Κατηγορία: Άρθρα στα Νέα

Μύθοι και λάθη στον δρόμο της ΕΕ, βιβλιοκριτική.

Εφημερίδα τα ΝΕΑ, 28-29 Απριλίου 2018

Το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Ιωακειμίδη Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ενωση. Τρία λάθη και πέντε μύθοι
Μια νέα ερμηνεία για την κρίση της Ελλάδας στην ΕΕ
. Εκδ. Θεμέλιο, 2018 – απαντά σε ερωτήματα που θα έπρεπε να συζητούνται στον πολιτικό διάλογο. Η οπτική είναι προφανώς επηρεασμένη από την  ενεργό συμμετοχή του σε πολιτικές διεργασίες άλλοτε και σήμερα και από τη μακρά θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών. Συντάσσεται με αυτό που θα ονόμαζα εκσυγχρονιστική φλέβα της δημόσιας πολιτικής. Κατά προέκταση, επικρίνει διάχυτες αντιλήψεις για την Ευρώπη, τη θέση της Ελλάδας σε αυτή και τις δυσκολίες προσαρμογής της χώρας  στο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο της ΕΕ.  Ο υπότιτλος είναι πρόγραμμα: τρία λάθη και πέντε μύθοι.

Μύθοι είναι κατά την εκτίμησή του μεταξύ άλλων ότι η ΕΕ αποτελεί ένα νεοφιλελεύθερο μόρφωμα, ότι δεν είναι αλληλέγγυα με την Ελλάδα, ότι η ΕΕ «δεν είναι αυτή που θέλουμε» – όλοι σε διάφορες παραλλαγές καλλιεργήθηκαν κυρίως από την Αριστερά στην Ελλάδα. Στους μύθους προσθέτει και «λάθη» όπως ονομάζει προσλήψεις – αντιλήψεις για τη χώρα π.χ. ότι είναι «εξ ορισμού» ευρωπαϊκή, ή ότι ως ειδική περίπτωση πρέπει να τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης στην ΕΕ.

Το ερώτημα

Είναι φυσικά αδύνατο να αποδώσουμε πλήρως τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο βιβλίο. Θα σταθώ όμως σε δύο από αυτά. Το πρώτο: Η ΕΕ δεν είναι καθαρά νεοφιλελεύθερη. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η Ενωση δεν αποτελεί απλά ένα σύστημα απορρύθμισης αλλά και ρύθμισης καθώς ολοένα και περισσότερο οι Συνθήκες περιέλαβαν διατάξεις που αφορούν μεταξύ άλλων στην προστασία του περιβάλλοντος, των καταναλωτών, των υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, ενώ ενδυνάμωσαν τον ρόλο των διαρθρωτικών ταμείων για την ανάπτυξη των περιφερειών που βραδυπορούν ενώ υιοθέτησε σειρά εργαλείων προς αποτροπή νέων κρίσεων! Εντούτοις θεωρώ ότι μένει ανοιχτό το ερώτημα αν τελικά μεγαλύτερο βάρος και επιπτώσεις είχε το πρόγραμμα ανοίγματος των αγορών, δηλαδή η εσωτερική αγορά, και αν παρά τις τροποποιήσεις των Συνθηκών στη συνέχεια οι διαδικασίες της (π.χ. η ομοφωνία σε θέματα φορολογίας) δυσκολεύουν την ανάληψη θετικών πρωτοβουλιών πολιτικής.

Οι διευκρινίσεις

Ο Ιωακειμίδης βέβαια δεν αφήνει αμφιβολίες για τις δικές του πολιτικές προτιμήσεις – τη σοσιαλδημοκρατία – όμως έχω την εντύπωση ότι εδώ απαιτούνται πολλές διευκρινίσεις. Και τούτο διότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι ένα αμετάβλητο πρότυπο πολιτικής. Αντίθετα εξελίσσεται υιοθετώντας φιλελεύθερες αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική εγκαταλείποντας έτσι παραδοσιακές  σοσιαλδημοκρατικές θέσεις. Κατά βάθος, δύσκολα διακρίνεται από αντιλήψεις για κοινωνικό φιλελευθερισμό. Θέλω να πω ότι η σημερινή σοσιαλδημοκρατία κινείται σε ένα μεσαίο χώρο όπου γίνονται δυνατές συγκλίσεις σε επίπεδο πολιτικής με άλλες δυνάμεις που επίσης συγκλίνουν προς τον ίδιο χώρο όπως η χριστιανοδημοκρατία. Στην Ελλάδα  προς τον μεσαίο χώρο κινούνται τμήματα της ΝΔ γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τo Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη (της Αννας Διαμαντοπούλου), τμήματα του Κινήματος Αλλαγής κ.ά.

