Μεταρρυθμίσεις σε μια ‘μπλοκαρισμένη κοινωνία’

Πρόλογος στο βιβλίο του Σκάλκου, Δ. Αλλάζει η Ελλάδα; Η πολιτική οικονομία των μεταρρυθμίσεων, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, σελ.  11-27.

Στο ανά χείρας κείμενο ο Δημήτρης Σκάλκος προσεγγίζει συνοπτικά σειρά ερωτημάτων σχετικά με τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες. Εκκινεί από μια φιλελεύθερη οπτική. Αποδελτιώνει την ακαδημαϊκή έρευνα για να εξηγήσει ή κατανοήσει όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα της κρίσης και των Μνημονίων.

Ουσιαστικά, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι στη χώρα επιχειρείται  ένα είδος «έξωθεν ωθούμενου εκσυγχρονισμού»  θεσμών και δομών που όμως προσκρούει στους περιβόητους εσωτερικούς παράγοντες. Αυτούς αναδείχνει ο συγγραφέας (βλ. πιο κάτω).

Παραβλέποντας εν μέρει τις ιδιαιτερότητες διαφορετικών περιόδων, σημειώνω ότι ένας παρόμοιος και πάλι έξωθεν ωθούμενος εκσυγχρονισμός επιχειρήθηκε στο πλαίσιο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα από το 1947. Όπως έχω περιγράψει σε διάφορες ευκαιρίες, τότε όπως και σήμερα, δεν χορηγήθηκε απλά βοήθεια για να τη διαχειριστούν εν λευκώ οι έλληνες πολιτικοί, αλλά η βοήθεια συνδέθηκε με όρους και εποπτεία, πράγμα που προκάλεσε τριβές με τους  πολιτικούς και τμήματα της οικονομικής ελίτ και της γραφειοκρατίας. Οι όροι στόχευαν στην οικονομικά αποτελεσματική χρήση της βοήθειας και ειδικότερα στη δημιουργία τυπικών θεσμών μιας οικονομίας της αγοράς και όχι στην αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος που απασχολούσε μεγάλο μέρος του ελληνικού κατεστημένου.

Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και σήμερα: Η βοήθεια των θεσμών χορηγείται υπό την εποπτεία τους συνδέεται με όρους οικονομικής και θεσμικής πολιτικής («αιρεσιμότητα») που αφορούν σε ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών πολιτικής – δημοσιονομική διαχείριση, συνταξιοδοτικό σύστημα, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικό σύστημα, δικαιοσύνη κλπ. Επομένως δεν πρόκειται για μεμονωμένες αλλαγές. Επιζητείται κατ’ ουσίαν  να επέλθει «καθεστωτική αλλαγή», δηλαδή μετάβαση από τον εσωστρεφή πελατειακό καπιταλισμό της μεταπολίτευσης σε μια  ανοιχτή οικονομία και κοινωνία που θωρακίζεται με  κατάλληλους θεσμούς.

Σε πιο τεχνική – οικονομική διατύπωση, οι μεταρρυθμίσεις των Μνημονίων επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των «αποτυχιών του κράτους»: Σε αυτές εντοπίζουμε πράγματι τα μεγαλύτερα προβλήματα και όχι στις αποτυχίες των αγορών, που είναι βέβαια υπαρκτές, αλλά δεν μας αφορούν κατά τον βαθμό που οι αγορές προϊόντων (βλ. ενέργεια) και υπηρεσιών  ήταν κρατικά κηδεμονευόμενες ή, λιγότερο αιχμηρά, είχαν υπαχθεί στην πολιτική διαδικασία συναλλαγών.

