Η κρίση στη διεθνή οικονομία – Η αποσύνδεση του δολλαρίου από τον χρυσό και η μετεξέλιξη του συστήματος του Bretton Woods

Δημοσιεύθηκε στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ , 21.01.2019

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι νικήτριες δυνάμεις απέφυγαν τα καταστροφικά λάθη της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που αποδιάρθρωσε την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οικοδόμησαν ένα σύστημα πολυμερούς οικονομικής συνεργασίας μεταξύ κρατών, που είχε τον διπλό στόχο να ανταπεξέλθει στην πρόκληση του σοσιαλισμού και να αποτρέψει εμπορικούς πολέμους και ανταγωνιστικές υποτιμήσεις που είχαν σημαδέψει την παγκόσμια οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930.

Η αρχή έγινε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, που ήταν οι δύο βασικοί θεσμοί τους οποίους διαπραγματεύθηκαν οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπειτα από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις (1943-1945) και συμφώνησαν τελικά στο Bretton Woods. Η συμφωνία εκείνη στηριζόταν αρχικά στην οικονομική δύναμη των ΗΠΑ και στο νόμισμά τους. Στους δύο θεσμούς προστέθηκε σύντομα και η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT, 1948, την οποία διαδέχθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου το 1994) που υπηρετούσε τη χαλάρωση των δασμών και την απαγόρευση εμπορικών διακρίσεων.

Σε συνδυασμό με περαιτέρω πρωτοβουλίες κυρίως των ΗΠΑ (σχέδιο Μάρσαλ, δημιουργία του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, που ήταν πρόδρομος του ΟΟΣΑ), την παραίτηση από αποζημιώσεις για τις καταστροφές του πολέμου κ.ά., η Ευρώπη και η Ιαπωνία εντάχθηκαν στο νέο σύστημα και εισήλθαν σε μια περίοδο αυξανόμενης ευημερίας, που με τη σειρά της άμβλυνε τους εσωτερικούς κοινωνικούς κλυδωνισμούς.

Η μεταπολεμική οικονομική φιλοσοφία

Οι νομισματικοί κανόνες ήταν μια χαρακτηριστική πτυχή του συστήματος και της οικονομικής φιλοσοφίας. Κύριος στόχος τους ήταν να αποτρέψουν επιθετικές υποτιμήσεις που είχαν αποδιοργανώσει την παγκόσμια οικονομία στον Μεσοπόλεμο και ευνοούσαν έναν άναρχο παρεμβατισμό του τύπου «κάνε επαίτη τον γείτονα». Για να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν σε μια σταθερή ισοτιμία του δολαρίου με τον χρυσό και, στη συνέχεια, των λοιπών εθνικών νομισμάτων ως προς το δολάριο. Οι ΗΠΑ, που εμφάνιζαν τότε μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, από τη μία πλευρά τα «ανακύκλωναν» με επενδύσεις και βοήθεια στο εξωτερικό (τη διαδικασία ανακύκλωσης περιγράφει με πυκνές πινελιές ο Γιάνης Βαρουφάκης στο «Παγκόσμιος Μινώταυρος», 2012) και, από την άλλη, δεσμεύθηκαν να ικανοποιούν κάθε αίτημα μετατροπής δολαρίων σε χρυσό. Αυτή ήταν η «αρχή της μετατρεψιμότητας».

Τι σήμαιναν όλα αυτά πρακτικά; Με απλά λόγια, ότι οι χώρες δεσμεύθηκαν να μην υποτιμούν τα νομίσματά τους και να συγκρατούν τις ισοτιμίες εντός των προκαθορισμένων περιθωρίων διακύμανσης. Αν όμως μια χώρα εμφάνιζε «θεμελιώδη ανισορροπία» στις εξωτερικές συναλλαγές της, τότε μπορούσε να υποτιμήσει το νόμισμά της ύστερα από έγκριση του ΔΝΤ.

