Μεταβαλλόμενη ταυτότητα και κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Books’ Journal, 2019

Για το βιβλίο του  Γιώργου Σιακαντάρη Το Πρωτείο της Δημοκρατίας- η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019.

Το βιβλίο του Γιώργου Σιακαντάρη Το Πρωτείο της Δημοκρατίας- η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία δημοσιεύεται σε μια δύσκολη εποχή για την (ευρωπαϊκή) σοσιαλδημοκρατία (και, γενικά για την πολιτική). Δεν είναι μια ακόμα ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά μάλλον ένας προσωπικός αναστοχασμός σε ζητήματα θεωρίας και πολιτικής  που την απασχόλησαν. Ο σ.  πιστεύει ότι οι ιδέες μετρούν. Διαπιστώνει, επίσης, ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε κρίση και προβλέπει, έμμεσα, σκοτεινό το μέλλον της αν δεν ανανεωθεί.

Η σοσιαλδημοκρατία δεν εδραιώθηκε στην Ευρώπη ως ένα κλειστό και άκαμπτο σύστημα. Εξαρχής σημαδεύθηκε από εσωτερικές εντάσεις  που κρατούν ως τις μέρες μας. Ο εσωτερικός κριτικός λόγος είναι εντυπωσιακός. Ορισμένοι εμβληματικοί εκπρόσωποί της τόνιζαν περισσότερο τις δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ άλλοι, στην αρχή ιδίως και περίπου ως τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ΠΠ, το σοσιαλιστικό στόχο σε διάφορες εκδοχές του. Διαφορές υπήρχαν και για τις σχέσεις με τη μαρξιστική θεωρία και για την αξιολόγηση του συγκεντρωτικού μοντέλου που επικράτησε στην ΕΣΣΔ. Οι σχετικές αντιπαραθέσεις δεν εκτυλίσσονταν μόνο σε ένα στενό κύκλο διανοουμένων, αλλά διαπερνούσαν τους κομματικούς μηχανισμούς και έδειχναν δρόμους στην πολιτική.

Αναμφίβολα, η σοσιαλδημοκρατία ήταν μια από τις μεγάλες και ελκυστικότερες  ιδέες της νεότερης ιστορίας.

Είναι αδύνατο να αποδώσουμε εδώ την tour d’ horizon του Γιώργου Σιακαντάρη στον κόσμο της – τις διαφορετικές πολιτικούς δρόμους της στις χώρες που άνθισε (Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία, Ενωμένο Βασίλειο, Ιταλία), τις εμβληματικές προσωπικότητες του πνεύματος και της πολιτικής που καθόρισαν τον χαρακτήρα της, τις φιλοσοφικές πηγές της, τα σημερινά της προβλήματα και τις αναζητήσεις λύσεων.  Αυτά όλα τα εκθέτει ο Γ.Σ. στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» που απευθύνεται στους μυημένους. Περιορίζομαι στη συνέχεια να εξετάσω επιλεγμένες απόψεις για τον ρόλο του διαφωτισμού ως φιλοσοφικής πηγής της, τη μεγάλη αναθεωρητική συζήτηση που τη διαχώρισε από το κομμουνιστικό κίνημα και την ριζοσπαστική αριστερά, τις μεταγενέστερες αναζητήσεις στίγματος σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο και τις αιτίες της σοσιαλδημοκρατικής κρίσης (που όμως είναι και κρίση της πολιτικής εν γένει).

