Κατηγορία: Άρθρα στη Κάθημερινή

Κρίση ταυτότητας της ελληνικής αριστεράς

Δημοσιεύτηκε 25.2.2018 στη Καθημερινή

Καθώς η χώρα πέρασε στην τελική φάση εφαρμογής του τρίτου κατά σειράν «μνημονίου» (προγράμματος προσαρμογής) γίνεται ολοένα και εμφανέστερη η κρίση ταυτότητας της αριστεράς. Ως προς αυτό δεν πρέπει να μας παραπλανά η διαχείριση της υπόθεσης Novartis.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ή αυτοπροσδιοριζόταν ως αντισυστημικός, αντικαπιταλιστικός, αντι-νεοφιλελεύθερος, έμμεσα αντιευρωπαϊκός και, φυσικά, αντιμνημονιακός συνασπισμός. Ήδη πριν από την κρίση είχε αρχίσει να εγκαταλείπει τη μεταρρυθμιστική κληρονομιά της. Όμως, τα χρόνια της κρίσης  μεταλλάχθηκε πλήρως. Δεν εγκατέλειψε  μεν σε επίπεδο διακήρυξης προθέσεων ιδεολογικά στοιχεία που είχε υιοθετήσει όταν ήταν μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα  – μεταξύ άλλων  την ισονομία, την απαλλαγή του κράτους από τον κομματικό εναγκαλισμό, την υπεράσπιση των κοινωνικά αδύναμων – αλλά πρόσθεσε σε αυτά τη μεγάλη λαϊκιστική υπόσχεση ότι ήθελε και μπορούσε να ικανοποιήσει πάσης φύσης αιτήματα τα οποία, σωρευτικά, κατέτειναν στην προάσπιση των πιο αντιπαραγωγικών πτυχών του κρατικού παρεμβατισμού.

Η μεγάλη υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, την καταγγελία του (τότε δεύτερου) μνημονίου, την αποτροπή εμβληματικών ιδιωτικοποιήσεων (Ελληνικό, ΟΛΠ), την ανάκληση των περικοπών σε συντάξεις, μαζικές μονιμοποιήσεις στο Δημόσιο, διατήρηση του μονοπωλίου της ΔΕΗ κλπ. Επιπλέον ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρινόταν στην ιστορικά διαμορφωμένη πεποίθηση των ιδεολόγων του κινήματος (και της κοινωνίας) ότι η λύση ήταν το κράτος. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονικης (2014) επισφράγισε ακριβώς την μετάλλαξη της αριστεράς από  ιδεολογικό φορέα σε λαϊκιστικό κίνημα.

Μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 άρχισε η αργή μετάβαση από  τη θεμελιώδη απόρριψη του «συστήματος» στη διαχείρισή των προβλημάτων του που υπαγόρευαν εν πολλοίς η οικονομική ορθοδοξία και τα μνημόνια.

Το πρώτο βήμα στη μεταριζοσπαστική πορεία έγινε ακριβώς με το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής  («μνημόνιο») που ήταν όρος για να αποφευχθεί μια άτακτη χρεοκοπία. Πρόβλεπε συνέχιση της δημοσιονομικής σύνεσης και κατά βάση φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Χρειάσθηκαν όμως  δύο «επικαιροποιήσεις» το 2016 και 2017 υπό στενή επιτήρηση για να μη καταρρεύσει. Οι δυσκολίες προέκυπταν από τη φύση του προγράμματος που ήταν  ασύμβατη με την ιδεολογική κληρονομιά της πυρηνικής αριστεράς και την πελατειακή λογική του λαϊκισμού.

Στο μεταξύ ετοιμάζεται ένα νέο «πλαίσιο πολιτικής» (ευφημισμός ουσιαστικά του τέταρτου μνημονίου). Το περίγραμμα έχει ήδη χαραχθεί: Πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% ως το 2021, μείωση  ελλειμμάτων του ασφαλιστικού το 2019 και του αφορολόγητου το 2020. Στο ίδιο πλαίσιο οι τράπεζες π.χ. έχουν δεσμευθεί έναντι του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM).για 40.000 πλειστηριασμούς τον χρόνο την περίοδο 2019-2021. Ο προγραμματικός σκελετός θα εμπλουτισθεί κατά πάσα πιθανότητα με περαιτέρω στοιχεία τους επόμενους μήνες.