Οι προσαρμογές που συνιστούν τα μνημόνια  έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με παγιωμένες πρακτικές και συμπεριφορές, κληροδοτημένους τυπικούς θεσμούς και ιδεοληψίες. Το εύρος των αλλαγών εξηγεί εν πολλοίς και την ένταση των δυσκολιών στις οποίες προσκρούουν. Όπως είχε υποστηρίξει ο  Douglas North  και μας υπενθυμίζδει ο Δ. Σκάλκος, «όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των κανόνων που αλλάζουν, τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των χαμένων και συνεπώς των αντιτιθέμενων.» Επιμένω στον συστημικό ή καθεστωτικό χαρακτήρα της αλλαγής γιατί εξηγεί εν πολλοίς τα προβλήματα «μετάβασης» που αντιμετωπίζουμε – τα χαοτικά χαρακτηριστικά της δημόσιας πολιτικής.

Τηρουμένων των αναλογιών η ιστορική διαδικασία που βιώνουμε σήμερα έχει αρκετές ομοιότητες προς τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού με τη χαρακτηριστική τους ακραία εκδοχή κρατικισμού. Ο ελληνικός κρατικισμός είναι βέβαια ηπιότερος σε σύγκριση με εκείνους για τον απλό λόγο ότι συνδυάσθηκε με δημοκρατικούς θεσμούς, την ένταξη στην ΕΕ και ικανά στοιχεία οικονομίας της αγοράς. Αλλά το κράτος με τους δαιδαλώδεις μηχανισμούς παρέμβασης και ρύθμισης βρισκόταν στο κέντρο της οικονομίας. Δεν σχεδίαζε «κεντρικά», αλλά προστάτευε συγκεκριμένες ομάδες, αναδιένειμε αδιαφανώς πόρους και δημιουργούσε στρεβλώσεις στις αγορές.  Επιπλέον, ο ελληνικός κρατισμός που συνυφάνθηκε με λαϊκιστικές πολιτικές και θηριώδη δανεισμό είχε ευρεία αποδοχή. Ουσιαστικά οι κύριες πολιτικές δυνάμεις πλειοδοτούσαν στην επέκταση των παροχών, των υπηρεσιών, των ευνοιών.

Βιβλία όπως αυτό προστίθενται σε πολλά άλλα που προηγήθηκαν (Αρίστος Δοξιάδης, Γιώργος Μπήτρος, Δημήτρης  Ιωάννου, Τάκης Παππάς κ.α.). Οι συγγραφείς, μολονότι ορμώμενοι από εν μέρει διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και εμπειρίες  περιγράφουν και εξηγούν την ελληνική κρίση, υποστηρίζουν την ανάγκη για βαθιές μεταρρυθμίσεις και αντιτάσσονται στη λεγόμενη «προοδευτική» κριτική των κατά βάση φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που ήταν ο πυρήνας της αντιμνημονιακής έξαρσης και ιδιαίτερα ηχηρή μέχρι την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου από κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο 2015.

Οι περισσότερες προοδευτικές κριτικές των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που κωδικοποιήθηκαν εν πολλοίς στα Μνημόνια μάλλον υπερασπίζοταν και συνεχίζουν να υπερασπίζονται υφιστάμενες καταστάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει η προσοδοθηρία, η διαφθορά, η αδιαφάνεια και η αναποτελεσματική χρήση ανθρώπινων και υλικών πόρων, παρά ανταποκρίνονταν σε κάποιο αποσαφηνισμένο σοσιαλιστικό όραμα.  Τούτο ήταν εμφανέστερο όταν καταγγέλλονταν μέτρα πολιτικής ως νεοφιλελεύθερα ακόμα και όπου είχαμε απλώς εκλογίκευση της κρατικής παρέμβασης, π.χ. όταν αντικαταστάθηκε το επίδομα ανεργίας με επιδοτούμενη απασχόληση. Με τον τρόπο αυτόν εμποδίσθηκε μια πραγματιστική προσέγγιση των μεταρρυθμίσεων.

