Από το εγώ στο εμείς; – κοινωνία και κράτος στην κρίση του κορονοϊού.  

Books’  Journal,  Μάρτιος 2020

Η επιδημία του κορονοϊού είναι μια δοκιμασία για όλους – για την κοινωνία πάνω από όλα, την οικονομία και το κράτος. Διολισθαίνουμε στην καλύτερη περίπτωση προς μια νέα στασιμότητα[1] και στη χειρότερη προς μια νέα ύφεση και, επομένως, σε απώλειες εισοδημάτων για τους περισσότερους και θέσεων εργασίας για πολλούς.

Η κυβέρνηση εφαρμόζει σειρά αποφάσεων  που έχουν πολλούς ταυτόχρονα  στόχους – να επιβραδύνουν τη διάδοση του ιού, να συγκρατήσουν τις υφεσιακές επιπτώσεις να επισπεύσουν τεχνολογικές και αλλαγές (που  θα έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό) και να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή στηρίζοντας κυρίως ευάλωτες στην ύφεση ομάδες.

Τους σκοπούς αυτούς υπηρετούν διαφορετικές δέσμες μέτρων: Η πρώτη περιλαμβάνει πρωτόγνωρες για τις μεταδικτατορικές γενιές παρεμβάσεις που περιορίζουν θεμελιώδεις ελευθερίες – κατακτήσεις της φιλελεύθερης Δημοκρατίας μας (βλ. πιο κάτω). Η δεύτερη «αντικυκλικά» μέτρα (εγκατάλειψη του πρωτογενούς πλεονάσματος κ.α.) που  επιτρέπει, τρίτον,  τη χρηματοδότηση της στήριξης όσων θίγονται από τους περιορισμούς με  έκτακτα επιδόματα, αναβολές πληρωμής φόρων και ασφαλιστικών εισφορών κ.α. Τέλος επιχειρείται η ανακατανομή δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων για την ενίσχυση δημόσιων υποδομών (ΕΣΥ,  εσπευσμένη εφαρμογή νέων τεχνολογιών σε παιδεία, δημόσια διοίκηση κ.α.). Όλα τα μέτρα μας υπενθύμισαν παλαιά ερωτήματα: Πόσο και κυρίως τι είδους κράτος χρειάζεται, πως πρέπει να διαμορφωθούν οι σχέσεις του με τον ιδιωτικό τομέα, πως προστατεύονται οι ελευθερίες, ποιες προσαρμογές της καθημερινότητας στις νέες συνθήκες επέρχονται;

Ελευθερίες έναντι κοινού σκοπού.

Πολιτικά και πολιτειακά κρίσιμη είναι η  δέσμη που περιορίζει τις ελευθερίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Συνοψίζεται στο σύνθημα «μένουμε σπίτι».   Όλες σχεδόν οι ελευθερίες είναι υπό πίεση. Υπενθυμίζω τους περιορισμούς στις διαπροσωπικές επαφές («κοινωνική απόσταση») με κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβιάσεών τους, μετακινήσεις των ανθρώπων, στις συγκεντρώσεις, στη διασκέδαση, στις μεταφορές, στην άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων, στις επιχειρήσεις, στις διασυνδέσεις με το εξωτερικό. Περιορίζουν ακόμα και τη δυνατότητα των πολιτών να διαμαρτυρηθούν.  Ουσιαστικά βιώνουμε στην κυριολεξία το δίλημμα ελευθερίες έναντι προσωρινών περιορισμών που επιβάλλει ο αποσαφηνισμένος κοινός  σκοπός: Να επιβραδυνθεί η διάδοση της ασθένειας και να αποτραπούν ανθρώπινες απώλειες. Τον έλεγχο σκοπιμότητας και νομιμότητας και τη νομιμοποίηση των μέτρων διασφαλίζουν η διάκριση των εξουσιών, η ελευθερία γνώμης, η λειτουργία των ΜΜΕ, οι ενδιάμεσοι φορείς, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (για να μη ξεχνάμε τον Μοντεσκιέ).

Οι ελευθερίες μας δεν απειλούνται.