Ένα χάσμα χωρίζει το τρίτο μνημόνιο και το υπό κατασκευήν «πλαίσιο πολιτικής» για τα επόμενα χρόνια από τη λαϊκιστική υπόσχεση και αντιμνημονιακή λογική. Μια συνέπεια  είναι ότι o SYRIZA έχασε την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων και των ιδεολόγων της αριστεράς. Μετά το δημοψήφισμα και την στροφή του 2015 είδε την αριστερή του πτέρυγα να αποσπάται και να ιδρύει νέο σχήμα – τη ΛΑΕ. Αλλά η κρίση ταυτότητας δεν ξεπεράσθηκε.

Αυτό εξηγεί πολλά από τα φαινόμενα που μας κάνουν να απορούμε. Η κυβέρνηση επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα με πολλούς τρόπους. Πρώτον, με τις αντιφάσεις της τρέχουσας πολιτικής. Όπως έδειξαν η μέχρι τώρα πρακτική  και τα διάφορα πολυνομοσχέδια η κυβέρνηση πρόσθεσε και προσθέτει σε κατά τα λοιπά σωστές διατάξεις πάσης φύσης ρυθμίσεις που απλά διευρύνουν τον κύκλο όσων στέκονται υπό την ομπρέλα του κράτους. Χρειάζονται παραδείγματα; Η πολιτική της πράξη μοιάζει ολοένα και περισσότερο με την παραδοσιακή πελατειακή πολιτική παροχών και άλλων ευνοιών.  Φυσιολογικά, δεύτερον και συναφώς, βλέπει πολλούς  θεσμούς της χώρας  – την Τράπεζα της Ελλάδος, τη Δικαιοσύνη, τις Ανεξάρτητες Αρχές – ως εμπόδιο στην πολιτική της. Και οξύνει τον καταγγελτικό λόγο κατά των αντιπάλων της. Διολισθαίνει προς τον αυταρχισμό.

Τρίτον, εκτόξευσε πρόσφατα το σύνθημα της «καθαρής εξόδου από το μνημόνιο»  υπονοώντας ή υποσχόμενη ότι τότε η κυβέρνηση, απαλλαγμένη από κάθε εποπτεία ή επιτήρηση, θα μπορέσει να ασκήσει «ταξική» οικονομική πολιτική εν πολλοίς αντίθετη προς όσα επέβαλε το μνημόνιο – συνοπτικά, να δώσει τέλος στη «λιτότητα»  και στις μεταρρυθμίσεις της τρόικας.  Ειρήσθω εν παρόδω, ότι υπάρχει ένα ιδεολογικό ζήτημα και μια εγγενής αντίφαση σε  μια αυτοπροσδιοριζόμενη ως αριστερή πολιτική που επιθυμεί να επιστρέψει στις χρηματοπιστωτικές αγορές για να δανείζεται από αυτές, ενώ στο εσωτερικό της χώρας οραματίζεται και ήδη  επιχειρεί συστηματικά να αναπαλαιώσει και προασπίσει τον κρατισμό.

Τέλος, η κυβέρνηση ανέχεται κινήσεις «ανυπακοής» π.χ. όσων οχυρώνονται στο Πολυτεχνείο για να ετοιμάζουν εξόδους με βόμβες και να  δημιουργούν άβατα στο κέντρο της Αθήνας όπου η αστυνομία δεν πλησιάζει. Κατανοεί τον «Ρουβίκωνα» στις εφόδους του σε υπουργεία, πρεσβείες, τράπεζες και Βουλή και τις αντιδράσεις μικροομάδων κατά των πλειστηριασμών. Επιχειρεί και με τον τρόπο αυτό να απλώσει ένα επίχρισμα αριστερού αντικρατισμού πάνω σε μια πολιτική … κρατισμού.