Τέλος, μεγάλο μέρος της «προοδευτικής» ανάλυσης επικεντρώθηκε στις αποτυχίες της αγοράς (ανισότητες, μονοπωλιακές τάσεις, αγνόηση εξωτερικών επιπτώσεων κτλ.), οι οποίες είναι υπαρκτές, ειδικά μάλιστα όταν οι αγορές είναι ασύδοτες, αλλά παραμένει τυφλό ή απλώς ηθικολογεί όταν πρόκειται για το κράτος και για τα δικά του εγγενή προβλήματα, τα οποία οδηγούν επίσης σε «αποτυχίες». Δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία του υγιούς ανταγωνισμού για την ποσότητα και την ποιότητα των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών, δεν συζητά σοβαρά ζητήματα γραφειοκρατίας, πολιτικού καιροσκοπισμού, κρατικών μονοπωλίων και θεσμών προσοδοθηρίας σε βάρος του συνόλου κτλ.

3.

Ο Δημήτρης Σκάλκος διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι μια «μπλοκαρισμένη κοινωνία», υιοθετώντας έναν όρο του  Άντονι Γκίντενς κατά τον οποίο «μπλοκαρισμένη» είναι μια κοινωνία όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές. Η Ελλάδα, γράφει, είναι ένας τύπος κοινωνίας που αναγνωρίζει αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να υπερβεί τα δομικά της προβλήματα. Συμφωνώντας ο Δ. Σκάλκος παραπέμπει σχετικά σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (6.11.2015), σύμφωνα με την οποία το 74% των ερωτηθέντων ελλήνων πολιτών τοποθετείται θετικά απέναντι στις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία (αντίστοιχα υψηλά ήταν τα ποσοστά σε προηγούμενες μετρήσεις).  Εν τούτοις, γράφει, σε όλη τη χρονική διάρκεια της κρίσης  είναι διάχυτη στο κοινωνικό σώμα η απόρριψη σχεδόν του συνόλου των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων (και συμφωνηθέντων στα Μνημόνια), όπως εκφράστηκε με τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων, το πλήθος των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας και κορυφώθηκε με το εκκωφαντικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου 2015. Πως εξηγούνται όλα αυτά;

Στη δημόσια συζήτηση  οι ελληνικές εμπειρίες – τόσο η πορεία προς την κρίση, όσο και η σύγχυση που ακολούθησε μέχρι σήμερα- ανατέμνονται από διαφορετικές οπτικές γωνιές. Ξεχωρίζουμε κάπως σχηματικά τις θεσμικές, τις πολιτισμικές και τις πολιτικές. Οι τελευταίες είτε τονίζουν τον ρόλο των αξιωματούχων, είτε τις επιπτώσεις «κακών πολιτικών επιλογών» (ή της αδράνειας). Από καιρό προτείνονται και  συνθετικές προσεγγίσεις. Σε όλες τις κριτικές οι κρατικοί θεσμοί και τα ιδεολογήματα που κυριάρχησαν κατέχουν προνομιακή θέση.

Ο σ. απορρίπτει τις απλουστευτικές εν τέλει εξηγήσεις που αποδίδουν όσα συνέβησαν πριν από την κρίση και συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της σε ανικανότητα, άγνοια ή «λάθη» των πολιτικών αξιωματούχων. Και, πράγματι, λάθη που επαναλαμβάνονται δεν είναι λάθη αλλά οφείλονται σε εμπεδωμένους τρόπους σκέψεις και στο θεσμικό περιβάλλον εντός του οποίου τα πρόσωπα δρουν.

