι το Μνημόνιο γίνεται αντιληπτό από την κυβέρνηση και ίσως από την πλειοψηφία των πολιτών ως ένας ανεπίτρεπτος εξωτερικός «κορσές». Αποστασιοποιούνται από αυτό με διάφορα τεχνάσματα. Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσω την αντισηπτική γλώσσα των Βρυξελλών και του ΔΝΤ, δεν το θεωρούν «ιδιοκτησία» μας. Ας προσθέσουμε ειδικότερα πως αν η κοινωνία δεν αισθανθεί ότι η προσαρμογή είναι και δική της υπόθεση, τότε καμιά πίεση από τα έξω δεν θα φέρει τις αναγκαίες αλλαγές.

Υπενθυμίζω όμως ότι έχουμε υπογράψει πανηγυρικά ότι:

«για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις Ελληνικές αρχές. Επομένως η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ενδέχεται να κριθούν κατάλληλα για τον σκοπό αυτόν, καθώς οι περιστάσεις μεταβάλλονται. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νομική έγκρισή τους» (βλ. Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του ΕΜΣ και της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΕΤΧΣ στο νόμο 4336/2015 ΦΕΚ 94/14.8.2015, σελ. 1014).

Τα μέτρα και η οικονομική φιλοσοφία από την οποία απορρέουν περιγράφονται αναλυτικά στο Μνημόνιο μαζί με τα επίσης δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Αλλά εννοούμε ό,τι υπογράψαμε;

Τα προβλήματα εφαρμογής που καταγράφονται δείχνουν ότι η οικονομική φιλοσοφία του μνημονίου αμφισβητείται στην πράξη, πράγμα που τροφοδοτεί την αβεβαιότητα. Όμως, η ιστορική μας εμπειρία έχει δείξει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα με λιτότητα μεν αλλά με σαφή δέσμευση των κυβερνήσεων για δημοσιονομική εξυγίανση και τουλάχιστον κάποιες μεταρρυθμίσεις.

Την περίοδο 1993-1999 η χώρα αναπτύχθηκε πράγμα που διέψευσε την υπόθεση ότι η δημοσιονομική προσαρμογή οδηγεί οπωσδήποτε σε ύφεση. Σωρευτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ελληνική οικονομία αύξησε κατά 20% (!) περίπου το ΑΕΠ της κατά την περίοδο 1993- 2000, ενώ έγινε μεγάλης έκτασης δημοσιονομική προσαρμογή ακόμα και αν παραβλέψουμε κάποια «τεχνάσματα», π.χ. το δημοσιονομικό έλλειμμα από 13,6% του ΑΕΠ (1993) μειώθηκε στο 3,6% (1999) και επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.

Η διαφορά από την εμπειρία των μνημονίων είναι ότι τότε η κυβέρνηση είχε πεισθεί και πείσει ότι θα εφαρμόσει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να ικανοποιήσει τα κατά Μάαστριχτ κριτήρια ένταξης στην Ευρωζώνη. Σίγουρα, δεν ήταν ενθουσιασμένη καθώς είχε απέναντί της ένα εν πολλοίς εχθρικό κόμμα, αλλά ως το 2000 δεν άφησε την πυξίδα. Έτσι διαμορφώθηκαν θετικές προσδοκίες γύρω από την πορεία της ελληνικής οικονομίας που ευνόησαν την ανάπτυξη.

Πρακτικά, η μεταγενέστερη εμπειρία της εποχής των Μνημονίων (σε σύγκριση με εκείνη τη θετική εμπειρία 1993-1999) θα πρέπει γίνει ένα καλό μάθημα. Ας το διατυπώσουμε καθαρά: Το μνημόνιο δεν θα εφαρμοσθεί αν η μισή Ελλάδα το αντιστρατεύεται και οι κυβερνήσεις το αμφισβητούν ή, απλούστερα αν δεν εφαρμοσθεί σταθερά και με συνέπεια. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις για τις αρχές που θα πρέπει να διέπουν τη λειτουργία του κράτους και της αγοράς και θα ήταν στον πυρήνα μιας «κουλτούρας καλής διακυβέρνησης».

Δεν παραβλέπω πόσο δύσβατος είναι ο δρόμος της προσαρμογής. Πρώτον, το πρόγραμμα είναι πολύπλοκο, εμπροσθοβαρές και φιλόδοξο. Οι στόχοι δεν θα επιτευχθούν αν και η νέα κυβέρνηση το θεωρεί ανεπίτρεπτο «εξωτερικό κορσέ» και αν παίζει με μια κρυφή αντζέντα. Δεύτερον, οι μεταρρυθμίσεις θα εφαρμοστούν σε ένα περιβάλλον ύφεσης καθώς το δεύτερο εξάμηνο του έτους αναμένεται να είναι το χειρότερο σε σχέση με το πρώτο και η ύφεση θα συνεχισθεί το 2016. Η διεθνής εμπειρία μας δείχνει ότι η επιτυχής εφαρμογή μεταρρυθμίσεων είναι πολύ πιο δύσκολη σε περιβάλλον ύφεσης. Τρίτον, η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να τα βγάλει πέρα με τις σωρευτικές συνέπειες των προηγούμενων αρνητικών εξελίξεων – των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, της αβεβαιότητας, της επενδυτικής άπνοιας κλπ.