Όλα τούτα βέβαια δεν συγκαλύπτουν την κρίση ταυτότητας και τις αβεβαιότητες που προκαλεί σε οικονομία και κοινωνία.

Advertisements

Η πολιτική της χρεοκοπίας

Πάνος Καζάκος και Δημήτρης Σκάλκος. Δημοσιεύτηκε 09/04/2017 στη Καθημερινή

Η ​​ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής και, συναφώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούν ανεπίτρεπτα, επιβαρύνοντας τη δοκιμαζόμενη οικονομία. Ο εφιάλτης μιας αποτυχίας του προγράμματος, πτώχευσης και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα που ανεύθυνα αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο με δηλώσεις αξιωματούχων προκαλούν αβεβαιότητα σε επενδυτές και καταναλωτές, ενώ ανομικά φαινόμενα επιτείνουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Οι χρεοκοπίες κυρίαρχων κρατών δεν είναι ασυνήθιστες στη σύγχρονη ιστορία. Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους ποικίλλουν, το ίδιο και τα κίνητρα και ο χρόνος που αποφασίζονται. Οι οικονομικές αποφάσεις δεν υπακούουν πάντοτε στην οικονομική λογική. Το πολιτικό παίγνιο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι προσωπικοί υπολογισμοί των κυβερνώντων συχνά υπαγορεύουν τη στιγμή της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο την κήρυξη χρεοκοπίας, λόγω των αρνητικών συνεπειών στην κοινωνική ευημερία (υποχώρησης ΑΕΠ, αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα), αλλά και λόγω των πολιτικών επιπτώσεων. Ορισμένες φορές μάλιστα, η απόφαση καθυστερεί ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι η επίσημη πτώχευση είναι αναπόφευκτη, καθώς οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος που θα κληθούν να καταβάλουν.

Οι οικονομολόγοι Eduardo Borensztein και Ugo Panizza μελέτησαν τα δεκαεννέα επεισόδια χρεοκοπίας δημοκρατικών καθεστώτων που κατεγράφησαν τη χρονική περίοδο 1980-2003 («The Costs of Sovereign Default», IMF working paper, October 2008). Η ανάλυσή τους κατέδειξε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί έχασαν σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης (κατά μέσον όρο 16%). Στις μισές από τις παραπάνω περιπτώσεις, τα κυβερνητικά κόμματα απώλεσαν την εξουσία τους κατά την ίδια ή την αμέσως επόμενη χρονιά της χρεοκοπίας.

Η στάση του κοινωνικού σώματος απέναντι στη χρεοκοπία καθορίζεται από το αν αυτή συνιστά «στρατηγική» επιλογή ή μια «αναπόφευκτη» κατάληξη, αν δηλαδή η απόφαση της χρεοκοπίας θεωρείται ότι αποτέλεσε μέρος του πολιτικού σχεδίου της κυβέρνησης ή, αντίθετα, αν αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει. Δεν είναι άγνωστες εκείνες οι περιπτώσεις όπου οι «κυβερνήσεις της χρεοκοπίας» κατάφεραν να επανεκλεγούν έχοντας κατορθώσει να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι δεν υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, και από αυτή τη θέση να ηγηθούν της επόμενης ημέρας.