Βασική θέση του Δημήτρη Σκάλκου είναι, λοιπόν, ότι η ελληνική κρίση και οι δυσκολίες αντιμετώπισής της οφείλονται σε θεσμική αποτυχία, αν και δεν παραγνωρίζει   τον ρόλο της κουλτούρας στην οικονομική διαδικασία (κάποια στιγμή παραπέμπει στην έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου») και των ιδεοληψιών. Όμως,  θεωρεί περισσότερο πειστικές τις ερμηνείες που εστιάζουν στη θεσμική αρχιτεκτονική ως καθοριστικού παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη. Σε μία από αυτές οι πολιτικοί οικονομολόγοι Daron Acemoglu και James Robinson, προτείνουν τη διάκριση των συστημάτων ανάμεσα σε αυτά που οργανώνονται γύρω από συμμετοχικούς (inclusive) και σε εκείνα που λειτουργούν με   «εκμεταλλευτικούς» (extractive) θεσμούς. Οι πρώτοι ενθαρρύνουν τον οικονομικό ανταγωνισμό και την συμμετοχή των πολιτών στην οικονομική ζωή. Οι δεύτεροι κατανέμουν οφέλη και κατευθύνουν προσόδους σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Οι συμμετοχικοί θεσμοί μεσοπρόθεσμα υπονομεύουν τις δοσμένες ισορροπίες ισχύος καθώς  επιτρέπουν τη μη-κατευθυνόμενη καινοτομική δράση ενθαρρύνοντας τις διαδικασίες «δημιουργικής καταστροφής». Αντίθετα, οι εκμεταλλευτικοί θεσμοί αναπαράγουν τις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δομές.

Συναφώς, ο Δ. Σκάλκος  εκτιμά ότι η σημερινή κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας συνιστά πρώτιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «θεσμικής αποτυχίας» (institutional failure). Πλήθος θεσμικών ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας  έχουν καταγραφεί από διεθνείς οργανισμούς (ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.ά.). Η ελληνική οικονομία, προσθέτει, εμφανίζεται να υστερεί στην παγκόσμια κατάταξη της οικονομικής ελευθερίας (πχ. στις ετήσιες εκθέσεις Index of Economic Freedom του Heritage Foundation), όπου καταγράφονται σημαντικές θεσμικές υστερήσεις στην ποιότητα της γραφειοκρατίας, την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, κ.λπ.

Ενδιαφέρον έχει σχετικά η επισήμανση του σ. ότι οι πολίτες δεν είναι ανίσχυροι απέναντι σε αναποτελεσματικούς θεσμούς, αλλά συχνά οι βρίσκουν διάφορους τρόπους να παρακάμπτουν. Αντλεί σχετικά από τη θεωρία του Albert O. Hirschman.  Έτσι πχ., η χρόνια υποβάθμιση των υπηρεσιών δημόσιας υγείας δεν οδήγησε στην άσκηση πιέσεων για την αναβάθμισή τους. Αντίθετα, οι πολίτες κατευθύνθηκαν προς τις ιδιωτικές υπηρεσίες περίθαλψης και για τις οποίες σήμερα δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους συγκριτικά με τις χώρες του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα, η υποβάθμιση του συστήματος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν οδήγησε στην μεταρρύθμισή του αλλά στην αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης για εξωσχολική/φροντιστηριακή υποστήριξη. Η «διαφωνία» των ελλήνων πολιτών για την αναποτελεσματικότητα των δημόσιων οργανισμών και υπηρεσιών ξεθύμαινε με την «αποχώρησή» τους (με την εξαίρεση βέβαια των,  στερούμενων της απαιτούμενης οικονομικής ή πολιτικής δύναμης, εγκλωβισμένων), ενώ οι δημόσιοι οργανισμοί μπορούσαν να συνεχίζουν ανεμπόδιστα την αναπαραγωγή τους χρηματοδοτούμενοι από τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και το υψηλό δημόσιο χρέος.

Η κρίση έκλεισε παλαιές μορφές διαφωνίας και διαφυγής και άνοιξε καινούργιες, με σπουδαιότερες τη μετανάστευση ειδικευμένων (γιατρών, μηχανικών κλπ)  προς τις δυτικές χώρες και τη μεταφορά εδρών επιχειρήσεων σε γειτονικές. Αυτές μπορεί να λύνουν ατομικά ή οικογενειακά προβλήματα επιβίωσης, αλλά χειροτερεύουν την οικονομική κατάσταση.