Μερικοί (ιδίως αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί, αλλά ευτυχώς όχι οι επίσημοι φορείς της Αριστεράς) υποψιάζονται ιδεοληπτικά ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει κρυφίως ή θα εκμεταλλευθεί την «ευκαιρία» να εκτρέψει μονίμως τη χώρα από τη φιλελεύθερη-δημοκρατική πορεία της, την  οποία οι ίδιοι, αντιφάσκοντας, εχθρεύονται. Αλλά, ο κίνδυνος  εκτροπής είναι σήμερα μηδαμινός: Η κυβέρνηση δεν επιχείρησε να αλώσει τον τύπο και τους τηλεοπτικούς σταθμούς αυτή την κρίσιμη περίοδο, ούτε να ακυρώσει το έργο της δικαιοσύνης  ή να την υποτάξει στην εκτελεστική εξουσία, ούτε να αναζητήσει φαντασιακούς εσωτερικούς πολιτικούς εχθρούς, ούτε ανέστειλε τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, το οποίο επικυρώνει τακτικά τις έκτακτες ρυθμίσεις των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου.  Κατά τούτο διαφέρει πράγματι από τις ανελεύθερες πρακτικές που δοκίμασε ο ΣΥΡΙΖΑ ένα διάστημα.[2] Επιπλέον συνεννοείται με την αντιπολίτευση, η οποία συνδράμει, ενημερώνει καθημερινά την κοινή γνώμη  με την παρουσία του καθηγητή  Σ. Τσιόδρα και την επιστημονική επιτροπή του ΕΟΠΥ και προσπαθεί να ορίσει την ημερομηνία λήξης πάντοτε σε συνάρτηση με την εξέλιξη της πανδημίας. Τα μέτρα είναι έκτακτα ακριβώς επειδή οι συνθήκες είναι έκτακτες. Σκεφθείτε πως θα δηλητηριαζόταν το πολιτικό κλίμα αν  είχαμε υπουργό υγείας τον κ. Πολάκη και Δημόσιας τάξης τον κ. Παπαγγελόπουλο!

Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, η κυβέρνηση  δεν σήκωσε μπαϊράκι και δεν ξεκίνησε  «σκληρή διαπραγμάτευση» στα τυφλά για να δικαιολογήσει κάποια απόκλιση από την πολιτική της ΕΕ. Ούτε αγνόησε το Eurogroup για να κλείσει  την Ελλάδα στον εαυτό της. Το ευτύχημα είναι βέβαια ότι και η ΕΕ δείχνει να αντιλαμβάνεται την έκταση του προβλήματος και προχωρεί σε κινήσεις που πριν από μερικούς μήνες θα ήταν αδιανόητες όπως το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, η αναστολή των δημοσιονομικών περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας και η αγνόηση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα που είχαν συμφωνηθεί πριν από την επιδημία.

Ειδικά ως προς τους περιορισμούς, η κυβέρνηση είχε δύο αντιπάλους – την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα  μετά από τόσες  αποτυχίες και την παράδοξη αντίληψη τμημάτων της κοινωνίας για τις ελευθερίες.

Την έλλειψη εμπιστοσύνης  κατέγραφαν όλες οι έρευνες γνώμης πριν από την έλευση της επιδημίας.  Σύμφωνα με  τις στατιστικές  του ΟΟΣΑ η χώρα μας είναι (ήταν) χώρα χαμηλής εμπιστοσύνης των πολιτών σε πολιτική και επίσημους θεσμούς. Άλλωστε  υπήρξαν και εκρηκτικά συμπτώματα δυσπιστίας στο παρελθόν. Οι δήθεν «αγανακτισμένοι» του 2011  ήθελαν να καεί η Βουλή, το παραλίγο μαζικό κίνημα «δεν πληρώνω» στρεφόταν κατά κάθε έννοιας νομοκρατίας. Είναι προφανές ότι μια κρίσιμη προϋπόθεση για να λειτουργήσει μια κοινωνία είναι ότι τα μέλη της εμπιστεύονται αρκετά τα άλλα, ότι έχουν συνείδηση των ευθυνών τους έναντι των άλλων. Αλλιώς καραδοκούν  κρίσεις. Όλα αυτά παραπέμπουν φυσικά στο ζήτημα της ηθικής βάσης, των αξιών της κοινωνίας.