Αντίθετα, η στάση των δανειστών απέναντι στα κράτη που χρεοκοπούν καθορίζεται από την εκτίμηση που κάνουν αν το κράτος είναι «ανίκανο» να καλύψει τις υποχρεώσεις του ή απλώς «απρόθυμο» να το πράξει (και ακόμα λιγότερο πρόθυμο να αποτρέψει την πτώχευση). Στη δεύτερη περίπτωση, το τίμημα για τη «φήμη» (reputation) του κακοπληρωτή είναι βαρύ και το κόστος για την οικονομία μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση της χώρας μας, μια πιθανή απόφαση αθέτησης πληρωμής των χρεών στο επόμενο διάστημα θα έχει σημαντικά δυσμενέστερες συνέπειες, καθώς οι αντοχές της οικονομίας είναι μικρότερες συγκριτικά με μερικούς μήνες πριν (και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2015, όταν η οικονομία φαινόταν να εξέρχεται της κρίσης). Οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας χειροτερεύουν καθημερινά. Και πιθανόν το ΑΕΠ θα κινηθεί σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαίνεται να ακολουθεί, για δεύτερη φορά μετά το καλοκαίρι του 2015, μια πολιτική που δεν είναι ασύμβατη με την υποψία πολλών δανειστών ότι δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να αποτρέψει τελικά την πτώχευση: δεν έχει «ενστερνισθεί» το πρόγραμμα, θέτει «κόκκινες γραμμές» και κωλυσιεργεί εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό περιθώριο. Εχει υιοθετήσει ένα «αντιστασιακό» αφήγημα, το οποίο έχει βέβαια την εξήγησή του: το πρόγραμμα προσαρμογής έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική φιλοσοφία με την οποία είχαν γαλουχηθεί πολλά στελέχη και οργανωτικοί πυλώνες. Επομένως έχει πολιτικό κόστος.

Την ίδια στιγμή όμως, διακηρύττει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με κάθε τρόπο. Ελπίζει έτσι ότι ένα πιθανό οριστικό αδιέξοδο θα χρεωθεί στην αδιαλλαξία των δανειστών που δεν άφησαν άλλη επιλογή από μια «υπερήφανη ρήξη». Στους εταίρους βέβαια θα επικρατήσει μια διαφορετική ανάγνωση, αυτή που θέλει την Ελλάδα να αθετεί τις συμφωνίες που προσυπέγραψε η κυβέρνησή της.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολιτικές εξελίξεις άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο να αποβαίνουν θετικές για τους κυβερνώντες. Ελπίζουμε να μην επαναληφθεί στη χώρα μας. Αλλωστε το κόστος της χρεοκοπίας, ακόμα και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πείθει πολλούς ότι «φταίνε οι άλλοι», θα είναι και για αυτή μεγαλύτερο από το κόστος της προσαρμογής.

Κατά γράμμα ή σε γενικές γραμμές;

 Των ΠΑΝΟΥ ΚΑΖΑΚΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΚΑΛΚΟΥ*

 Δημοσιεύθηκε  στη Καθημερινή της 11 Δεκεμβρίου 2016

Ένα ερώτημα που στη δημόσια συζήτηση δεν απαντάται ευκρινώς είναι το τι μπορούμε ρεαλιστικά να αναμένουμε αν το Μνημόνιο (= η πολιτική προσαρμογής)  εφαρμοσθεί «κατά γράμμα». Πιο συγκεκριμένα, ποιές δυσλειτουργίες σε θεσμούς και οικονομία και ποιοί κίνδυνοι θα εξαλειφθούν; Θα επιστρέψουμε τότε, και σε ποιο βαθμό, στην ανάπτυξη;

Είναι γεγονός ότι, η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας προσφέρει σημαντικές δυνητικές δυνατότητες ανάκαμψης. Και ακόμη δεχόμαστε ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η προηγούμενη σκλήρωση των οικονομικών θεσμών, τόσο μεγαλύτερες παρουσιάζονται οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας οικονομίας. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ (Daude, 2016), οι υλοποιούμενες και σχεδιαζόμενες στο πλαίσιο των Μνημονίων (διαρθρωτικές) μεταρρυθμίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ορίζοντα δέκα ετών σε σημαντικότατη αύξηση του εγχώριου ΑΕΠ κατά 13,4%.

Σημειώνουμε ακόμα ότι, ενώ πιθανότητα δεν θα λείψουν οι τριβές και οι μάχες οπισθοφυλακής, ωστόσο το Μνημόνιο μάλλον ευνοείται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ουδείς επιθυμεί να δει τη βόμβα της χρεοκοπίας να σκάει στα χέρια του καθώς η τραυματική εμπειρία της διαπραγμάτευσης του καλοκαιριού του 2015 υπήρξε εξόχως διδακτική.

