Αυξήσεις χωρίς μέλλον;

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, 1.2.2019

Η κυβέρνηση αποφάσισε να επισπεύσει την εφαρμογή των διαδικασιών για  την αύξηση του κατώτατου μισθού την οποία η ίδια είχε καθυστερήσει. Τυπικά όμως διατήρησε τη διαδικασία για τον προσδιορισμό του όπως ίσχυε με τον νόμο 4172/2013. Ο νόμος εκείνος είχε ορίσει ότι οποιασδήποτε υπουργικής απόφασης θα έπρεπε προηγηθεί διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, κατάθεση γνώμης από ανεξάρτητους φορείς και να ληφθούν υπόψη η κατάσταση της οικονομίας, οι προοπτικές ανάπτυξης, η πορεία της παραγωγικότητας, η ανεργία κ.α.

Οι αποφάσεις  που ανακοινώθηκαν επίσημα στις 19 Φεβρουαρίου 2019 μετέτρεψαν τη διαδικασία διαβούλευσης σε τελετουργία χωρίς νόημα γιατί οι «κοινωνικοί  εταίροι» (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ) δεν συμφώνησαν. Οι αποφάσεις συνοψίζονται ως εξής (βλ. λεπτομέρειες στην εφημερίδα τα Νέα 29.1.2019 κ.α.): Αύξηση του κατώτατου μισθού στον οποίο προστίθενται  τα επιδόματα τριετιών. Οι αυξήσεις αυτές παρασύρουν περαιτέρω επιδόματα (γάμου κλπ) που υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό, ενώ επιβαρύνουν τους αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες μέσω των ασφαλιστικών εισφορών τους.  Για τις επιχειρήσεις οι δαπάνες εξαιτίας του νέου κατώτατου μισθού θα είναι μεγαλύτερες γιατί ανεβαίνει και το ύψος των εργοδοτικών εισφορών. Επίσης με την ίδια απόφαση καταργείται ο υποκατώτατος μισθός για νέους του νόμου 4093/2012, που θα δουν ως εκ τούτου  μεγαλύτερες αυξήσεις.

Τα άμεσα οφέλη για πολλούς εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι προφανή. Θα δουν άμεσα σημαντική αύξηση των εισοδημάτων τους. Γεγονός είναι ότι η στήριξη των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων είναι αναγκαία.  Αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να εξετάσουμε  τις μεσο- ή μακροχρόνιες επιπτώσεις. Υπάρχει κίνδυνος τα οφέλη να εξανεμισθούν; Μπορούσε ο ίδιος στόχος να επιτευχθεί με άλλα μέσα ή να ενταχθεί σε μια φιλόδοξη στρατηγική ανάπτυξης;

Κατά τη γνώμη μου η κυβέρνηση, πρώτον, δεν εκτιμά σωστά πως λειτουργεί η πραγματική οικονομία. Η τελευταία μπορεί να λάβει αποφάσεις που εξουδετερώνουν το συνολικό όφελος για τους εργαζόμενους.  Για να ανταπεξέλθουν στις νέες επιβαρύνσεις οι μικρές ιδίως επιχειρήσεις,  που βρίσκονται ήδη σε οριακή κατάσταση και επιβιώνουν δύσκολα λόγω της γενικότερης κατάστασης και των φορολογικών βαρών, θα αναζητήσουν τρόπους διαφυγής, π.χ. αποφεύγοντας νέες προσλήψεις, περιορίζοντας την απασχόληση, επεκτείνοντας τη μερική και εκ περιτροπής απασχόληση ή καταφεύγοντας στην αδήλωτη («μαύρη») εργασία.  Ο κίνδυνος είναι λοιπόν να αυξηθεί η ανεργία και να χειροτερεύσουν οι συνθήκες εργασίας.

Δεύτερον, δεν εξετάσθηκαν σοβαρά εναλλακτικές δυνατότητες για τη βελτίωση των εισοδημάτων των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα π.χ. η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και των φορολογικών συντελεστών που θα αύξαινε το καθαρό εισόδημα χωρίς να προκαλεί προβλήματα επιβίωσης σε πολλές επιχειρήσεις.  Τέλος, επαναλαμβάνεται η προτίμηση φαινομενικά κοινωνικών μέτρων έναντι της οικονομικής λογικής, όπως είχε συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Π.χ. αποσυνδέει αυξήσεις μισθών από την παραγωγικότητα. Αυτό υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ήδη χαμηλή εμπιστοσύνη στην ελληνική πολιτική και, επομένως, εξασθενίζει τις προοπτικές ανάπτυξης.

Η  απόφαση της κυβέρνησης (μαζί με άλλες) ήταν μάλλον προϊόν εκλογικών-πολιτικών εκτιμήσεων παρά σαφούς και τεκμηριωμένη ανάλυσης των πιθανών επιπτώσεών της στην απασχόληση των νέων, στο επίπεδο της ανεργίας και στις αντοχές της οικονομίας. Περιορίζει την ευελιξία των επιχειρήσεων. Εκ των πραγμάτων δίνει συνέχεια σε μια πολιτική που χειροτερεύει τις συνθήκες λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα και στερεώνει ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ρύθμισης όπου το κράτος έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο και απειλεί ουσιαστικά την ήδη ασθενική ανάκαμψη της οικονομίας.

Advertisements