Κατά τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη, τον μύθο του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη συμπληρώνει ο μύθος της μη αλληλέγγυας Ευρώπης, τον οποίο επίσης απορρίπτει παραπέμποντας κυρίως  στις χρηματικές ροές από τον προϋπολογισμό της Ενωσης  προς την Ελλάδα, που είναι μια από τις τρεις πιο ωφελημένες χώρες της ΕΕ. Συνολικά επισημαίνει η Ελλάδα θα έχει εισπράξει ώς το 2020 περίπου 200 δισ. ευρώ. Γεγονός είναι ότι ειδικά την περίοδο της κρίσης τα διαρθρωτικά ταμεία και άλλοι μηχανισμοί της ΕΕ επέτρεψαν στις κυβερνήσεις μας να χρηματοδοτήσουν υποδομές, να αντιμετωπίσουν το Μεταναστευτικό και να στηρίξουν το κοινωνικό κράτος. Αλληλεγγύη υπήρξε επιπλέον με τις διακρατικές εντέλει δανειακές συμβάσεις και για την αποφυγή μιας άτακτης και χαοτικής χρεοκοπίας το 2010, το 2012 και το 2015! Οι τρεις συμβάσεις προέβλεπαν δάνεια πέρα από κάθε προηγούμενο στον κόσμο!

Η απάντηση

Πώς εξηγείται τότε ο μύθος αυτός, ότι η ΕΕ δεν ήταν αλληλέγγυα προς την Ελλάδα; Η απάντηση συνοπτικά: Απλά θέλαμε περισσότερα και δεν θέλαμε να αλλάξουμε! Ισως οι αντιλήψεις για αλληλεγγύη είναι εδώ επηρεασμένες από ιδιότυπες θεωρήσεις -προσλήψεις για τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό σύστημα: Μας χρωστούν μάλλον παρά τους χρωστάμε ή, όπως το διατυπώνει ο Ιωακειμίδης, οι δικές μας θεωρήσεις για αλληλεγγύη επηρεάσθηκαν από «τη λανθάνουσα αντίληψη ότι η Ελλάδα δεν έχει υποχρεώσεις και δεν χρειάζεται να κάνει τις αναγκαίες προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις για την ομαλή συμμετοχή της στην Ενωση».

Κατά προέκταση, αγνοήσαμε τάσεις που συνέδεαν τη βοήθεια με τις εσωτερικές προσαρμογές. Αλλά αυτό ακριβώς υπέδειξαν στο τέλος επιτακτικά  τα Μνημόνια (ανεξάρτητα από διάφορες τεχνοκρατικού τύπου επιφυλάξεις).

Η πορεία της χώρας στην ΕΕ έγινε δύσκολη καθώς διάφορες μεταρρυθμιστικές απόπειρες δεν τελεσφόρησαν τελικά. Το αποτέλεσμα ήταν να εμφανίζονται μεγάλες  διαρθρωτικές υστερήσεις της χώρας. Ο Ιωακειμίδης υπενθυμίζει σχετικά σειρά ολόκληρη διεθνών δεικτών –  ελευθερίας, ανταγωνιστικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, απονομής δικαιοσύνης, διαφθοράς, διοικητικής αναποτελεσματικότητας. Πράγματι, όλοι οι δείκτες που αναφέρει και πολλοί άλλοι στηρίζουν εντέλει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν  στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στην αύξηση της απασχόλησης.