Μερικές ακόμα  αρχικές συνθήκες φαίνεται επίσης ότι ευνοούν τη  εφαρμογή του. Τα προηγούμενα χρόνια το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε εντυπωσιακά και εφαρμόσθηκαν ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Επίσης, οι κοινοτικοί πόροι εξακολουθούν να εισρέουν στη χώρα, η πολιτική βούληση τουλάχιστον σε επίπεδο κορυφής φαίνεται ότι υπάρχει, ο οικονομικός πυρήνας (ο τεχνοκρατικός πόλος του Williamson) γνωρίζει οικονομικά και ο νεοαριστερός  λαϊκισμός στην εξουσία πια  μεταμορφώνεται και χάνει τη γοητεία του. Άλλες αρχικές συνθήκες είναι όμως δυσμενείς- η κόπωση του κόσμου, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, το ενδεχόμενο απότομων εξωτερικών διαταραχών έναντι των οποίων δεν έχουμε «μαξιλάρια».

Σημειώνουμε ακόμη ότι, διάφορα σημεία του Μνημονίου χρειάζονται ερμηνεία μεταξύ άλλων  και λόγω της «δημιουργικής ασάφειας» που εν μέρει τα χαρακτηρίζει, π.χ. στην περίπτωση των εργασιακών σχέσεων. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, παρατεταμένες  διαπραγματεύσεις οδήγησαν τον Ιούνιο 2016 σε μια πρώτη  «επικαιροποίηση» του Μνημονίου που ταυτόχρονα αποσαφήνισε εκκρεμότητες και τον Δεκέμβριο 2016 σε μια δεύτερη. Ακόμα και σήμερα εκκρεμούν κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους, τα τυχόν νέα μέτρα το 2018 αν οι θεσμοί κρίνουν ότι δεν είναι βιώσιμο, τους δημοσιονομικούς στόχους μετά το 2018 που δεν είναι μακριά, τη χρηματοδότηση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης το 2018, το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, την επανεξέταση του ασφαλιστικού κ.ά. Τον Δεκέμβριο 2016 έχουν καταγραφεί 93 μεγάλα και μικρά θέματα υπό διαπραγμάτευση.

Καθώς εξελίσσεται λοιπόν το τρίτο Μνημόνιο δεν θα εφαρμοσθεί κατά γράμμα, αλλά σε γενικές γραμμές και με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην κατεύθυνση που υποδεικνύει. Όπως και τα προηγούμενα, το Μνημόνιο είναι ένα ευρύ και κατά βάση φιλελεύθερο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας (και πολιτικής) που συγκρούεται με τις κληροδοτημένες δομές, παραδοσιακές συμπεριφορές και εξωπραγματικές αντιλήψεις για τον κόσμο και τη χώρα. Κάθε κεφάλαιό του αρχίζει ακριβώς με γενικές διατυπώσεις που προϊδεάζουν και νομιμοποιούν ό,τι ακολουθεί. Σε θεωρητικούς όρους στοχεύει συνολικά στις «αποτυχίες του (ελληνικού) κράτους».

Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης θα δείξει αν και σε ποιο βαθμό η πολιτική μας, παρά τις δυσκολίες και τις αντιδράσεις, είναι στο σωστό δρόμο για την εφαρμογή του. Αν λοιπόν δεν αρνηθεί (και πάλι!) να δεχθεί το κόστος της προσαρμογής και προκαλέσει αστάθεια, τότε μπορούμε ευλόγως να αναμένουμε τα εξής: η προσαρμογή θα αποφέρει πρωτογενή πλεονάσματα, θα περιορίσει τη χαοτική κανονιστική ρύθμιση των αγορών προϊόντων και εργασίας, θα δώσει ώθηση στη χωροταξία που συνιστά ένα απέραντο πεδίο πελατειακών δοσοληψιών, θα επιταχύνει την απονομή δικαιοσύνης που σήμερα πλησιάζει συχνά τα όρια της αρνησιδικίας, θα κάνει αποτελεσματικότερη τη δημόσια διοίκηση (αν οι τυπικές αλλαγές που επέρχονται δεν αλλοιωθούν από την επικρατούσα πολιτική και διοικητική κουλτούρα), θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά και την κακοδιαχείριση πόρων, θα αποτρέψει τον θεσμικό εκφυλισμό κλπ. Επίσης, το χρέος θα διευθετηθεί με ανεκτό τρόπο (ενδεικτικά ESM 2016), εξέλιξη που θα παραμερίσει μια τεράστια πηγή αβεβαιοτήτων.