Βέβαια αυτά και πολλά άλλα είναι ξένα στην ελληνική συζήτηση που κινήθηκε σε ένα ιδιαίτερο πολιτικό κλίμα. Εδώ επικράτησε στην «αριστερά»  μετά τον πόλεμο η κομμουνιστική και σταλινική εκδοχή της. Οι έλληνες διανοούμενοι της αριστεράς είχαν μαγευτεί από το κομμουνιστικό μοντέλο. Υπήρξαν βέβαια και μεγάλες εξαιρέσεις  και μία από αυτές ήταν ο Νίκος Πουλαντζάς. Πάντως, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές κινήσεις είχαν μάλλον τον χαρακτήρα περιθωριακών λεσχών ή ήταν ψευδεπίγραφες (όπως το θνησιγενές σοσιαλιστικό κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου!) και, οπωσδήποτε, δεν είχαν σοβαρές προσβάσεις σε συνδικάτα και εργατική τάξη.

Αργότερα, στη μεταπολίτευση, ο πολιτικός ανταγωνισμός στους χώρους αυτούς ήταν μεταξύ ενός ΠΑΣΟΚ (του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος) που κατήγγειλε τους συμβιβασμούς της σοσιαλδημοκρατίας (και του ευρωκομμουνισμού) με πρωταγωνιστή τον Ανδρέα Παπανδρέου[1] και ενός δογματικού ΚΚΕ που έδωσε και κέρδισε μεν τη μάχη για τη «σφραγίδα» εναντίον των «αναθεωρητών» του ΚΚΕ Εσωτερικού, αλλά καθηλώθηκε σε χαμηλά εκλογικά ποσοστά. Το ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε τη σοσιαλδημοκρατία σε ανάθεμα. Το ίδιο ήταν ένα λαϊκιστικό κόμμα με έντονα τριτοκοσμικά χαρακτηριτικά και όχι σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δυτικοευρωπαϊκού τύπου.

Πρόσφατα βέβαια η ιδέα της σοσιαλδημοκρατίας φάνηκε να ανακάμπτει στην Ελλάδα. Οι σχετικές αναφορές είναι είτε ρητές, όπως στο βιβλίο του Γ.Σ. και μερικών ακόμα διανοουμένων,[2]  είτε έμμεσες και ντροπαλές με τη βοήθεια όρων όπως «προοδευτική συμμαχία» ή «δημοκρατική συμπαράταξη» και με την επιδίωξη αντίστοιχων φορέων να είναι μέλη της ευρύτερης οικογένειας της σοσιαλδημοκρατίας στην ΕΕ. Προς τα εκεί συγκλίνει ρητορικά και ο ΣΥΡΙΖΑ (ή τμήματά του) από την ώρα που εγκατέλειψε τον αριστερό ριζοσπαστισμό του. Βρίσκεται όμως σε σύγχυση και παραμένει εκτός της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας για πολλούς λόγους: Απέκτησε ιδίως την περίοδο της ελληνικής κρίσης έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, διολίσθησε σε πρακτικές ανελευθερίας (με τις γνωστές απόπειρες ελέγχου των ΜΜΕ, της Δικαιοσύνης της ΤτΕ κλπ) σε συνδυασμό με την χωρίς αιδώ προσφυγή σε παλαιοκομματικές πρακτικές, υιοθέτησε ξεπερασμένες αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους παρόλο που υπέγραψε τρία προγράμματα προσαρμογής («μνημόνια»), ενώ δεν κρύβει τριτοκοσμικές συμπάθειες και διασυνδέσεις (π.χ. με την ηγεσία της Βενεζουέλας). Η ηγετική ομάδας και η αυλή της δεν είναι αξιόπιστος εταίρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη, ούτε μάλιστα της ριζοσπαστικής αριστεράς!

Όταν λοιπόν στη συνέχεια  μιλάμε για τη σοσιαλδημοκρατία μιλάμε περί ευρωπαϊκών πραγμάτων, όχι ελληνικών. Και εκεί θα μείνουμε στη συνέχεια.

  1. Ο διαφωτισμός ως φιλοσοφική πηγή.

Ο Γ.Σ. αφιερώνει ένα κεφάλαιο στις φιλοσοφικές πηγές της σοσιαλδημοκρατίας. Ξεχωρίζω εδώ την κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερη – τον διαφωτισμό.[3] Αφετηρία είναι η διαπίστωσή του ότι είναι αδύνατο να κατανοηθεί η σοσιαλδημοκρατία  αν δεν αποσαφηνισθούν οι σχέσεις της με τον διαφωτισμό.