Ατέλειες και ελλείμματα

Μια κρίση στην ουσία πολιτισμική

Ο συγγραφέας προσφέρει ακόμα μια κατανοητή εξήγηση του δύσβατου δρόμου της χώρας εντός της Ενωσης. Βασική του θέση είναι ότι οι αιτίες των δυσκολιών πρέπει να αναζητηθούν στο πολιτισμικό υπόστρωμα της χώρας και στις ποικίλες εκφάνσεις του. «Η κρίση», γράφει, «είναι πολιτισμική» και μόνο στην επιφάνεια δίκην κορυφής παγόβουνου εμφανίζεται ως δημοσιονομική. Σε άλλες ευκαιρίες έχω επίσης υποστηρίξει ότι καθαρά οικονομικές προσεγγίσεις δεν εξηγούν καλά ούτε την κρίση ούτε τις δυσκολίες υπέρβασής της, καθώς παραβλέπουν εντέλει τον ρόλο των θεσμών διακυβέρνησης, των αξιών και άτυπων κανόνων της κοινωνίας μας (βλέπε πελατειακού τύπου συναλλαγές). Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης δεν αμφιβάλλει ότι αυτή είναι η «Ευρώπη που θέλουμε», αλλά, προσθέτει, πρέπει να συνεχισθούν οι προσπάθειες για υπέρβαση των ατελειών και ελλειμμάτων που τη χαρακτηρίζουν. Το βιβλίο είναι ένα πρώτο ισχυρό αντίδοτο στις ψευδαισθήσεις της αντιμνημονιακής και αντιευρωπαϊκής εντέλει ρητορικής.

Advertisements

Οι εκλογές και οι μεταρρυθμίσεις

Δημοσίευση στην εφημερίδα Τα Νέα, 31.08.2015

Το διακύβευμα αυτών των εκλογών (όπως και των προηγούμενων) είναι η εφαρμογή του νέου «μνημονίου συνεννόησης» για το τριετές πρόγραμμα 2015-2018 που εγκρίθηκε από την ελληνική Βουλή με συντριπτική πλειοψηφία.
Κατά τη γνώμη μου η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή από την εφαρμογή του (έστω με κάποιες βελτιώσεις), ακριβώς γιατί οι εσωτερικές μας πολιτικές επιλογές, δομές, θεσμοί και πρακτικές που είχαν καθιερωθεί από καιρό μας οδήγησαν στην κρίση και την παρατείνουν.
Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε εν τάχει τι προβλέπει το μνημόνιο, πέρα από διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις: Ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως το 2016, επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας οικονομίας (με ανεξάρτητες αρχές και σαφείς κανόνες), ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και στην ενέργεια, αποτελεσματικότερο δικαστικό σύστημα κ.λπ.
Ακόμα και στις περισσότερες «λεπτομέρειες» το μνημόνιο έχει νόημα: κατάργηση των πρόωρων συντάξεων, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, κίνητρα για γενόσημα, αυστηρότερο ορισμό του αγρότη κ.λπ. Πρόκειται, ουσιαστικά, για αλλαγή του παραδείγματος πολιτικής με έμφαση στον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Αλλά θα εφαρμοσθεί αυτό το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής; Θα αναλάβει το πολιτικό μας σύστημα τις ευθύνες του; Ο πολιτικός κίνδυνος είναι υπαρκτός. Μη ξεχνάμε ότι έχουμε 5 εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα στα έξι χρόνια μνημονίων.
Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, η άρνησή του να συνεργασθεί με άλλους και η προκήρυξη εκλογών είναι ένα κακό προμήνυμα. Οι εκλογές αναβάλλουν πάλι τις αποφάσεις. Και μετά; Ποιος θα συνεργασθεί με ποιον αν δεν υπάρξει σαφής εντολή των πολιτών;
Αν και η επόμενη κυβέρνηση δεν τα καταφέρει, η χώρα θα διολισθαίνει για καιρό σε βαθύτερη ύφεση, αποδιάρθρωση θεσμών και μακροχρόνια οικονομική παρακμή με σημαία τη δραχμή!
Επιπλέον, στο μέτωπο της υπεράσπισης του μνημονίου η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη.
Η κοινοβουλευτική συμμαχία που ενέκρινε τη συμφωνία με τους θεσμούς και αποδέχθηκε τα πρώτα «προαπαιτούμενα» δεν είναι συμπαγής και δείχνει ότι δεν έχει ενστερνισθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αυτό δείχνει π.χ. η αμφισημία των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπονοούν ότι θα ανατρέψουν στην πράξη όσα έχουν ήδη υπογράψει. Τα λαϊκιστικά ένστικτα δεν ησυχάζουν εύκολα.
Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη πλευρά σε ένα γενικό επίπεδο διακηρύσσει μεν ότι υποστηρίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ΕΕ, αποδέχεται σε επίπεδο αρχών τις ευρωπαϊκές συναινέσεις, ψήφισε ως αξιωματική αντιπολίτευση το νέο μνημόνιο (πράγμα που πρέπει να της αναγνωρισθεί), αλλά σε μερικά συγκεκριμένα θέματα το κόμμα υποχωρεί σε παραδοσιακά αναχώματα.
Τέλος, οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής έχουν απέναντί τους ένα λαό οργισμένο και σε σύγχυση. Οργισμένο γιατί είδε το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει απότομα και τρόπους ζωής να ανατρέπονται. Σε σύγχυση γιατί δεν μπορεί (και δεν έχει βοηθηθεί) να καταλάβει τι και γιατί συνέβη και, επομένως ποιες αλλαγές χρειάζονται.
Ας προσθέσουμε, ότι τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι ετεροκαθορίζονται. Επομένως, αντιλήφθηκαν τα μνημόνια ως μια ταπεινωτική διαδικασία πράγμα που φυσιολογικά ενεργοποίησε αμυντικά ανακλαστικά. Έτσι βαδίζουμε προς τις εκλογές με τον κίνδυνο, όπως θα έλεγε ο Πορτοκάλογλου, νικητές και νικημένοι, όλοι να χάσουμε μαζί…