Επίσης,  συχνά στο παρελθόν οι ελευθερίες παρεξηγήθηκαν, όπως είχε επισημάνει ο Γιώργος Παπανδρέου όταν αντιμετώπισε τις πρώτες δυσκολίες προσαρμογής μετά την κρίση του 2009-10 για να αποτραπεί μια ανοιχτή χρεοκοπία.

« Φτάσαμε πολλές φορές να ονομάζουμε ΄δικαιοσύνη΄ τη σκανδαλώδη εύνοια. Κεκτημένα τα προνόμια των λίγων και των συντεχνιών. Δικαίωμα τη  πρόκληση εις βάρος των υπολοίπων[…] Υγιή επιχείρηση, το κυνήγι του εύκολου πλουτισμού. Την ανταγωνιστική παραγωγή, την μετατρέψαμε σε ανταγωνισμό για μια κρατική ή ευρωπαϊκή επιδότηση. Τη φοροδιαφυγή, σε έκφραση προσωπικής μαγκιάς»[3].

Αυτή η παρεξήγηση διαρκείας μαζί με διάφορες άλλες «αυταπάτες» εξασθένισε ίσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 και τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ, αλλά δυσκολεύει ακόμα το έργο της σημερινής κυβέρνησης.

Αντικυκλική πολιτική και κοινωνική συνοχή.

Τα περιοριστικά μέτρα είναι αιτία μιας νέας ύφεσης, η οποία  δεν ξέρουμε ακόμα πόσο βαθιά θα εξελιχθεί (η ΤτΕ προβλέπει μηδενική ανάπτυξη το 2020, ενώ άλλοι υπολογίζουν ύφεση της τάξης του 4%). Όπως σημειώσαμε όμως η κυβέρνηση, εκτός των πάσης φύσεως περιορισμών, αποφάσισε μέτρα που υπηρετούν την άμβλυνση της επερχόμενης ύφεσης, και την «αποζημίωση» εκείνων που πραγματικά χάνουν εισοδήματα και εργασία στον ιδιωτικό τομέα.

Είχαμε στο παρελθόν επισημάνει τα ελλείμματά της πολιτικής: Την πατρωνία, μεροληπτικές παρεμβάσεις υπέρ ατόμων ή οργανώσεων συμφερόντων που αποφέρουν πολιτικά οφέλη αλλά  έχουν αρνητικές  μακροχρόνιες επιπτώσεις στο σύνολο, (αυτό ονομάζεται «γνωσιακή ασυνέπεια»), συχνά την περιφρόνηση της επιστημονικής γνώσης, τη χαλαρή εφαρμογή του νόμου, κλπ. Κατά προέκταση απέφευγε ή ανέβαλε αποφάσεις που είχαν πολιτικό κόστος και ας ήταν αναγκαίες.

Η  πρόσφατη κρίση έδειξε ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και, γενικά,  η αντιπολίτευση μπροστά σε μεγάλες απειλές λειτουργούν διαφορετικά και αυτό είναι μια πηγή αισιοδοξίας. H κυβέρνηση, που έχει θεσμικά το γενικό πρόσταγμα,

  • ακούει και επικαλείται την επιστήμη για τα μέτρα προστασίας από τον ιό,
  • προσπαθεί να στηρίξει όσους μισθωτούς και όσες επιχειρήσεις θίγονται από τα αναπόφευκτα μέτρα,
  • οργανώνει τις υποδομές και μετακινεί πόρους του ΕΣΠΑ για να ενισχύσει το ΕΣΥ,
  • προσπαθεί να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες, επιταχύνοντας βίαια τον ψηφιακό μετασχηματισμό   του κράτους,
  • ενημερώνει συνεχώς και αξιόπιστα τους πολίτες για την κατάσταση και την εξέλιξη της επιδημίας (μέσω του καθηγητή Τσιόδρα και της επιστημονικής ομάδας του ΕΟΠΥ, της πολιτικής προστασίας και λοιπών αξιωματούχων κλπ.

Θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον έχει η αναδιάταξη της δημοσιονομικής διαχείρισης: Η  κυβέρνηση αναθεώρησε τον προϋπολογισμό και ανασχεδιάζει το ΕΣΠΑ ύψους περίπου 10 δις. για την ενίσχυση των επιχειρήσεων. Επίσης, αποφάσισε την παροχή έκτακτου μισθού 800 ευρώ  στη μεγάλη πλειονότητα των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα – μιθωτών και ελευθέρων επαγγελματιών που θίγονται από τα μέτρα.