Τώρα, ο συγγραφέας εξετάζει πολλά ειδικότερα ερωτήματα: τη σχέση κρίσης και μεταρρυθμίσεων, τον ρόλο των οργανωμένων συμφερόντων, τις κυρίαρχες ιδέες, τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας, τη σημασία της εξωτερικής συνδρομής, την κατανομή του κόστους των μεταρρυθμίσεων και τις διαθέσιμες στρατηγικές.  Στη συνέχεια αναφέρομαι επιλεκτικά σε ορισμένα από αυτά παραπέμποντας για τα υπόλοιπα στο ίδιο το κείμενο.

Πρώτα στη σχέση κρίσης και μεταρρυθμίσεων. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί να αποφασίσουν οι πολιτικοί να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που έχουν υψηλό πολιτικό κόστος, αν δεχτούμε όπως προτείνει η δημόσια επιλογή, ότι απλώς ενδιαφέρονται για την επανεκλογή τους και έχουν πεισθεί από τις εμπειρίες τους ως τώρα ότι οι πρακτικές που εφαρμόζουν αποδίδουν εκλογικά ή ανταποκρίνονται στις (ανομολόγητες) αξίες της πλειοψηφίας;

Στο ερώτημα αυτό μια απάντηση προσφέρει η θεωρία της κρίσης. Σύμφωνα με αυτή, οικονομικές κρίσεις είτε διευκολύνουν είτε προκαλούν ευθέως (οικονομικές) μεταρρυθμίσεις, ενώ δεν αναμένονται τολμηρές αποφάσεις σε περιόδους υψηλών ή και μέτριων ρυθμών μεγέθυνσης, που κάνουν δυνατή την ικανοποίηση πάσης φύσεως αιτημάτων.

Όσον αφορά τον μηχανισμό μέσω του οποίου μια κρίση οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις (ή, απλούστερα, όσον αφορά το ερώτημα γιατί η κρίση προκαλεί μεταρρυθμίσεις), υπάρχουν διαφορετικές, εν μέρει επικαλυπτόμενες υποθέσεις. Μία είναι ότι σε συνθήκες κρίσης η πολιτική ηγεσία μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι κάτι πρέπει να γίνει για να αποφευχθεί η καταστροφή. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι πολιτικοί μπορεί να ενδιαφερθούν για το γενικό καλό. Τα κίνητρά τους είναι μεικτά και δεν εξαντλούνται απλώς στο άμεσο προσωπικό (πολιτικό ή οικονομικό) συμφέρον. Οι περιστάσεις (αυξανόμενη ανεργία, υπερχρέωση και στασιμότητα) θα τους οδηγήσουν σε συνεργασία με τεχνοκρατικούς πόλους και θα τους πείσουν ότι οι αποτυχημένες πολιτικές δεν μπορούν να συνεχιστούν.

Η αφετηρία της δημόσιας επιλογής διαφέρει. Σύμφωνα με αυτή, οι κρίσεις προσφέρουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για αλλαγές μακράς πνοής σε αρτηριοσκληρωτικές κοινωνίες, γιατί ο φόβος ή η εμφάνιση μιας κρίσης μπορεί να μετατοπίσει τις προτεραιότητες μιας αγχωμένης κοινής γνώμης, ιδιαίτερα στον «μεσαίο χώρο» και στον περίγυρό του, να αποδυναμώσει πανίσχυρες συντεχνίες και γενικότερα να εξασθενίσει την αντιπολίτευση σε μεταρρυθμίσεις. Μπορεί π.χ. να παρακινήσει οργανωμένα συμφέροντα να αναγνωρίσουν ότι «συμφέρει» να σταματήσουν τώρα τον «πόλεμο χαρακωμάτων» (war of attrition) και να δεχτούν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα φέρουν σημαντικά οφέλη στο μέλλον.