Αλλά, όπως έδειξε η μάταιη αναζήτηση άλλων εξωτερικών (και εξωτικών) πόρων για να μη γίνουν οι αναγκαίες τομές, δεν υπάρχει άλλη λύση από την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής (λέγε: δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρυθμίσεων). Ας το πάρουμε απόφαση για να μη διολισθήσουμε σε μια βαθύτερη κρίση και μακρά στασιμότητα.

Το στοίχημα των εκλογών.

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post, 01.09.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι τυπικά μεν η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία, ουσιαστικά όμως, με κριτήριο τη γενική ευημερία η τιθάσευση του νεοελληνικού κρατισμού. Με άλλα λόγια αλλάζει  πολιτικές προτεραιότητες, δομές, θεσμούς και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό και μας οδήγησαν στην κρίση – και την παρατείνουν. Οι λύσεις που προβλέπει ανταποκρίνονται στην αδήριτη ανάγκη για βαθιές θεσμικές αλλαγές στη χώρα και για επιστροφή στην ανάπτυξη.

Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κλπ. Ακόμα και στις «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: Κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κλπ.

Αν εφαρμοσθεί ( επαναλαμβάνω: Αν…) η χώρα θα επωφεληθεί από τους πόρους του ΕΣΠΑ, τη χρηματοδότηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, τη δραματική μείωση της γενικής αβεβαιότητας, την ανακεφαλαίωση των τραπεζών ώστε να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν την οικονομία και την οργανωμένη ελάφρυνση του χρέους (αντί της χαοτικής πτώχευσης). Το πιθανότερο είναι να  απογειωθεί γιατί διαθέτει (ακόμα) το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό και «ρικαρντιανά»  συγκριτικά πλεονεκτήματα. Αυτά ως προς τα απτά αποτελέσματα.

Όμως το κείμενο που υπογράψαμε προειδοποιεί ότι «για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές». Και εδώ αρχίζουν τα ερωτηματικά:   Θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο κίνδυνος να μη συμβεί αυτό είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.

Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη. Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα και η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών αποτελούν κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα  θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!

Επίσης, η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και εν μέρει δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει κυρίως η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα ούτε μετακόμισαν απλά στη ΛΑΕ μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά ταύτα, καλοπροαίρετα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία δημιουργίας ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, δηλαδή μετακίνησης προς το κέντρο, που όμως δεν ομολογείται δημοσία.  Πολλοί από όσους  έμειναν στο κόμμα έχουν πάρει το μάθημά τους από την επτάμηνη διακυβέρνηση της χώρας.

Θετικό είναι επίσης ότι η Νέα Δημοκρατία σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές  συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί) και ανιχνεύει  συνεργασίες με άλλα κόμματα για να εφαρμοσθεί η νέα συμφωνία με τους θεσμούς.  Όλα αυτά είναι θετικά.  Αλλά θα δούμε σε ποιο βαθμό το κόμμα θα μπορέσει να ξεπεράσει τα πελατειακά αναχώματα σε κρίσιμα θέματα, φερ’ ειπείν ανανεώνοντας τους καταλόγους των υποψηφίων βουλευτών και, φυσικά, το πρόγραμμά του ώστε να σταθεροποιηθούν οι γέφυρες προς μικρότερα κόμματα.  Λογικά, αυτό θα πρέπει να κάνει ο κ. Μεϊμαράκης αφού δηλώνει ότι θα κινηθεί εντός του πλαισίου της νέας συμφωνίας με τους θεσμούς.

Όμως, ο υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες  αλλαγές χρειάζονται.  Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί – ψηφίζοντας οργισμένα.

Προσαρμογή αντί ψευδαισθήσεων

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post, 20.08.2015

Καθώς η δημόσια συζήτηση εστιάζει στις τακτικές κινήσεις των πολιτικών ομάδων εν όψει εκλογών, τείνει να επικαλύψει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι σηματοδοτεί για το μοντέλο οικονομίας και οικονομικής πολιτικής της μεταπολίτευσης η επιλογή της κυβέρνησης να επικυρώσει τη σύμβαση με τον ΕΜΣ για χρηματοδοτική στήριξη και το «μνημόνιο συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» (2015-2018) που περιλαμβάνει αυστηρή εποπτεία και χρονοδιαγράμματα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών.