Στο παραπάνω ευνοϊκό σενάριο, τα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που θα διευκολύνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η χώρα θα αποφύγει την εφαρμογή του περιβόητου «κόφτη», την υποχρέωση δηλαδή να περικόψει πρωτογενείς δαπάνες (μισθούς και συντάξεις, κυρίως του Δημοσίου) σε περίπτωση αποκλίσεων από τις προβλέψεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Θα ανακτήσει αξιοπιστία, θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες της «ποσοτικής χαλάρωσης» του Μάριο Ντράγκι, που θα επιτρέψουν φθηνότερη και πιο άνετη χρηματοδότηση της οικονομίας, θα καταφέρει να εξέλθει στις αγορές. Επίσης, θα αποκτήσει μερικά «μαξιλάρια» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) για την περίπτωση ανάγκης. Όλα αυτά εδράζονται σε γενικές γραμμές στην οικονομική λογική και στους ισχύοντες κανόνες του παιγνιδιού. Με δύο λόγια, αν το Μνημόνιο εφαρμοσθεί «κατά γράμμα», η χώρα θα ξεφύγει από τα σημερινά αδιέξοδα.

Παρά ταύτα, είναι φανεροί οι εσωτερικοί και εξωτερικοί κίνδυνοι αποτυχίας του προγράμματος προσαρμογής. Η ως τώρα εμπειρία δικαιολογεί επιφυλάξεις για την κατάληξη των προσπαθειών προσαρμογής και κυρίως των μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε τυπικές νομοθετικές ρυθμίσεις και πραγματικότητα  καθώς τυπικοί  νόμοι  δεν εφαρμόζονται αμέσως ή εφαρμόζονται με κενά, ενώ άλλοι προσκρούουν στην κουλτούρα των διαφόρων «στεγανών» του κράτους. Π.χ. εκκρεμούν υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ενώ η ίδια δεν φαίνεται να διασφάλισε τη διατηρησιμότητα του συστήματος που εξελίσσεται σε σισύφειο έργο, στις ιδιωτικοποιήσεις αντιδρούν κομματικοί, συνδικαλιστικοί και τοπικοί αξιωματούχοι, αντιτιθέμενα επιχειρηματικά συμφέροντα προασπίζονται τα κεκτημένα συμφέροντα της διαπλοκής  τραπεζών, επιχειρηματιών και πολιτικών, οι τράπεζες έμειναν ολόκληρο το 2016 χωρίς διοικήσεις, κ.ά. Σε ευαίσθητους  τομείς που είχαν διαφύγει της εποπτείας των θεσμών διαπιστώνουμε καθαρή οπισθοδρόμηση (π.χ. στην εκπαίδευση). Η μεταρρύθμιση έχει εξελιχθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο αλλά χωρίς συνεκτικό σχέδιο και με τους μηχανικούς να διαφωνούν για τα πάντα.