Έχει διατυπωθεί ακόμα η υπόθεση ότι η κρίση επηρεάζει την πολιτική μέσω του πολιτισμικού κλίματος: Η κρίση αναδεικνύεται ως η ιστορική στιγμή, στην οποία αρχίζουν να αλλάζουν τα συστήματα αξιών και δημιουργείται μια νέα ηθική σε πολίτες και πολιτικούς. Αυτή είναι η υπόθεση του Federico Rampini. Σε μια κατάσταση κρίσης μπορεί να αναγνωριστεί η πίστη στη συλλογική δράση, η σημασία της λιτότητας (όπως περίπου την έβλεπε διορατικά ο Enrico Berlinguer τη δεκαετία του ’70), της αλληλεγγύης και της θυσίας, και να ενδυναμωθεί το αίτημα για ένα κράτος που οφείλει να δρα για το σύνολο και όχι για να ικανοποιεί άναρχα επιμέρους αιτήματα.

Η αντίθετη προς τις προηγούμενες υπόθεση είναι ότι μια κρίση δυσκολεύει μάλλον παρά ευνοεί το μεταρρυθμιστικό έργο. Στην a priori ανάλυση ένας λόγος είναι ότι περιορίζει τις δυνατότητες μιας κυβέρνησης να αποζημιώσει όσους θίγονται από τις μεταρρυθμίσεις, ένας άλλος ότι σκληραίνει η στάση αποφασιστικών παραγόντων της δημόσιας ζωής, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν αποφάσεις (άτυποι veto players). Στην κρίση ενεργοποιούνται τα αμυντικά ανακλαστικά των διαφόρων παικτών που αναπτύσσουν μη αλληλέγγυες στρατηγικές και επιχειρούν να φορτώσουν το κόστος σε άλλους. Οι κοινωνικές διαιρέσεις εντείνονται (αύξηση των ανέργων, περιθωριοποίηση, φτώχεια) και επηρεάζουν την πολιτική σταθερότητα. το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αλλεπάλληλες και απρόβλεπτες κρίσεις και επικίνδυνες πολιτειακές αλλοιώσεις.

Η εμπειρική έρευνα δεν βοηθά να επιλέξουμε με ασφάλεια και βεβαίως υπάρχουν παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη μια ή την άλλη υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου τα ευρήματά της δεν επαρκούν για να μας οδηγήσουν στη βεβαιότητα ότι μετά από κρίσεις αναδύεται μια νέα θετική δυναμική. Πιθανόν οι αντιδράσεις στην κρίση εξαρτώνται από σειρά ολόκληρη πολιτικών «μεταβλητών» – από την πολιτειακή δομή, τους θεσμούς διευθέτησης συγκρούσεων συμφερόντων και την ιστορία τους σε σταθερές δημοκρατίες, τις πολιτικές παραδόσεις, τη «θεά τύχη» με τη μορφή μιας μεταρρυθμιστικής ηγεσίας κ.ά. Ο Δημήτρης Σκάλκος σημειώνει ότι η Ελλάδα διαψεύδει μέχρι σήμερα την υπόθεση της «καλής κρίσης» καθώς η σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης δεν οδήγησε σε αποδοχή και υιοθέτηση των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων. Κατά τη γνώμη του μάλιστα, στην αποτυχία συνέβαλαν και τα ελαττώματα των προγραμμάτων προσαρμογής που παραγνώρισαν τις εσωτερικές ισορροπίες και την κοινωνικο-οικονομική δομή της χώρας. Έτσι, στο μακρο-οικονομικό επίπεδο, η παρουσία λιγότερων «παικτών αρνησικυρίας» (veto players) επέτρεψε την εφαρμογή κυρίως δημοσιονομικών μέτρων. Αντίθετα, οι επιχειρούμενες αλλαγές στο επίπεδο της μικρο-οικονομίας αποδείχθηκαν σημαντικά δυσκολότερες καθώς οι «παίκτες» υπήρξαν περισσότεροι, πολιτικά οργανωμένοι και το κόστος γι’ αυτούς ήταν υψηλό.