Υποστηρίζω ότι το νέο μνημόνιο, παρά την κριτική που μπορεί να γίνει σε διάφορα σημεία του βασίζεται, όπως και τα προηγούμενα, σε μια σαφή αντικρατικιστική αντίληψη (ή εκσυγχρονιστική για όσους δεν έχουν δυσκολίες με τις λέξεις) την οποία χρειάζεται επειγόντως η χώρα. Από άλλη σκοπιά, σηματοδοτεί μια δραματική ιδεολογική-προγραμματική στροφή -την απομάκρυνση από τις διάφορες εκδοχές ήπιου ή σκληρού εθνολαϊκισμού που επικράτησαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης και, φυσικά, μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Περιδιαβάζοντας την πρόσφατη ελληνική ιστορία εντοπίζω μια παρόμοια περίπτωση – το πείραμα του εκσυγχρονισμού (1996-2000), που βέβαια έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά πάντως απείχε προγραμματικά από το εθνολαϊκιστικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ.

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός λόγος του εθνολαϊκισμού (στην «αριστερή» εκδοχή του, τη δεξιά δεν αξίζει να συζητούμε) ικανοποιούσε αθροιστικά και αδιάκριτα όλες τις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων και συντεχνιών στο όνομα του λαού: Αυξήσεις συντάξεων σε δικαστικούς, παραμονή του ΟΛΠ στα χέρια του Δημοσίου (και επομένως των συντεχνιών και προμηθευτών συναλλασσόμενων με αυτόν), κλείσιμο των ορυχείων στη Χαλκιδική, ανάκληση ρυθμίσεων στο σύστημα υγείας που επιχειρούσαν να βάλουν τάξη σε αυτό, διατήρηση προνομίων σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, διορισμούς πελατών (με το αζημείωτο) στο Δημόσιο, κατάργηση των διστακτικών έστω μεταρρυθμίσεων στην Ανώτατη Παιδεία, ικανοποίηση δασκάλων που δεν θέλουν αξιολογήσεις κλπ.

Και ακόμα: Ο λαϊκιστικός λόγος απέδιδε την κρίση απλοϊκά στην έλλειψη εθνικής ανεξαρτησίας (και στα μνημόνια) και απαιτούσε απαλλαγή από αυτά και από το πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν τις διακρατικές σχέσεις κυρίως στο πλαίσιο της ΕΕ. Από οικονομική άποψη αυτά όλα μεταφράζονταν σε μια οικονομική πολιτική που εμπεριέχει στοιχεία χωρίς εσωτερική συνοχή και καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από το κράτος, το οποίο εμφανίζεται σαν ένα είδος «υπεραγοράς» δώρων.

Η απότομη εγκατάλειψη του λαϊκισμού, που ανανεώνει προηγούμενες απόπειρες (1996, 2012) και ελπίζω να μη είναι προσωρινή τη φορά τούτη, ήταν αναγκαία για αλληλένδετους «περιβαλλοντικούς» (ή εξωτερικούς) και εσωτερικούς λόγους. Οι πρώτοι περιλαμβάνουν τις διεργασίες στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, τις νέες τεχνολογίες και τους υπερεθνικούς ή διακρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Παρά τα προβλήματα ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα που απαιτούν νέου τύπου ρυθμίσεις), οι αγορές και ο ανταγωνισμός γίνονται ολοένα και σπουδαιότεροι παράγοντες για την ευημερία μιας χώρας ή και ηπείρου, για διεύρυνση των ευκαιριών ανάπτυξης και απασχόλησης. Ασκούν πίεση για προσαρμογές διαρκείας στο εσωτερικό της (κάθε) χώρας.

Οι εσωτερικοί λόγοι που υποδεικνύουν τη γενική κατεύθυνση που πρέπει υιοθετεί η εθνική πολιτική συνειδητοποιήθηκαν με καθυστέρηση.Περιλαμβάνουν όλα τα φαινόμενα που, σε αυτό το πραγματικό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον, οδήγησαν τη χώρα για τρίτη φορά στα πρόθυρα χρεοκοπίας (2010, 2012, 2015). Πρόκειται για ένα πλέγμα ασθενών τυπικών θεσμών, κυρίαρχων αντιφιλελεύθερων ιδεών, αξιών και παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών (πελατειακό σύστημα).

Η κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν να υπογράψει το νέο μνημόνιο ως εργαλείο προσαρμογής των θεσμών και δομών της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Ας προσθέσουμε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και ας είχε απορρίψει νωρίτερα έναν ηπιότερο συμβιβασμό. Όσα συνέβησαν από την ώρα που διέκοψε τις διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο, η ΕΚΤ πάγωσε την έκτακτη παροχή ρευστότητας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι και η οικονομία πήρε ακόμα μεγαλύτερη υφεσιακή κλίση, ήταν μια σαφής προειδοποίηση για όσα θα συνέβαιναν χωρίς συμφωνία με τους εταίρους.

Η προειδοποίηση ισχύει ακόμα.