Ο σ. είναι σαφής: Όχι όλη η αριστερά, αλλά η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί απότοκο του διαφωτισμού. Και υπενθυμίζει ότι ο διαφωτισμός ανέδειξε τη λογική (και την εμπειρία) ως αποτελεσματικά όπλα κατά της άγνοιας και των προκαταλήψεων, αμφισβήτησε το ρόλο της αυθεντίας.  Ο σ. απορρίπτει την υπόθεση άλλων ότι ο διαφωτισμός  οδήγησε απευθείας στον ολοκληρωτισμό! Ορθώς υποστηρίζει ότι ο διαφωτισμός ενέπνευσε και θεμελίωσε θεωρητικά προσπάθειες για την ελευθεροτυπία, την παιδεία για όλους, την ανεκτικότητα απέναντι στις μειονότητες, την ελάφρυνση των ποινών κλπ. Οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού έδωσαν αγώνα κατά του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.

Η σοσιαλδημοκρατία, γράφει ο Γ.Σ. είναι ένα ζωντανό πολιτικό παράδειγμα του διαφωτισμού.[4] Αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι το μόνο. Ο φιλελευθερισμός και  ο ρεπουμπλικανισμός  επίσης αντλούν  από τον διαφωτισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον εθνικισμό του 19ου αιώνα που συνυφάνθηκε με τον φιλελευθερισμό. Ούτε η συντήρηση έμεινε τελικά αν και ετεροχρονισμένα ανεπηρέαστη από τον διαφωτισμό (και τα ιστορικά παθήματα), όπως μπορεί κανείς εύκολα να δείξει με παράδειγμα τη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία. Όλα αυτά τα ρεύματα αλληλοτροφοδοτήθηκαν, διατηρώντας πάντως μια σχετική αυτοτέλεια. Η κοινή πηγή και οι αλληλεπιδράσεις εξηγούν τη σημερινή ευρεία συναίνεση των δυνάμεων αυτών για το πρωτείο της φιλελεύθερης Δημοκρατίας (όχι απλά της Δημοκρατίας) και την κοινή απόρριψη του αριστερού ριζοσπαστισμού και του ακροδεξιού λαϊκισμού.

  1. Ρεβιζιονισμός έναντι μπολσεβικισμού και αριστερού ριζοσπαστισμού.

Όμως, την ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας χαρακτηρίζουν ίσως εντονότερα από άλλα ρεύματα σκέψης και πολιτικής  βασανιστικές θεωρητικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που είχαν ως αφετηρία κοσμογονικές αλλαγές σε οικονομία και πολιτική.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τυπικές ήταν οι διαφορετικές αντιλήψεις που μπορούν να συνοψισθούν στον όρο «διένεξη για τον αναθεωρητισμό» (Revisionismusstreit). Ένα θέμα της ήταν η αποσαφήνιση της ιδέας της σοσιαλδημοκρατίας (της κατεύθυνσης που έπρεπε να ακολουθήσει ) και, κατά προέκταση, η οριοθέτησή της έναντι άλλων ρευμάτων σκέψης και πολιτικής που αναδύθηκαν στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς  και κυρίως έναντι του μπολσεβικισμού, που αντλούσε από το 1917 από τις αντιλήψεις του Λένιν και τις (αρχικές) θέσεις του Τρότσκι, αλλά και έναντι του ριζοσπαστισμού που εκπροσωπούσε η Ρίζα Λούξεμπουργκ.

Ο μπολσεβικισμός εδραιώθηκε τελικά και επικράτησε με πραξικόπημα στην ημιφεουδαρχική τσαρική Ρωσία, όπου ο βιομηχανικός τομέας ήταν μικρός και η συντριπτική πλειοψηφία αμόρφωτες αγροτικές μάζες.

Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατία εξελίχθηκε στο περιβάλλον του εξελισσόμενου καπιταλισμού και των συνθηκών δημοκρατίας που βαθμιαία επιβάλλονταν ιδίως προς το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός), όπως αποκλήθηκε η αμφισβήτηση βασικών στοιχείων του μαρξισμού, επικράτησε. Ο αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός) επεξεργαζόταν θεωρητικά και  πρότεινε λύσεις σε πρακτικά προβλήματα σε αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες που υπήρχαν εργατικά συνδικάτα, ελεύθερες εκλογές για το κοινοβούλιο, νόμιμα κόμματα, δυνατότητα ανάπτυξης συνεταιρισμών. Στην αρχή δεν εγκατέλειψε τη σοσιαλιστική προοπτική. Οι αναθεωρητές πίστευαν ότι μέσα από αυτούς τους θεσμούς όχι μόνο θα εκπαιδευόταν η εργατική τάξη και θα βελτιώνονταν οι συνθήκες εργασίας και ζωής αλλά και θα άνοιγε ο δρόμος για το βαθμιαίο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Υποστήριζαν τη μόρφωση των εργαζομένων ώστε να κατανοήσουν τον ιστορικό τους ρόλο και τη συνδικαλιστική δράση ως ενεργό αλληλεγγύη. Επομένως, η  σοσιαλδημοκρατία ήταν μια απάντηση στο ερώτημα πως θα γίνει η μετάβαση στον σοσιαλισμό  σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες με κοινοβουλευτικούς θεσμούς! Και, πράγματι προς τα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκαν μαζικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδέθηκαν με ισχυρά εργατικά συνδικάτα σε Αγγλία,  Γερμανία, Γαλλία (λιγότερο) κ.α. [5] Τελικά ο αναθεωρητισμός καθόρισε τον χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας. Προβεβλημένος εκπρόσωπός του στη Γερμανία ήταν ο Eduard Bernstein, στη Γαλλία ο Jean Jaures και στην Ιταλία ο Carlo Rosselli με τις ιδέες για ένα φιλελεύθερο σοσιαλισμό.[6]

Η διένεξη εκείνη οδήγησε τελικά σε μια διαφορετική θεώρηση του μαρξισμού, που παρέμεινε πάντως για μεγάλο χρονικό διάστημα βασικό στοιχείο του ιδεολογικού εξοπλισμού της σοσιαλδημοκρατίας. Συνοψίσθηκε στην πυκνή διατύπωση του Bernstein: «για μένα αυτό που ονομάζει κανείς τελικό σκοπό του σοσιαλισμού είναι τίποτα. Η κίνηση είναι το παν».

Στο πλαίσιο της διένεξης μεταξύ  (κομμουνιστών) και σοσιαλδημοκρατών γίνεται κατανοητή η άποψη του Γ.Σ. ότι το πρωτείο της Δημοκρατίας είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σοσιαλδημοκρατία η οποία σε αυτό κατέληξε μέσα από διαδοχικές θεωρητικές και προγραμματικές επεξεργασίες. «Η δημοκρατία είναι η εγκάρσια γραμμή που διασχίζει όλες τις αξίες και αρχές της σοσιαλδημοκρατίας».[7]