Οι τελευταίες παρατηρήσεις επιτρέπουν τη μετάβαση στο επόμενο θέμα: Το συντεχνιακό φαινόμενο έχει κεντρική θέση σε όλες τις πολιτικές και πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις.

Η κυριαρχία των οργανωμένων ομάδων συμφερόντων που επιζητούν τον προσπορισμό οικονομικών προσόδων οδηγεί συχνά στην «αιχμαλωσία του κράτους» (state capture), δηλαδή  στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από την επιτυχή άσκηση επιρροής στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής και ειδικότερα του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου). Όταν μάλιστα τα ειδικά συμφέροντα κυριαρχούν αδιάλειπτα και για μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλούν «θεσμική σκλήρωση»: Παρεμποδίζουν κάθε αλλαγή που θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους, αλλά επιβάλλεται λόγω της οικονομικής εξασθένισης ή αλλαγής του διεθνούς περιβάλλοντος.

Στην Ελλάδα, η δημόσια συζήτηση εστίασε στον ρόλο του παραδοσιακού πελατειακού συστήματος – στις σχέσεις ανταλλαγής δηλαδή μεταξύ μεμονωμένων πολιτών και οικογενειών με τους πολιτικούς. Ουσιαστικά εννοούμε εδώ εξατομικευμένες εκδουλεύσεις έναντι ψήφων που ευνοούνται από διάφορους κανόνες του πολιτικού παιγνίου («σταυρός», υπουργική ασυλία, κανόνες δημοσίων προμηθειών κλπ). Αυτό πράγματι συμβαίνει σε ευρεία κλίμακα. Αλλά, παράλληλα πολλαπλασιάστηκαν, εμπεδώθηκαν  και δραστηριοποιούνται στη χώρα ομάδες συμφερόντων που είναι σε θέση να επιζητούν προνομιακή μεταχείριση και να την πετυχαίνουν. Αυτές εννοούμε με τον όρο «συντεχνίες» που ήταν ιδιαίτερα ισχυρές σε κρατικά μονοπώλια και Δημόσια Διοίκηση. Στην περίπτωσή τους πράγματι αντιστρέφεται η σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικών, με τις συντεχνίες να έχουν το πάνω χέρι ή και να κρατούν τους πολιτικούς σε ομηρεία. Το έχει εξηγήσει καλά ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου. Σε δυσμενείς οικονομικούς καιρούς, όπου το συνολικό επίπεδο της προσόδου μειώνεται, επιδίδονται σε έναν «πόλεμο φθοράς» (war of attrition) προκειμένου να αποτρέψουν επώδυνες για αυτές μεταρρυθμίσεις.

Όσον αφορά τις κυρίαρχες ιδέες, ο Δ. Σκάλκος  ανανεώνει την κριτική στην διανόηση και στα ΜΜΕ που συνέβαλαν γενικά στη δημιουργία ενός αντιφιλελεύθερου πνευματικού κλίματος. Οι διανοούμενοι, γράφει συνοψίζοντας μια απέραντη βιβλιογραφία και τις φιλελεύθερες ανησυχίες του Friedrich Ηayek,  Mancur Olson κ.α., είναι μεταφορείς απόψεων οι οποίοι απολαμβάνουν σεβασμού λόγω της αναγνώρισης της ειδικής γνώσης που κατέχουν και συνακόλουθα επηρεάζουν την διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η σημασία του ρόλου τους πολλαπλασιάζεται από το γεγονός ότι ο μέσος πολίτης είναι «ορθολογικά αδαής», στο βαθμό που επιλέγει να μην αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο στη μελέτη των δημόσιων υποθέσεων καθώς (και σε αντίθεση με τους επαγγελματίες των ιδεών) δεν θα βελτιώσει  κατ’ αυτόν τον τρόπο άμεσα το εισόδημά του. Επίσης, η εγχώρια «αγορά ιδεών» παρουσιάζει ακαμψίες και στρεβλώσεις λόγω της διαπλοκής των μέσων μαζικής επικοινωνίας με επιχειρηματικά συμφέροντα που συναλλάσσονται με το δημόσιο χρήμα.   