Η νεοελληνική ανεδαφικότητα έναντι της Ευρώπης.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα τα Νέα, 20.6.2015

Στην πολιτική μας κουλτούρα υπάρχει έντονη ανεδαφικότητα – όπως θα έλεγε ο Δημήτρης Γληνός. Αυτή τη σκέψη έκανα διαβάζοντας πρόσφατο πόνημα του Κ. Γουλιάμου με τον τίτλο «το τερατώδες είδωλο της Ευρώπης» (2014).  Γενικά, ο νεοελληνικός ανεδαφικότητα στην «αριστερή» της εκδοχή (η δεξιά της  με απασχολεί αλλού), έχει ως βάση ένα νεφελώδες και ανιστορικό πρότυπο ή ιδανικό – μια νεφελώδη ουτοπία. Με αυτή βάζει την πραγματικότητα να αναμετριέται! Υποδηλώνει την  ανάγκη για  μια ολική αλλαγή του «συστήματος» αλλά χωρίς να εξηγεί πως θα γίνει αυτό, τι ακριβώς θα οικοδομηθεί στα ερείπιά του και με ποια υλικά. Ο Karl Pooper θα θεωρούσε τέτοιες προσεγγίσεις ως στοιχεία της λογικής του ολοκληρωτισμού.

Στις καλύτερες περιπτώσεις η αναδίπλωση στην ουτοπία εκφράζει μια διανοητική και ίσως ηθική εξέγερση (για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Antonio Gramsci) κατά όντως προβληματικών φαινόμενων που σημαδεύουν τη διεθνή και ευρωπαϊκή σκηνή σήμερα και προκαλούν αβεβαιότητες για το μέλλον. Σε άλλες όμως περιπτώσεις οι ουτοπικές εκδρομές απλά δικαιολογούν και υπηρετούν την αντίσταση σε κάθε (αναγκαία) αλλαγή. Όπως και να έχει το πράγμα δεν λαβαίνουν υπόψη  την πολυμορφία της πραγματικότητας του κόσμου και της Ευρώπης – τα θετικά και τα αρνητικά. Π.χ. από τη σκοπιά μιας νεφελώδους ουτοπίας για τη Δημοκρατία η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι δημοκρατική. Δεν υπάρχει καν Δημοκρατία στον κόσμο!  Χρειάζεται να πούμε ότι είναι ο παραμορφωτικός φακός της ουτοπίας που κατασκευάζει «τερατώδη είδωλα»; Ότι δεν δείχνει πως η Ευρώπη διαθέτει ένα ελκυστικό κοινωνικό μοντέλο αν και σε διαφορετικές εκδοχές και με διαφορετικά προβλήματα;