Πρέπει όμως να τονίσω, ότι η έμφαση στο «πρωτείο της δημοκρατίας»  διαχωρίζει μεν τη σοσιαλδημοκρατία από πάσης φύσης ολοκληρωτισμούς, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει δρόμους για συνεννοήσεις και συνεργασίες με φιλελεύθερους ακόμα και συντηρητικούς χώρους.  Κάνοντας ένα άλμα στην εποχή μας, σημειώνω ότι ήταν ο αστικός κόσμος κυρίως που αμέσως μετά τον πόλεμο έδωσε την ιδεολογική και πολιτική μάχη κατά των κομμουνιστικών κομμάτων που εμπνέονταν από τον σταλινισμό. Και σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία, μαζί με την Χριστιανοδημοκρατία, τους φιλελεύθερους και άλλες μικρότερες πολιτικές ομάδες, συγκροτούν ένα συστημικό μπλοκ που, παρά τα κουσούρια του, αντιστέκεται στην άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη-μέλη της.  Συγκλίσεις υπήρξαν και γύρω από ένα πυρήνα αξιών. Σε αυτές (και στην ανάπτυξη που ακολούθησε) οφείλεται η σταθερότητα της μεταπολεμικής Ευρώπης και οι ενοποιητικές διαδικασίες της.  Ας σημειωθεί ότι ο όρος «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που πρωτοπαρουσίασε η Χριστιανοδημοκρατία, πέρασε και στη Συνθήκη της Λισαβόνας με τη συμφωνία των φιλελευθέρων και των σοσιαλδημοκρατών.[8]

Όμως, τα προηγούμενα δεν αναιρούν τις ιδιαίτερες ταυτότητες των ιδεολογικών ρευμάτων που  προκύπτουν σε ένα γενικό επίπεδο από τη διαφορετική στάθμιση των αξιών που παντρεύουν, φερ΄ ειπείν της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας των ευκαιριών, των ανοιχτών αγορών και της ρύθμισής τους όπως φαίνεται καθαρά  σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος. Οι συμβιβασμοί αναζητούνται τότε λιγότερο σε επίπεδο αρχών και περισσότερο στη συγκεκριμένη πολιτική πράξη, όπου σταθμίζονται οφέλη και κόστη – όταν η διαδικασία κινείται ορθολογικά.

Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η σοσιαλιστική στόχευση, αντικαταστάθηκε βαθμιαία από τα σοσιαλδημοκρατικά μοντέλα κοινωνικού κράτους (Σουηδία, Ενωμένο Βασίλειο) που ανταγωνίζονταν, σύμφωνα με  την κατηγοριοποίηση του  Esping-Andersen τα «συντηρητικά» μοντέλα κοινωνικού κράτους («κοινωνικής οικονομίας της αγοράς») και τα φιλελεύθερα του αγγλοσαξωνικού χώρου. Τις διαφορές αναλύει ο Γ.Σ. [9]

  1. Ο τρίτος δρόμος.

Ο Γ.Σ.  αναγνωρίζει ότι σήμερα η σοσιαλδημοκρατία «οφείλει να καταθέσει νέες προτάσεις πολιτικής» λαβαίνοντας υπόψη τις τεκτονικές αλλαγές που έχουν στο μεταξύ συμβεί – την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης, τη συνυφασμένη με αυτή δύναμη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την αλλαγή στα συστήματα παραγωγής μέσω των νέων τεχνολογιών και του ανταγωνισμού κλπ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ακριβώς επιχείρησε ο λεγόμενος «τρίτος δρόμος» και επιχειρούν σήμερα σοσιαλδημοκρατικοί φορείς προτάσσοντας έννοιες όπως προοδευτική πολιτική και «καλή κοινωνία».[10] Επιχειρούν δηλαδή να προσαρμόσουν την σοσιαλδημοκρατική θεωρία και πολιτική στις νέες συνθήκες.