Γενικά το κράτος, παρόλα τα κουσούρια του, αντέδρασε σχετικά γρήγορα και χωρίς «μνημόνια» σε αυτή την πρωτόγνωρη πρόκληση. Έκανε αυτό ακριβώς που παρέλειψε την εποχή των «μνημονίων», οικειοποιήθηκε δηλαδή σκοπό και μέσα.  Πιθανόν σε αυτό συντέλεσε η αποφασιστικότητα της ηγεσίας και η, ας πούμε, διαχιριστική επάρκεια πολλών στελεχών, τα οποία, επιπλέον, είναι εξοικειωμένα με τις νέες τεχνολογίες.

Και η κοινωνία;

Όπως  διαπίστωνε η νέα ΠτΔ κ. Σακελλαροπούλου, τα περιοριστικά μέτρα έρχονται σε αντίθεση με την ιδιοσυγκρασία μας.  Σε αυτό θα συμφωνούσαν και οι περισσότεροι ιστορικοί μας: Ο Θάνος Βερέμης  ανέδειξε την κληρονομιά του κοτζαμπασιδισμού και των κλεφταρματωλών,[4] ο Κώστας Κωστής μίλησε για το «κακομαθημένο παιδί της ιστορίας»[5] η Μαρία Ευθυμίου εξέθεσε σχεδόν λυρικά τις αντιφατικές πτυχές του χαρακτήρα του[6]      και ο Γιώργος Παγουλάτος ανέλυσε την ελληνική ιδιαιτερότητα (exceptionalism) που έχει πολιτισμικές ρίζες και αποτυπώθηκε  στη διαρκή απόκλιση της ελληνικής οικονομικής πολιτικής από τον ευρωπαϊκό κανόνα.[7]

 

Όμως σήμερα, μπροστά στην κοινή απειλή φαίνεται ότι η κοινωνία μας βγάζει προς τα έξω τον καλό της εαυτό. Με άλλα λόγια οι αγκυλώσεις , τις οποίες διεκτραγωδούν όλες σχεδόν οι επιστημονικές αναλύσεις και η λογοτεχνία μας, εμφανίζονται μεν και σήμερα περιστασιακά, αλλά δεν καθορίζουν τη συνολική εικόνα.

Σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι η κοινωνία τιθασεύει τον άναρχο «αντισυστημισμό» της – με εξαιρέσεις πάντοτε: Επιχειρήσεις και πολίτες συμμορφώνονται με τις υποδείξεις της πολιτικής προστασίας, μολονότι οι απώλειες εισοδημάτων  ιδίως στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι αμελητέες. Τα συνδικάτα δεν προβάλλουν ανεδαφικές απαιτήσεις.  Οι ιδιωτικές χορηγίες για τα νοσοκομεία (και την άμυνα) είναι εντυπωσιακές. Η προσαρμογή των μικρομεσαίων επίσης. Γενικά αναπτύσσονται ποικίλες μορφές αλληλεγγύης π.χ. σε επίπεδο γειτονιάς ή ευρύτερης οικογένειας. Ο εθελοντισμός δίνει το δικό του παρόν.  Με τον τρόπο αυτό τα άτομα ξεπερνούν τις συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης που συνιστούν οι γιατροί («μείνετε σπίτι»). Το κοινωνικό κλίμα  δεν χαρακτηρίζει μόνον ο φόβος, αλλά και μια διάθεση αλληλεγγύης. Τέτοια κινητοποίηση για ένα κοινό σκοπό μπορεί πράγματι μόνο το κράτος να πετύχει, όταν βεβαίως λειτουργεί αποτελεσματικά και εκπέμπει αξιοπιστία, δηλαδή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Και πάντως, sine qua non για  την  υπέρβαση των δυσκολιών παραμένει η συνείδηση της κοινής μοίρας , η επίκληση των ριζών, η  αίσθηση της κοινής απειλής για την εθνική κοινότητα. Αυτά είναι τα πολιτισμικά μας αλεξίσφαιρα.

Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις διαταραγμένων ατόμων, περιθωριακών μικροομάδων, δυστυχώς ακόμα και μερικών ΜΚΟ,  καθώς και παραβατικές συμπεριφορές «ξύπνιων» επιχειρηματιών που συμπεριφέρονται ως λαθρεπιβάτες  στις κρίσιμες αυτές στιγμές. Σημειώστε τη λέξη λαθρεπιβάτες γιατί θα την χρειασθούμε και στο μέλλον! Είναι συνώνυμη του τζαμπατζή. Υποδηλώνει το άτομο που δεν τηρεί ένα γενικό κανόνα νομίζοντας ότι έτσι αντλεί κάποιο όφελος σε βάρος του συνόλου. Εμβληματικός σχετικά είναι ο «στρατηγικός κακοπληρωτής». Η απαξίωση των ευφάνταστων συμπεριφορών λαθρεπιβάτη, που μας ταλαιπώρησαν ιδιαίτερα στο παρελθόν και εξηγούν εν μέρει την κρίση, θα πρέπει να γίνει κεντρικό  στοιχείο μιας νέας ηθικής!

Όσα βιώνουμε  διαψεύδουν, έστω σε έκτακτες συνθήκες,  την υπόθεση ότι οι πολίτες γενικά δεν εμπιστεύονται το κράτος, την πολιτική, τους κεντρικούς θεσμούς. Σήμερα, η κοινωνία γενικά δείχνει ότι εμπιστεύεται την πολιτική και την επιστήμη. Ίσως σε αυτό συμβάλλουν, μεταξύ άλλων,  η αποφασιστικότητα και η διαχειριστική επάρκεια της κυβέρνησης αλλά και το γεγονός ότι επιστράτευσε την επιστήμη, η οποία με τη σειρά της  δεν εκπέμπει διαφορετικά μηνύματα.  Μέχρι τώρα. Η κυβέρνηση θα πρέπει πάντως στο μέλλον να αποφύγει οτιδήποτε θα κατέστρεφε την εμπιστοσύνη που  γεννιέται σε αυτή την κρίση, π.χ. αφήνοντας να παρεισδύσουν πελατειακές πρακτικές με τις χαρακτηριστικές τους  επιλεκτικές εύνοιες.

Αναμφίβολα, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού έχουν επώδυνες συνέπειες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όμως, νομίζω ότι σημαντικότερες μπορεί να  αποδειχθούν οι συνέπειες για την κουλτούρα μας – τις αξίες, ιδέες, εθισμούς και συμπεριφορές. Είναι αναρίθμητες οι εκκλήσεις στους πολίτες να συμπεριφερθούν υπεύθυνα και  αλληλέγγυα, να αναλογισθούν το μερίδιο της ατομικής ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου, να συμμορφώνονται στις οδηγίες της Πολιτείας, να συνεργάζονται με τις αρχές όταν πρέπει να διεκπεραιώνουν υποθέσεις τους. Συναφώς τονίζεται η   κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων.

Ποιος ξέρει; Μετά από μια μακρά περίοδο έξαρσης του ατομικισμού  ίσως ανανεώσουμε σε μόνιμη βάση τη σημασία της αλληλεγγύης, της καλώς εννοούμενης λιτότητας, της ηθικής του καθήκοντος. Αυτό θα ήταν μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή. Αν  επέλθει,  τότε ναι, όπως θα έλεγε ο Νίκος Πορτοκάλογλου, «θα περάσει κι΄ αυτό!».

 

[1] Τράπεζα της Ελλάδος  Έκθεση του Διοικητή για το 2019. Αθήνα 2020

[2] Βλ. Πάνος Καζάκος  Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2019, εκδόσεις Καθημερινής, Αθήνα 2019

[3] Ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, 2.3. 2010

[4] Θάνος Βερέμης Δόξα και αδιέξοδα, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2016

[5] Κώστας Κωστής Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας, εκδόσεις  Πατάκη, Αθήνα 2018

[6] Μαρία Ευθυμίου Μόλις λίγα χιλιόμετρα . Ιστορίες για την ιστορία , εκδόσεις Πατάκη  Αθήνα 2019..

[7] Γιώργος Παγουλάτος  Το νησί που φεύγει, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2016.