Αναλύσεις επί τη βάσει νεφελωδών ιδεωδών κλείνουν τον δρόμο για διαφοροποιήσεις και  συγκριτική ανάλυση. Αδιαφορούν για ερωτήματα όπως τα εξής: Ποιες ακριβώς είναι οι αιτίες των σημερινών προβλημάτων; Τι έχουν κάνει άλλες χώρες για να τα λύσουν; Με ποιο αποτέλεσμα; Τι μπορούμε να μάθουμε ή από τι να προφυλαχθούμε; Επίσης, συγκρίσεις με μη καπιταλιστικές χώρες θα βοηθούσαν περισσότερο. Π.χ. τι ακριβώς συνέβη στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες όσον αφορά στις ανισότητες; Τι διδάγματα αντλούμε από τη δική τους πικρή εμπειρία; Ένα δεν είναι  ότι οι λύσεις μπορούν να έλθουν μέσω της πολιτικής διαδικασίας σε δημοκρατικές κοινωνίες, (π.χ. μέσω της φορολογίας) και όχι με τη διάλυση της οικονομίας της αγοράς;

Διευκρινίζω τα παραπάνω με ένα παράδειγμα: δεν υπάρχει  ένας καπιταλισμός αλλά πολλοί. Η αγγλοσαξονική βιβλιογραφία ασχολείται εντατικά με τα αντίστοιχα μοντέλα του «welfare capitalism» που είναι ένα είδος μικτού συστήματος σε διαφορετικές εκδοχές και με διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές επιδόσεις. Οι τύποι αυτοί διαφέρουν ως προς πολλά: Το μέγεθος και την ποιότητα του κράτους, τη δομή της κοινωνικής πολιτικής, τα ρυθμιστικά της οικονομίας συστήματα, τις εργασιακές σχέσεις κ.α.

Αν θέλουμε να κυριολεκτούμε καπιταλισμός σημαίνει ατομική ιδιοκτησία και ελεύθερος ανταγωνισμός στις αγορές. Το κράτος όμως έχει διογκωμένη παρουσία ιδίως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του ’30. Σήμερα πάνω από 40% των δραστηριοτήτων ελέγχονται από αυτό μέσω των δαπανών και των φόρων και της γραφειοκρατίας του. Το ποσοστό αυτό έχει οριακά μόνο προσαρμοσθεί προς τα κάτω. Το κράτος  ρυθμίζει τις οικονομικές δραστηριότητες, αλλού καλά, αλλού άσχημα όπως στην Ελλάδα, σταθεροποιεί την κίνηση της οικονομίας (του «καπιταλισμού»), αναδιανέμει πόρους, έχει οικοδομήσει ένα κοινωνικό κράτος (αλλού αποτελεσματικό, αλλού όχι), περιορίζει την επιχειρηματική επιδίωξη του κέρδους με πάσης φύσης ρυθμίσεις που αφορούν στο περιβάλλον, στην προστασία του καταναλωτή, στην υγεία, δημιουργεί υποδομές- και πάλι αλλού καλά και αλλού όχι. Πως εξηγούνται οι διαφορές στις δομές και στις επιδόσεις; Αν λάβουμε υπόψη όλα αυτά, τότε βέβαια μπορούμε να ασχοληθούμε με τα συγκεκριμένα προβλήματα των κοινωνιών μας.

Όμως η νεοελληνική ανεδαφικότητα  βλέπει τα πάντα ασπρόμαυρα – όπου το άσπρο  είναι η ασαφής ουτοπία και το μαύρο η πραγματικότητα στον κόσμο, στην Ευρώπη, στην Ελλάδα. Παρά τη γοητεία που ασκεί από αιώνες, δεν προσφέρεται για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων. Και συχνά συμβάλλει στο ότι οι λέξεις δεν σημαίνουν πια αυτό που πρέπει να σημαίνουν – π.χ. οι λέξεις «πραξικόπημα» και «κατοχή» που αφθονούν σε αριστερές και ακροδεξιές δηλώσεις.  Είναι ο εχθρός του καλύτερου. Εχθρεύεται όχι μόνο το παρόν, αλλά και οτιδήποτε επιχειρείται για τη βελτίωσή του – π.χ. το νοικοκύρεμα της δημόσιας οικονομίας και μεταρρυθμίσεις που καταργούν εύνοιες μειοψηφιών αλλά ωφελούν το σύνολο.