Η εμπειρία της εφαρμογής των προηγούμενων δύο Μνημονίων καταδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην τυπική υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους (βλέπε τον παρακάτω πίνακα). Σύμφωνα με περιοδική έκθεση του ΟΟΣΑ για τη χώρα μας (OECD Economic Surveys, 2016), η Ελλάδα εμφανίζει συγκριτικά το μικρότερο ποσοστό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων ανάμεσα στις χώρες που κλήθηκαν να εφαρμόσουν προγράμματα προσαρμογής (70% στην Ελλάδα, έναντι 98% στην Πορτογαλία και 97% στην Ιρλανδία). Επιπρόσθετα, πάντοτε ελλοχεύει ο συχνός κίνδυνος της τροποποίησης ή ακόμη και της εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων σε βάθος χρόνου (reform reversal).

graphima

Η οικονομία δεν λειτουργεί ερήμην της πολιτικής. Στην περίπτωση των δύο προηγούμενων Προγραμμάτων, οι σχεδιαστές τους υιοθέτησαν μία μάλλον αισιόδοξη προσέγγιση σύμφωνα με την οποία «τα πράγματα θα χειροτερεύσουν πριν γίνουν καλύτερα». Εκτός τούτου, οι θεσμοί αρχικά υποεκτίμησαν τις αστοχίες των προγραμμάτων (βλέπε ενδεικτικά συζήτηση για τον «πολλαπλασιαστή») και στη συνέχεια τις απέδωσαν αποκλειστικά στην απροθυμία ή την ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να προωθήσουν τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις.

Τέλος, οι θεσμοί υποβάθμισαν εκείνες τις ενδείξεις του εξωτερικού περιβάλλοντος που υποδεικνύουν την αναγκαιότητα αναπροσαρμογής της ακολουθούμενης πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να στηριχθούν αποτελεσματικότερα οι εθνικές προσπάθειες.

Οι «αποτυχίες της πολιτικής» αποτελούν ενδογενή μεταβλητή κάθε πολιτικο-οικονομικού συστήματος και ως τέτοιες πρέπει να ενσωματώνονται στον σχεδιασμό ενός προγράμματος προσαρμογής. Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνουμε τρεις προϋποθέσεις επιτυχούς εφαρμογής του:

Πρώτον, η ομαλή εφαρμογή του Μνημονίου προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση και επιπρόσθετα η αντιπολίτευση «ενστερνίζονται» όχι μόνο τα ειδικά μέτρα του Μνημονίου, αλλά και τη φιλοσοφία του. Εδώ ακριβώς εκκινούν τα προβλήματα εφαρμογής, που πηγάζουν από τις κληροδοτημένες αντιλήψεις και τα κατεστημένα συμφέροντα.

Δεύτερον, η οικονομική πολιτική οφείλει να ενισχύει τις εφαρμοζόμενες μεταρρυθμίσεις. Σε περιβάλλον ύφεσης, οι μεταρρυθμίσεις αργούν να αποδώσουν τα προσδοκώμενα οφέλη, κάτι που συνακόλουθα αδυνατίζει την κοινωνική αποδοχή τους. Σήμερα, η δραματική έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία, οι υφεσιακές επιπτώσεις του προϋπολογισμού 2017 (κυρίως λόγω νέων φόρων), η αναιμική ανάπτυξη της ευρωζώνης, είναι παράγοντες που απειλούν να εγκλωβίσουν την οικονομία στην «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης», όπου οι προσδοκίες (οικονομικό κλίμα) συντρίβονται και ο «επιταχυντής της ανάπτυξης» δεν λειτουργεί.

Τρίτον, οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της εθνικής οικονομίας. Ως παράδειγμα, σημειώνουμε ότι οι προωθούμενες αλλαγές στις αγορές εργασίας δεν πρέπει να παρακάμψουν τη διάχυτη ανομία με ποικίλες μορφές  (αδήλωτη εργασία, απλήρωτη εργασία με διάφορα τεχνάσματα κ.ά.), τη νομοθεσία που διέπει τον συνδικαλισμό (ιδίως στο Δημόσιο), την υποβάθμιση των δικτύων ασφάλειας των εργαζομένων σε συνθήκες ευελιξίας.

Συμπερασματικά, η ανάταξη της εθνικής οικονομίας περνά μέσα από τις ευρείες μεταρρυθμίσεις του παραγωγικού μας μοντέλου. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

 

*Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι υπ. διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και στέλεχος του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.