Ειδικά ο τρίτος δρόμος ήταν μια από τις πιθανές απαντήσεις στο ίδιο πρόβλημα, το οποίο  ειρήσθω εν παρόδω αντιμετωπίζουν και οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι. Σε γενικές γραμμές ο τρίτος δρόμος  αποκρυσταλλώθηκε στις θεωρητικές  επεξεργασίες του Antony Giddens [11]και μετουσιώθηκε σε συγκεκριμένη πολιτική στο Ενωμένο Βασίλειο από τους εργατικούς του Tony Blair και στη Γερμανία από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υπό τον Gerhard Schröder με την ετικέτα «νέο κέντρο».  Υπενθυμίζω ότι αφετηρία του τρίτου δρόμου  ήταν η παραδοχή ότι η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία είχε ξεπερασθεί από τις παγκόσμιες εξελίξεις- τις ανοιχτές αγορές, την τεχνολογία, τα μέσα επικοινωνίας, τις πολυεθνικές εταιρείες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πολιτική του τρίτου δρόμου συνολικά ευνόησε ή έστω δεν απέτρεψε εξοργιστικές στρεβλώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, που εξελίχθηκε σε ένα «καπιταλισμό των μυημένων» στα χρηματοπιστωτικά.

Ο Γ.Σ. δεν παραβλέπει  φυσικά τον τρίτο δρόμο, αλλά  τελικά δεν του αποδίδει τη σημασία που νομίζω ότι είχε τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο. Οι  αναφορές του σε αυτόν δεν αρκούν για να αναδείξουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που ανέδειξε και εξακολουθούν να απασχολούν τη σοσιαλδημοκρατία (και τις σημερινές κοινωνίες).

  1. Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Γ.Σ. μοιράζεται την ίδια θέση με πολλούς άλλους αναλυτές ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι σε κρίση. Πράγματι, η εκλογική της δύναμη μειώθηκε ακόμα και στη Γερμανία. Σε άλλες χώρες, μπορεί να συγκράτησε τις δυνάμεις της, αλλά δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμα κυβέρνηση.

Πως εξηγείται αυτή η κρίση;

Οι απαντήσεις που δίνονται διαφέρουν. Πολλοί αποδίδουν την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας στις αυξανόμενες ανισότητες – εισοδηματικές και προοπτικών ανέλιξης.  Οι ανισότητες υπονόμευσαν κατά την άποψη αυτή την  εμπιστοσύνη στη σοσιαλδημοκρατία που (συν)κυβερνούσε ότι ήταν σε θέση να ικανοποιήσει προσδοκίες που πάντοτε τη συνόδευαν για μια δικαιότερη κοινωνία.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι η σοσιαλδημοκρατία υποτίμησε τις ανισότητες φύλου, φυλής, εθνότητας, μειονοτήτων,  και σεξουαλικότητας, δηλαδή στην ουσία τα ιδιαίτερα προβλήματα ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Την άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζεται και ο σ. όταν  υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να ερμηνεύσει τα νέα κοινωνικά φαινόμενα  όπως είναι η ανασύνθεση των ταξικών και επαγγελματικών ταυτοτήτων, είναι ανίκανη να προωθήσει πολιτικές προάσπισης του γενικού καλού, όπως αυτό προβάλλεται στις νέες συνθήκες, τις οποίες δεν κατανοεί,   δείχνει αδιάφορη απέναντι στις προκλήσεις της κοινωνίας της γνώσης, αναδιπλώνεται σε ξεπερασμένες συνταγές! [12]

Η ανάλυση αυτή κατά τη γνώμη μου  δεν αποδίδει την πρέπουσα σημασία στα συγκεκριμένα διλήμματα της σοσιαλδημοκρατίας:  Πως να συνταιριάξει τις  προσδοκίες της βιομηχανικής εργασίας (κυρίως) που ήταν και η κοινωνική βάση της, με νέα, ας πούμε ταυτοτικά κινήματα; Στρεφόμενη προς τα τελευταία κινδυνεύει να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο από τη βιομηχανική της βάση.  Στρεφόμενη προς τη βιομηχανική εργασία  που συρρικνώνεται περιορίζει την εκλογική της βάση.