Συμπληρωματικά, τα συμβαλλόμενα μέρη προίκισαν το ΔΝΤ με πόρους μέσω δικών τους συνεισφορών (quotas) ώστε να έχει τη δυνατότητα να παρέχει δάνεια στις χώρες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες, τα οποία όμως έπρεπε να αποπληρωθούν. Δεν ήταν βοήθεια με την κλασική σημασία του όρου. Τα δάνεια συνόδευαν όροι που έθετε το Ταμείο για την οικονομική πολιτική τους (αρχή της αιρεσιμότητας, conditionality). Οι αντιλήψεις γι’ αυτούς ήταν κατά βάση «ορθόδοξες» με την εξής έννοια: Επιδίωκαν να εξαλείψουν ή να μειώσουν τα εξωτερικά ελλείμματα μέσω περικοπών στην κατανάλωση και αύξησης των ξένων, κυρίως αμερικανικών τότε επενδύσεων! Γενικά, το βάρος της προσαρμογής έφεραν οι χώρες με ελλειμματικά ισοζύγια, πράγμα που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό τους.

Απόπειρες μετασχηματισμού

Σημάδια μιας επερχόμενης νομισματικής κρίσης εμφανίστηκαν ήδη προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, γιατί απλά τα δεδομένα άλλαζαν. Τον Αύγουστο του 1971, η αμερικανική κυβέρνηση διέκοψε την ελεύθερη μετατροπή του δολαρίου σε χρυσό και επέβαλε δασμούς στις εισαγωγές της. Ταυτόχρονα, ζήτησε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξαλείψουν ορισμένα εμπορικά εμπόδια που δυσκόλευαν τις εξαγωγές των ΗΠΑ, να συμμετάσχουν στις αμυντικές δαπάνες της Δύσης και να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους. Το ίδιο έτος έγινε απόπειρα διάσωσης των σταθερών ισοτιμιών με τη λεγόμενη Smithsonian Agreement για μια γενική αναθεώρηση των ισοτιμιών (που περιέλαβε και υποτίμηση του δολαρίου) και διεύρυνση των περιθωρίων διακύμανσης των εθνικών νομισμάτων. Ομως και αυτή η συμφωνία κατέρρευσε μέσα σε ένα χρόνο. Στις 12 Δεκεμβρίου 1972, η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποτίμησε εκ νέου το δολάριο ενώ η μία χώρα μετά την άλλη υιοθετούσε ένα σύστημα ελεγχόμενης διακύμανσης των ισοτιμιών (managed floating). Αυτό ήταν το τέλος των σταθερών ισοτιμιών, που κακώς ονομάστηκε τέλος του Bretton Woods.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί άλλαξε το σύστημα των ισοτιμιών, πρέπει να λάβουμε κατ’ αρχάς υπόψη τις αποκλίνουσες οικονομικές εξελίξεις των μεγάλων χωρών στο εσωτερικό των μεγάλων δυνάμεων: Οι ΗΠΑ έχαναν έδαφος στο παγκόσμιο εμπόριο, το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν σε πορεία αποβιομηχάνισης και οικονομικής εξασθένησης, ενώ αντίθετα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ιαπωνία αναπτύσσονταν γρήγορα και συσσώρευαν πλεονάσματα. Ολες δίσταζαν και καθυστερούσαν να αποφασίσουν τις προσαρμογές που τους αναλογούσαν.

Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε τον ρόλο της κινητικότητας του κεφαλαίου και των πολυεθνικών εταιρειών στην εξασθένηση του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών: Καθώς χαλάρωναν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, τεράστια ποσά μπορούσαν να μετακινηθούν από ένα νόμισμα σε άλλο. Μόνη η υποψία ότι μια χώρα μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμά της προκαλούσε έξοδο κεφαλαίων από αυτή για κερδοσκοπικούς λόγους. Από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε υποψία ή πρόταση για ανατίμηση του νομίσματος μιας χώρας λειτουργούσε ως καταλύτης για μαζικές εισροές κεφαλαίων σε αυτήν. Το υπέδαφος όλων αυτών ήταν, βέβαια, η αυξανόμενη απόκλιση των οικονομικών συνθηκών στις σπουδαιότερες χώρες του συστήματος.