Όμως, κεντρικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας θα έπρεπε να αναλυθούν σε μεγαλύτερο βάθος. Δεν αρκεί η αναφορά στην «οικονομοφοβία» και στον ρόλο ενός μεγάλου τμήματος της διανόησης και των ΜΜΕ. Σήμερα διαθέτουμε πλειάδα εμπειρικών και ιστορικών ερευνών οι οποίες εξετάζουν πολλά από αυτά – τον αντιδυτικισμό, την προκατάληψη εναντίον του ανταγωνισμού και της διαφάνειας  κλπ. Τελευταία,  ο Στάθης Καλύβας πρόσθεσε με σαφήνεια τη σημασία της εξιδανίκευσης της αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού που έτεινε να νομιμοποιήσει έναν άναρχο και επεκτεινόμενο κρατικό παρεμβατισμό – και συνεχίζει να το κάνει σήμερα!

Το βιβλίο του Δ. Σκάλκου μας υπενθυμίζει τελικά ότι εκκρεμεί η απάντηση στο ερώτημα για το μέλλον του σύγχρονου φιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Η κωδικοποίηση των προβλημάτων δείχνει πόσο πολύπλοκη είναι η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και αλλού. Τι πιθανότητες έχει ο φιλελευθερισμός απέναντι στην ιστορία, στην πολιτική κουλτούρα και τους θεσμούς της; Σίγουρα, δεν υπάρχει ένας φιλελευθερισμός (ούτε μια εκδοχή μεταρρυθμίσεων). Άκραίες εκδοχές δεν έχουν πολλές πιθανότητες και είναι άγονη η συζήτηση για το ποιος είναι ο «αυθεντικός» φιλελευθερισμός.

Οποιαδήποτε ρεαλιστική απάντηση (και μεταρρυθμιστική πρόταση συνολικά) δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε ένα συμβιβασμό ή «μίγμα» διαφορετικών αξιών ή αρχών. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε προστίθενται διάφορα επίθετα στον όρο – κοινωνικός, ριζοσπαστικός, σύγχρονος, πραγματιστικός φιλελευθερισμός. Οι προσθήκες επιθέτων σε έναν «-ισμό» αντανακλούν την απάντηση της πραγματικής εξέλιξης σε δήθεν αιώνια καθαρά πρότυπα (που έχουν όμως άλλη χρησιμότητα) και αυξάνουν τις πιθανότητες για συγκλίσεις και εν τέλει για πρόοδο. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες έννοιες. Υπενθυμίζω όρους όπως χριστιανικός σοσιαλισμός, σοσιαλ-δημοκρατία (ή κοινωνική δημοκρατία), δημοκρατικός σοσιαλισμός και ακόμα φιλελεύθερος σοσιαλισμός. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν γιατί υπάρχουν δυσδιάκριτες «ανταλλακτικές σχέσεις» (trade-offs) μεταξύ τους. Ανακύπτουν τότε ζητήματα στάθμισης μάλλον διαφορετικών αρχών (π.χ. ελευθερίας και ίσων ευκαιριών, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας) και διαμόρφωσης πρακτικής πολιτικής παρά ιδεολογικής καθαρότητας στο περιθώριο των εξελίξεων.  Το βιβλίο του Δημήτρη Σκάλκου δείχνει ακριβώς την πολυπλοκότητα της κατάστασης.

Advertisements