Σπεύδω να προσθέσω ότι παρόμοια διλήμματα απασχολούν και τους των σύγχρονους συντηρητικούς: Αυτοί κινδυνεύουν επίσης να χάσουν τη στήριξη, ας πούμε, του αστικού κορμού τους – των νοικοκυραίων – αναθεωρώντας παραδοσιακές αντιλήψεις για την οικογένεια, το έθνος, το φύλλο, τις εθνοτικές μειονότητες  ή στρεφόμενοι απότομα στα δυναμικά και καινοτόμα τμήματα της κοινωνίας δίνοντας ταυτόχρονα την εντύπωση ότι εγκαταλείπουν  τα άλλα που διατηρούν τις παραδόσεις τους ή και επιζητούν την κρατική προστασία μπροστά στις δραματικές αλλαγές που τα απειλούν. Οι φιλελεύθεροι, βέβαια, δεν έχουν τέτοια προβλήματα και για αυτό έχουν πιο περιορισμένη επιρροή.

Κλείνοντας επαναλαμβάνω ότι το βιβλίο του Γ.Σ είναι μια φρέσκη κριτική αναδρομή σε φιλοσοφικές πηγές, ιδέες και  πολιτική πράξη της σοσιαλδημοκρατίας. Μας υπενθυμίζει μια ιστορία με πλούσια ερεθίσματα και μας αναγκάζει να σκεφτόμαστε με άλλους όρους τις τρέχουσες θεωρητικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ευρώπη, να βλέπουμε δηλαδή τη μεγάλη εικόνα και να μη χανόμαστε στον τακτικισμό της καθημερινής πολιτικής. Τέλος το βιβλίο δείχνει με τον τρόπο του πόσο ρηχή είναι η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα για το περιεχόμενο της «προοδευτικότητας».

—————– // —————

[1] Βλ. Ανδρέας Παπανδρέου Μετάβαση στον σοσιαλισμό. Προβλήματα και στρατηγική για το ελληνικό κίνημα, εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα 1977.

[2] Από τις πρόσφατες παρεμβάσεις για το θέμα ξεχωρίζω το βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη  Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017. Βλ. επίσης την παλαιότερη δημοσίευση  Ανδρέας Πανταζόπουλος Ο μαρασμός της σοσιαλδημοκρατίας, εκδόσεις το Πέρασμα, Αθήνα 2009. Ουσιαστικά την ίδια προβληματική αναπτύσσει ο Γιάννης  Μπαλαμπανίδης  Ευρωκομμουνισμός, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016. Ειδικά το ιταλικό ΚΚ βρέθηκε σε μια επίπονη διαδικασία μετασχηματισμού του σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Σε ανύποπτο για τα ελληνικά πράγματα χρόνο συζήτησαν το ειδικό ζήτημα της σχέσης φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας ο Δημήτρης Σκάλκος και ο Τάκης Μίχας στο Φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Ελάτη, Αθήνα 2005.

[3] Βλ. Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία, εκδόσεις Αλεξένδρεια, Αθήνα 2019, σελ. 37 και μετά.

[4] Όπως πριν, σελ. 44.

[5] Βλ. Όπως πριν, σελ. 77- 163.

[6] Όπως πριν, 110 και μετά.

[7] Όπως πριν, σελ. 15.

[8] Βλ. Πάνος Καζάκος  Έτοιμη για το μέλλον; Η Ευρώπη μετά την αναθεώρηση των Συνθηκών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2008, σελ. 47-48. Οι σοσιαλδημοκράτες προτιμούσαν πάντως νωρίτερα τον όρο «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση» την οποία δεν θεωρούσαν συνώνυμο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς».

[9] Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, όπως αλλού,  κεφάλαιο 6, σελ. 243-265.

[10] Βλ. ενδεικτικά Making progressive policies work. A handbook of ideas. Policy Network, London 2014.

[11] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Antony Giddens Ο τρίτος δρόμος , μετάφραση Ανδρέα Τάκη και Κατερίνας Γεωργοπούλου, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 1998.

[12] Γιώργου Σιακαντάρη Το πρωτείο της σοσιαλδημοκρατίας, όπως αλλού, σελ. 19-22.