Η εγκατάλειψη των σταθερών ισοτιμιών αφορούσε πρωτίστως μια πτυχή του συστήματος Bretton Woods, τις σταθερές ισοτιμίες. Οι υπόλοιπες πτυχές, συμπεριλαμβανομένων του ΔΝΤ, της GATT και της Παγκόσμιας Τράπεζας, θα επιβιώσουν, μολονότι θα υποστούν διάφορες προσαρμογές. Ενδεικτικά μόνο σημειώνω ότι στο πλαίσιο της GATT οργανώθηκε σειρά διαπραγματευτικών γύρων («γύρος Κένεντι», «γύρος Τόκιο» 1973-79 κ.ά.) για τη μείωση των δασμών και άλλων εμπορικών εμποδίων, ενώ το ΔΝΤ αναπροσανατόλισε τις δραστηριότητές του προς τις αναπτυσσόμενες χώρες και οι δυτικές, που είχαν θεσμικά το πάνω χέρι στις αποφάσεις του, ενέκριναν διαδοχικές αυξήσεις των πόρων του (quotas) ήδη στη δεκαετία του ’70.

Αμφισβήτηση των «ορθόδοξων» κανόνων

Τη δεκαετία του ’70 σημειώθηκαν αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, που δοκίμασαν και το νέο σύστημα. Οι μεγάλες δυτικές οικονομίες περιήλθαν σε μια κατάσταση στασιμοπληθωρισμού, ενώ οι πετρελαϊκές κρίσεις και η ανάδυση των λεγόμενων νεο-εκβιομηχανιζομένων χωρών ανέτρεψαν προϋπάρχουσες ισορροπίες. Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες περιήλθαν σε κρίση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι επείθοντο ολοένα και λιγότερο ότι τα προβλήματά τους μπορούσαν να λυθούν με «ορθόδοξα» μέτρα και απαίτησαν αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής τάξης.

Ειδικά, ο ρόλος του ΔΝΤ έγινε αντικείμενο οξύτατης κριτικής τόσο στις αναπτυσσόμενες χώρες όσο και από την ευρωπαϊκή Αριστερά. Κύρια σημεία της κριτικής ήταν ότι ευνοούσε «ορθόδοξες» πολιτικές ανοιχτών αγορών, ενώ οι περιστάσεις απαιτούσαν διαρθρωτικές παρεμβάσεις, π.χ. υποκατάσταση εισαγωγών (που όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων απέτυχαν στις μικρού και μεσαίου μεγέθους χώρες) και εκβιομηχάνισης. Επίσης, σύμφωνα με τους επικριτές, το ΔΝΤ επέβαλε πολιτικές λιτότητας εκεί όπου θα έπρεπε να υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, μια παγκόσμια κεϊνσιανή πολιτική. Στην Ελλάδα την άποψη αυτή υποστήριξε ο Αγγελος Αγγελόπουλος («Ενα παγκόσμιο σχέδιο για την απασχόληση», 1983).

Η πρόκληση εκείνη για τους κυριότερους θεσμούς της παγκόσμιας διακυβέρνησης αποδείχθηκε πρόσκαιρη, μολονότι η κλίμακα των προβλημάτων επέβαλε τελικά σημαντικές προσαρμογές τους. Η συνέχεια αποδείχθηκε εξίσου απρόβλεπτη: Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 κατέρρευσαν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα. Το ιδεολογικό κλίμα που επικράτησε στη Δύση αντανακλάται καλά στην πρόβλεψη του Francis Fukuyama («Το τέλος της ιστορίας», 1992) ότι ο κόσμος θα βίωνε τον θρίαμβο της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Εντούτοις, η συζήτηση για αλλαγές στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση δεν σταμάτησε έκτοτε, γιατί άλλαξαν οι δομές της παγκόσμιας οικονομίας με την ιλιγγιώδη επέκταση των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες μεταξύ άλλων διεύρυναν τις ευκαιρίες για φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή, συμβάλλουν στη διόγκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, προκαλούν αστάθεια και φορτώνουν το κόστος των αποτυχιών τους στα κράτη.